Bernard GOLSE [2]

Μετά την υπενθύμιση ενός αριθμού δεδομένων που αφορούν τη δυναμική της εφηβείας, ο συγγραφέας εξετάζει τη σύγχρονη συνεισφορά της αναπτυξιακής ψυχιατρικής και της πρώιμης ψυχανάλυσης στην ανανεωμένη κατανόηση αυτής της δυναμικής. Ανευρίσκονται έτσι διάφορες συγκλίσεις όσον αφορά στην τεχνική των ατομικών ψυχοθεραπειών του εφήβου και των συνδυασμένων θεραπειών γονέων-βρέφους (των οποίων το ιστορικό διαγράφεται συνοπτικά), όπως και σε σχέση με τις απαιτούμενες ικανότητες των θεραπευτών (κυρίως ευπλαστότητα και αφηγηματικότητα). Δεν πρόκειται για ένα εγχείρημα να σκεφθούμε τον έφηβο σαν ένα γερασμένο βρέφος, αλλά, περισσότερο, να διευκρινίσουμε την παραμονή, στην εφηβεία, πρωταρχικών επιπέδων ψυχικής λειτουργίας.

Θέμα αυτής της εργασίας είναι η μελέτη των θεωρητικο-κλινικών και τεχνικών σημείων σύγκλισης ανάμεσα στις ψυχοθεραπείες του βρέφους και σε αυτές του εφήβου, εξαιτίας αναλογιών στην ψυχική λειτουργία που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο αυτές ιδιαίτερες ηλικίες της ζωής.

Στη Γαλλία, η ευαισθητοποίηση απέναντι σε αυτό το θέμα είναι παλαιά και, για παράδειγμα, θυμίζουμε μόνο το βιβλίο  των Pierre Male και Alice Doumic-Girard (1975) επάνω στην Ψυχοθεραπεία της πρώτης ηλικίας ( Psychothérapie du premier âge), δημοσίευση η οποία απετέλεσε ένα σημαντικό γεγονός εκείνη την εποχή και έπαιξε, λίγο, ένα ρόλο πρωτοπόρου επάνω σε αυτό το θέμα. Η A. Doumic-Girardήταν μια εξαιρετική κλινικός για βρέφη και πολύ μικρά παιδιά ενώ ο P. Male ήταν ένας φημισμένος ψυχίατρος-ψυχαναλυτής εφήβων και, σε αυτό το βιβλίο, είναι αυτός ο οποίος κατά κάποιο τρόπο είχε θεωρητικοποιήσει την κλινική πρακτική που παρουσιαζόταν από την συν-συγγραφέα του.

Σιγά-σιγά, βρέφη και έφηβοι έγιναν όλο και πιο σημαντικοί πόλοι επένδυσης (οικονομικής και σκέψης) και αυτό έγινε εξάλλου, λίγο, εις βάρος του παιδιού της σχολικής ηλικίας, λίγο σαν η λανθάνουσα περίοδος να παίζει το ρόλο του φτωχού συγγενή και του ξεχασμένου θέματος της σύγχρονης παιδοψυχιατρικής, κάτι που στην πραγματικότητα είναι κρίμα.

Ό,τι και να συμβαίνει, η ανάδειξη των τρόπων ψυχικής λειτουργίας των βρεφών και των εφήβων αποδεικνύεται ότι είναι  πλούσια πηγή πληροφοριών και ιδιαιτέρως υπό το φως των πιο προσφάτων γνώσεων που αποκτήθηκαν στην ψυχιατρική του νεογέννητου, λέγοντας όμως, παρ’όλα αυτά, ότι δεν πρόκειται με κανένα τρόπο να θεωρήσουμε τους εφήβους σαν μεγάλα βρέφη. Στην πραγματικότητα, αν η εφηβεία είναι μια κατάσταση φυσικής επανενεργοποίησης και αναβίωσης πρωίμων ψυχικών μηχανισμών και τύπων αντικειμενοτρόπου σχέσης, παραμένει ότι πρέπει αναμφισβήτητα να λάβουμε υπόψη τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων, που κάνουν αυτές τις λειτουργικές επαναφορές τελείως διαφορετικές από απλές επαναλήψεις ή από απλές επανεκδόσεις (για να αναφέρουμε εδώ, έμμεσα, το μεταβιβαστικό πεδίο).

Εξαιτίας αυτού, ο λόγος μας σκοπεύει μόνο να αναγνώσει τις ιδιαιτερότητες της ψυχικής λειτουργίας στην εφηβεία μέσα από αυτό που έχουμε μάθει από τα βρέφη, όχι τόσο με την έννοια της μορφολογικής σύγκρισής τους αλλά περισσότερο για να φωτίσουμε με ένα καινούργιο τρόπο, για να αντιληφθούμε κάτω από ένα νέο πρίσμα κάποιες κλινικές και τεχνικές ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τις πρακτικές στις δύο αυτές φάσεις της ζωής.

ΑΝΑΛΟΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΒΡΕΦΗ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ.

Οι αναλογίες στην ψυχική λειτουργία ανάμεσα στα βρέφη και στους εφήβους είναι στην πραγματικότητα γνωστές και έχουν υπογραμμισθεί εδώ και σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η ενορμητική ένταση

Υπάρχει πρώτα απ’όλα μια πολύ μεγάλη ενορμητική ένταση τόσο στα βρέφη, που βιώνουν την εγκατάσταση του ψυχικού τους οργάνου και τη διαδοχική έναρξη της λειτουργίας των διαφόρων ενορμητικών προβληματικών (στοματική, πρωκτική έπειτα φαλλική), όσο και στους εφήβους οι οποίοι, με την ευκαιρία της ήβης, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια κίνηση επαν-ενορμοποίησης, μερικές φορές μαζική. Η στοματικότητα έχει εδώ, φυσικά, μια θέση επιλογής και ξέρουμε τον κεντρικό της ρόλο όσον αφορά την ψυχογενή ανορεξία και το πιο ευρύ πεδίο των εξαρτήσεων.

Η επικράτηση του ναρκισσισμού απέναντι στην επένδυση του εξωτερικού αντικειμένου

Η διαλεκτική ανάμεσα στο ναρκισσισμό και στην επένδυση εξωτερικών αντικειμένων λειτουργεί καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής και πρέπει να επιμείνουμε επάνω στο γεγονός ότι η κάθε μια προβληματική μπορεί να έρθει να παίξει τον ρόλο της άμυνας απέναντι στην άλλη. Στο βρέφος, για παράδειγμα, είναι η οιδιπόδεια προβληματική (με εξωτερικό αντικείμενο) που έρχεται να αντικαταστήσει  την αρχική προβληματική εγκαθίδρυσης του πρωτογενούς ναρκισσισμού, και ξαναβρίσκουμε αυτή την κίνηση στην εφηβεία, όταν η επαναφορά και η εξωοικογενειακή παρέκταση της οιδιπόδειας θεματικής έρχεται να τερματίσει τη ναρκισσιστική κρίση που συνδέεται με τις μεταμορφώσεις (σωματικές και ψυχικές) της ήβης.

Και στις δύο περιπτώσεις, ο ναρκισσιστικός άξονας αρχικά επικρατεί αφού το βρέφος πρέπει να “διαλέξει τη ζωή” (M. Soulé, 1980), μέσα από το μέσον των πρωτογενών ταυτίσεών του και αφού ο έφηβος θα αναζητήσει στην αρχή να επιβεβαιώσει τη ναρκισσιστική του ακεραιότητά και το ναρκισσιστικό του άτρωτο μέσα από τις διάφορες επικίνδυνες συμπεριφορές του (επικίνδυνα αθλήματα, τοξικομανίες, ανορεξική πρόκληση…).

Η επικράτηση της αναλογικής επικοινωνίας

Το άγλωσσο παιδί (in-fans) τοποθετείται, εξ ορισμού, πριν από τον λεκτικό λόγο και, εξ αυτού, οι δυνατότητές του αναλογικής επικοινωνίας (προλεκτικής) προηγούνται, με απόσταση, της εγκατάστασης της ψηφιακής του επικοινωνίας (λεκτικής). Είναι κατ’αυτόν τον τρόπο που η εγκαθίδρυση των διαδικασιών προσκόλλησης (κυρίως πρώτο εξάμηνο της ζωής) και των ικανοτήτων συναισθηματικού συντονισμού (κυρίως δεύτερο εξάμηνο της ζωής) μπορούν να γίνουν κατανοητές με όρους τρόπων συγκρητικής επένδυσης του αντικειμένου και πρωτογενούς επικοινωνιακής πρόθεσης, η προσκόλληση μη προϋποθέτοντας ακόμη – σε αντίθεση με τον επικοινωνιακό συντονισμό – την πρόσβαση στη  διϋποκειμενικότητα.

Ό,τι και να συμβαίνει, αυτός ο τύπος αναλογικής επικοινωνίας που θα υπάρχει καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής (στο φόντο της ψηφιακής επικοινωνίας) έρχεται στο πρώτο πλάνο της σκηνής τη στιγμή της εφηβείας και αυτό εξηγεί εν μέρει, θα επανέλθουμε σε αυτό, τη σημασία του στυλ των πρώτων θεραπευτικών συναντήσεων με τους εφήβους.

Η επιθετικότητα

Είναι σύνηθες να διακρίνουμε κατά τη διάρκεια της ψυχικής οντογένεσης  τρεις διαφορετικούς τύπους επιθετικότητας που διαπλέκονται προοδευτικά: μια επιθετικότητα  για την επιβίωση αρχικά (η “βασική βία” του J. Bergeret, 1984)· έπειτα, μια επιθετικότητα για να επιβεβαιωθεί η στερεότητα και η εγκυρότητα του αντικειμένου (D.W. Winnicott, 1971)· τέλος, μια οιδιπόδεια επιθετικότητα η οποία σκοπεύει να εξοβελίσει αν δεν είναι να καταστρέψει τον τρίτο. Η πρώτη είναι αυτιστικού τύπου, η δεύτερη δυαδικού ή διπολικού, η τρίτη είναι πιο τριαδική.

Σε κάθε περίπτωση, βρέφη και έφηβοι έχουν ως κοινό σημείο μια πολύ μεγάλη επιθετικότητα του δευτέρου τύπου, που έχει συνεπώς πολύ περισσότερο ως σκοπό να δοκιμάσει την αντίσταση και την ηρεμία του άλλου παρά να στοχεύσει να καταστρέψει, κάτι που είναι πολύ φανερό τη στιγμή των κλασσικών συγκρούσεων αντίθεσης του δευτέρου εξαμήνου της ζωής ή της κρίσης της εφηβείας.

Διχασμός, προβολή και απάρνηση

Δεν θα επιμείνουμε πολύ επάνω σε αυτό γιατί είναι πολύ γνωστό ότι αυτοί οι διάφοροι μηχανισμοί υποστηρίζουν, στις δύο αυτές φάσεις της ζωής, βαθιές ταυτιστικές κινήσεις (πρωτογενείς ταυτίσεις, προβλητικές ταυτίσεις…). Να υπογραμμίσουμε μόνο το γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις, προστίθεται και το θέμα των γονικών προβολών των οποίων οι B. Cramer και F. Palacio-Espasa (1993) πρότειναν μια πραγματική τυπολογία στην περιγεννητική περίοδο, αλλά οι οποίες είναι εξίσου μεγάλης σημασίας στην εφηβεία, μέσα από το θέμα των αντίστροφων ταυτίσεων (οι γονείς ταυτίζονται μερικές φορές με ένα πολύ έντονο και παλινδρομικό τρόπο με τα δικά τους παιδιά εφήβους, που είναι τότε θεματοφύλακες των ελπίδων τους, των χαμένων τους ιδανικών και της ναρκισσιστικής θλίψης τους).   

Η διαλεκτική ανάμεσα στην ενοχή και τη ντροπή

Οι καταθλιπτικές κινήσεις της εφηβείας είναι συχνά πολύ έντονες, γιατί συγκεντρώνουν τους δύο κλασσικούς άξονες καταθλίψεων, δηλαδή τον ναρκισσιστικό άξονα και τον άξονα του εξωτερικού αντικειμένου. Οι ναρκισσιστικές καταθλίψεις εστιάζονται στο θέμα της ντροπής και οι καταθλίψεις σε σχέση με εξωτερικό αντικείμενο εστιάζονται σε αυτό της ενοχής, και οι έφηβοι φανερά αντιμετωπίζουν πολύ επώδυνα αυτές τις δύο θεματικές, όπως και τα βρέφη, αφού και στις δύο περιπτώσεις (αν και για διαφορετικούς λόγους) μπορούμε να παρατηρήσουμε μια μεγάλη ναρκισσιστική ανασφάλεια και ένα άγχος απώλειας του αντικειμένου.

Ξεκινώντας από αυτό, στους εφήβους όπως και στα βρέφη, γρήγορα μια διαλεκτική θα εγκαθιδρυθεί, αφού κάποιος μπορεί να αισθανθεί ένοχος να ντρέπεται και να νοιώθει ντροπή που είναι ένοχος…Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι η ντροπή αυτή καθαυτή δεν καταλαμβάνει ίσως πολύ χώρο στο βίωμα των βρεφών, κάτι το οποίο είναι αναμφίβολα σωστό, αλλά είναι παρ’όλα αυτά σημαντικό να σημειώσουμε ότι τα βιώματα αδυναμίας ή ναρκισσιστικής ευαλωτότητας παρέχουν χωρίς αμφιβολία μια από τις σημαντικές της ρίζες και ότι με αυτήν την ιδιότητα μπορεί κανείς να τις συναντήσει στην καρδιά της ναρκισσιστικής καταθλιπτικής προβληματικής των πολύ μικρών παιδιών.

Η ψυχική αμφιφυλία

Το θέμα της ψυχικής αμφιφυλίας τίθεται επίσης σε αυτές τις δύο ηλικίες της ζωής, αφού βρίσκεται σε φάση επεξεργασίας στο πολύ μικρό παιδί και επανατίθεται  ως ερώτημα στον έφηβο, του οποίου η πρόσβαση σε ένα σώμα οριστικά έμφυλο κάποιες φορές θα μεταφραστεί σε μια πραγματική κατάρρευση (” Breakdown “), που περιγράφηκε τόσο καλά από συγγραφείς όπως οι M. και M.E. Laufer (1989, 1993).

Η θέση του σώματος

Τελικά, είναι το σώμα που καταλαμβάνει ή ξανακαταλαμβάνει στα βρέφη και στους εφήβους μια θέση τελείως κεντρική, στην ίδια την καρδιά των διαδικασιών υποκειμενοποίησης, συμβολοποίησης και σημειοποίησης, αφού το σώμα, όπως και η ψυχή – σε εξαιρετικά στενή διαπλοκή – μπορούν να γίνουν πηγές αδυναμίας ή ντροπής, αντικείμενα μίσους ή παραίτησης.

Ο έφηβος εξάλλου αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην επιθυμία και στον φόβο σωματικών επαφών με τον άλλο και ξέρουμε σε ποιο βαθμό μπορεί ακόμη να έχει ανάγκη τρυφερότητας και χαδιών, κάτι που μπορεί μερικές φορές να προκαλέσει έκπληξη αλλά του οποίου τη διαλείπουσα μορφή οφείλουμε να σεβαστούμε.

Όπως και τα βρέφη, οι έφηβοι έχουν αυτήν την ιδιαιτερότητα να προκαλούν τη δημιουργία δεσμών γύρω τους αλλά, ταυτοχρόνως, να επιτίθενται μερικές φορές βίαια σε αυτούς τους δεσμούς.

ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΉΣ ΤΟΥ ΒΡΕΦΟΥΣ – Η ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΕΦΗΒΟΥ

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ψυχιατρική του βρέφους έχουν σημαντικά ανανεώσει την αντίληψη μας για τις διαδικασίες ψυχικής ανάπτυξης και ωρίμανσης του πολύ μικρού παιδιού αλλά ένας αριθμός δεδομένων που συγκεντρώθηκαν με αυτόν τον τρόπο μπορεί επίσης να εμπλουτίσει την κατανόησή μας επάνω στη δυναμική της εφηβείας. Εδώ δεν θα αναφέρουμε παρά μερικά παραδείγματα.

1/ Οι κολλητικές ταυτίσεις του βρέφους μπορούν να φωτίσουν με ένα πολύ χρήσιμο τρόπο την κατανόηση εκ μέρους μας κάποιων φαινομένων που παρατηρούνται στους εφήβους, όπως αυτό της μεγάλης σημασίας των “συμμοριών” εφήβων. Πέρα από οτιδήποτε έχει ήδη ειπωθεί σε σχέση με τη σύσταση ομάδων και “συμμοριών” εφήβων (εξιδανίκευση του αρχηγού, ταύτιση με τον ηγέτη, προβολή των ναρκισσιστικών θεμάτων…), οι έννοιες του ομαδικού περιβλήματος και της κολλητικής ταύτισης (φυσιολογικής ή παθολογικής) αποδεικνύονται επίσης πολύ χρήσιμες για να αποδώσουν τον ρόλο των ομάδων, όπως αυτός συνεισφέρει στην αίσθηση των εφήβων ότι υπάρχουν.

2/ Ξέρουμε επίσης ό,τι έχει ειπωθεί για τη σταθερότητα των σχημάτων προσκόλλησης κατά τη διάρκεια της ζωής  (E.A. Carlson, 1988 · E. Waters, 2000 · M. Ammaniti, 2000 · K.E. και K. Grossmann, 1998) αλλά φαίνεται σήμερα ότι αν το μοντέλο ασφαλούς προσκόλλησης αναγνωρίζει μια κάποια σταθερότητα, δεν συμβαίνει αναγκαστικά το ίδιο για άλλα σχήματα προσκόλλησης (ανασφαλές, αποφευκτικό και αποδιοργανωμένο). Η εφηβεία θα μπορούσε να είναι έτσι  μια ευνοϊκή φάση για την επανακατασκευή αυτών των διαφόρων σχημάτων προσκόλλησης και των “λειτουργούντων εσωτερικών μοντέλων” που τα υποστηρίζουν  (“ Working internal models ” του I. Bretherton, 1990). Αυτοί οι λιγότερο ή περισσότερο βίαιοι ανασχηματισμοί φαίνονται να έχουν, αναλόγως των περιπτώσεων, ένα παθολογικό ή, αντίθετα, αμυντικό ή ακόμη δομικό νόημα, και κάθε πρόβλεψη πρέπει να γίνεται με μεγάλη σύνεση, αλλά  το να ληφθεί υπόψη η θεωρία της προσκόλλησης προσφέρει, παρ’όλα αυτά, πολλά στην προσέγγισή μας της θεωρίας και της τεχνικής των ψυχοθεραπειών στους εφήβους.

3/ Παρατηρούμε κατά τα άλλα στους εφήβους μιαν αναβίωση της αναλογικής επικοινωνίας που ξαναγίνεται έτσι συχνά κυρίαρχη όπως στα  πολύ μικρά παιδιά (l’infans, το παιδί πριν από τον λόγο). Όλοι οι μηχανισμοί του συναισθηματικού συντονισμού  (D.N. Stern, 1989) ξαναβρίσκονται πάλι στο πρώτο επίπεδο της λειτουργίας διαπροσωπικών σχέσεων των εφήβων και αυτό δείχνει σε ποιο σημείο το στυλ (διαδραστικό;) των πρώτων μας συναντήσεων με έναν έφηβο αποδεικνύεται καθοριστικό για τη συνέχεια της θεραπευτικής διαδικασίας.

4/ Αυτοί που ενδιαφέρονται για τη θεωρία της “γενικευμένης αποπλάνησης”, που προτάθηκε στη Γαλλία από τον J. Laplanche (1987), ξέρουν καλά, τελικά, ότι το σώμα του εφήβου μπορεί να ενδυθεί μερικές φορές το ρόλο του “αινιγματικού σημαίνοντος” για τον ίδιο τον έφηβο και, τότε, δεν είναι πλέον οι μητρικές φροντίδες αλλά οι ίδιες οι σωματικές του λειτουργίες που έρχονται να επανενεργοποιήσουν σε αυτόν αυτήν την κατάσταση της πρωταρχικής αποπλάνησης, της οποίας ξέρουμε τη δύναμη έλξης, η οποία στηρίζεται ταυτόχρονα σε συναισθήματα  έξαψης και τρόμου.

5/ Ας αναφέρουμε, τέλος, την έννοια της “ανακλαστικής ικανότητας” (” capacité réflexive “), η οποία αναπτύχθηκε από τον P. Fonagy (1997). Πρόδρομος της “θεωρίας του πνεύματος”  (“théorie de l’esprit “), (U. Frith, 1992 ·  S. Baron-Cohen, 1985), πρόκειται στο βάθος για την ικανότητα να αισθανθεί κάποιος τον εαυτό του και να αισθανθεί τον άλλο με όρους νοητικών καταστάσεων. Αυτή η ικανότητα αποκτάται προοδευτικά στο βρέφος και ξαναγίνεται ουσιαστική στον έφηβο, ενώ κάποια σχήματα προσκόλλησης έχουν μιαν αξία βοήθειας ή εμποδίου στην εγκατάσταση αυτής της διϋποκειμενικής ικανότητας.

6/ Σε αυτά τα κάποια στοιχεία σκέψης πρέπει ακόμη να προσθέσουμε τον παραλληλισμό που μπορεί να γίνει  ανάμεσα στην καταθλιπτική θέση του βρέφους (M. Klein) και την “καταθλιπτική ρήξη” (” cassuredépressive “) του εφήβου (M. και M.E. Laufer) με, και στις δύο περιπτώσεις, μια μεγάλη σημασία της αμφιταλάντευσης ανάμεσα στην καταθλιπτική θέση και τη σχιζο-παρανοειδή θέση, όπως και του ρόλου του αντικειμένου και των αποτελεσμάτων της συνάντησης. Ακόμη περισσότερο από κάθε άλλη ηλικία της ζωής, στο βρέφος και στον έφηβο, είναι τελείως ουτοπικό να θελήσουμε να αντιπαραθέσουμε τη θεωρία των ενορμήσεων με τις θεωρίες των αντικειμενοτρόπων σχέσεων. Η ενόρμηση χωρίς αντικείμενο είναι ένας μύθος, το αντικείμενο χωρίς ενορμητική επένδυση είναι ένα δόλωμα. Ένας συγγραφέας όπως ο Ch. Bollas (1996) έδειξε καθαρά ότι το πραγματικό self, το ιδίωμα κάθε υποκειμένου δεν μπορεί να συγκροτηθεί και να αποκαλυφθεί παρά μόνο στο interface των ενορμήσεων και του αντικειμένου και, από αυτήν την οπτική γωνία, η θεωρία της προσκόλλησης φαίνεται εξάλλου σαν μια δυνατή γέφυρα ανάμεσα στα δύο θεωρητικά μοντέλα που αναφέρθηκαν πριν (B. Golse, 1999, 2000). Όπως και αν είναι, ο έφηβος, όπως και το βρέφος, βρίσκονται έντονα αντιμέτωποι με τα αποτελέσματα της συνάντησης, που κάνουν την εξέλιξή τους έναν ανοιχτό προορισμό και όχι ένα πεπρωμένο λιγότερο ή περισσότερο προβλέψιμο. Ένας ολόκληρος κόσμος δυνατοτήτων ανοίγεται μπροστά τους και η εφηβεία αποδεικνύεται έτσι σαν μια νέα ευκαιρία (μια τελευταία ευκαιρία; ) να ξαναπαίξουν τις προηγούμενες φάσεις της πρώιμης εξέλιξης που μπορεί, στην εποχή τους, να είχαν στιγματιστεί από διάφορες δυσκολίες.

ΚΑΠΟΙΕΣ ΣΥΓΚΛΙΣΕΙΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΒΡΕΦΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΕΦΗΒΟΥ

Γενικές παρατηρήσεις 

1/ Οι τεχνικές συνδυασμένων θεραπειών γονέως (εων)/βρέφους αναπτύχθηκαν πολύ κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων. Έχουν προταθεί διάφορα μοντέλα.

– Ο A. Doumic-Girard (1975) επέμενε επάνω στην παλινδρόμηση κατά την παρουσία ενός τρίτου και επάνω στην επανόρθωση του “χαμένου χρόνου” της πρωταρχικής σχέσης. Η έννοια της επανόρθωσης δεν βρίσκεται πλέον τόσο, σήμερα, στο πνεύμα της εποχής αλλά ο A. Doumic πίστευε πως, για μια μητέρα και το παιδί της, η ευκαιρία να μπορέσουν να παίξουν ελεύθερα κατά την παρουσία και υπό το βλέμμα  ενός τρίτου  θα μπορούσε να ευνοήσει έντονα την παλινδρόμηση και, κάνοντας αυτό, να τους βοηθήσει να ξαναπεράσουν με κάποιο τρόπο από τα διάφορα στάδια που ενδεχομένως έχασαν στο πλαίσιο της πρώιμης σχέσης τους και της κοινής τους ιστορίας.

– Ο D.W. Winnicott (1971) εργαζόταν κύρια επάνω στις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα προσυνειδητά συστήματα. Η κύρια δραστηριότητα της πρακτικής του με τις μητέρες και τα παιδιά περνούσε από το να προτείνει τον εαυτό του σαν “μεταβατικό αντικείμενο” για τη δυάδα μητέρα-παιδί, κάτι που σχετίζεται με τις γνωστές θεωρητικές του θέσεις όσον αφορά τη δυναμική των ασυνειδήτων και προσυνειδητών συστημάτων. Είναι, συνεπώς, η προοπτική μιας εξωψυχικής διαφοροποίησης, ήρεμης και καλά ρυθμιζόμενης, που ουσιαστικά στοχεύεται από αυτόν.

– Ο S. Lebovici (1994) επιχειρούσε να αναδείξει τις διάφορες “ασυνείδητες διαγενεαλογικές εντολές” που μπορούν να έρθουν να εμποδίσουν την ελευθερία εκτύλιξης του self  του παιδιού. Στο τέλος της ζωής του κατέφευγε έντονα στην έννοια του ” enaction ” ή ” enactment ” (διαδραμάτιση), που είναι έννοιες ιδιαίτερα πλούσιες, και οι οποίες δεν έχουν καμιά σχέση με το θέμα του περάσματος στην πράξη αλλά, μάλλον, πολύ περισσότερο, με αυτό της ενσάρκωσης της συγκίνησης, ως προϋπόθεση για την ενσυναισθητική ή διαισθητική κατανόηση μιας κλινικής κατάστασης. Εξ ου οι συχνές αναφορές του στην έννοια της “μεταφορίζουσας ενσυναίσθησης” που σχημάτιζε το πιο ζωντανό στοιχείο της πρακτικής του στις συνδυασμένες θεραπείες που έκανε. Ο S. Lebovici συνήθως πρότεινε δύο ή τρεις συνεδρίες σχετικά μεγάλης διάρκειας με τους γονείς του παιδιού, με τον σκοπό να αποκαλύψει και να διαλευκάνει   τις διάφορες ασυνείδητες διαγενεαλογικές εντολές που βάραιναν επάνω στην ανάπτυξη του παιδιού και την εμπόδιζαν στην εκτύλιξή της. Αυτό θεωρείτο ότι προσέφερε στο παιδί και στους γονείς του ένα μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας για επανακυκλοφορία ενός ασυνείδητου υλικού που ήταν μέχρι τότε παγωμένο.

– Στην Tavistock Clinic de Londres, ο D. Daws (1999) και όλη η μετακλαϊνική σχολή χρησιμοποιούν την ομάδα γονέας(είς)-θεραπευτής(ές)-παιδί σαν ένα συλλογικό ψυχικό όργανο ικανό να κάνει να λειτουργήσει μια κάποια συλλογική “ικανότητα ονειροπόλησης” (W.R. Bion, 1970), που αντιπροσωπεύει τον κύριο μηχανισμό να εμπεριεχθούν και να μετατραπουν τα ψυχικά παράγωγα του παιδιού και κυρίως τα στοιχεία “βήτα”. Το ομαδικό αντικείμενο συγκροτείται από το βρέφος, τους γονείς του και από τους συν-θεραπευτές, που αφήνουν να εκτυλιχθεί μια συζήτηση χωρίς κάποια κατεύθυνση, κατά τη διάρκεια της οποίας αναδύονται προοδευτικά οι φαντασιώσεις και οι ανακατασκευές που οργανώθηκαν γύρω από τα συμπτώματα του παιδιού.

– Οι  B. Cramer και  F. Palacio-Espasa (1993) πρότειναν ένα αναλυτικό και εμβαθυσμένο μοντέλο των θεραπειών μητέρας-παιδιού στο πλαίσιο των παρεμβάσεων που ονομάζονται βραχείας διαρκείας. Δύο σημεία είναι ουσιώδη για αυτούς : από τη μια πλευρά, η φύση των γονικών προβολών επάνω στο παιδί και, από την άλλη, η έννοια των “συμπτωματικών διαδραστικών  αλληλουχιών”, ικανών να αντιπροσωπεύσουν, να απεικονίσουν, να “υλοποιήσουν” με κάποιο τρόπο την ψυχική συγκρουσιακότητα στο επίπεδο του σώματος  ή της συμπεριφοράς του παιδιού.

Κάποιες από τις γονικές προβολές είναι απολύτως αναγκαίες, δομικές και φυσιολογικές (προβολές του τύπου της προσάρτησης), ενώ κάποιες άλλες είναι υπερβολικά έντονες ή ποιοτικά μη φυσιολογικές, βίαιες, καταστροφικές και, συνεπώς, ικανές να διαστρέψουν, να κάμψουν και να εμποδίσουν ή να περιορίσουν την εξέλιξη του παιδιού (αλλοτριωτικές προβολές). Η διαλεύκανση και η διασαφήνιση αυτών των προβολών από τον θεραπευτή επιτρέπει εδώ την επανα-ιδιοποίησή τους, την ψυχική επανα-απαρτίωσή τους από τη μητέρα, κάτι που ελαφρύνει τη σχέση της με το παιδί της, του οποίου τα συμπτώματα χάνουν τότε την ψυχοδυναμική τους “χρησιμότητα”. Αυτή η κίνηση ψυχικής επανα-ιδιοποίησης των προβολών εν δράσει συνοδεύεται συχνά από μια καταθλιπτική ανάδυση στη μητέρα, που συνδέεται με τη συνειδητοποίηση της εμπλοκής της στον καθορισμό των διαταραχών του βρέφους της.

 Από αυτούς τους συγγραφείς προτάθηκε μια τυπολογία των γονικών προβολών, που εκτείνεται από τις προβολές τις πιο νευρωτικές και τις πιο εξιδανικευτικές μέχρι τις προβολές τις πιο καταστροφικές και τις πιο καταδιωκτικές, προβολές που βρίσκονται πάντα να συνδέονται, λίγο ή πολύ, με τις αντι-ταυτίσεις της μητέρας με τις γονικές προβολές που η ίδια δέχθηκε, που πίστεψε ότι δέχθηκε ή που θα ήθελε να είχε δεχθεί.

– Η Rosine Debray (1987), τέλος, θεωρεί ότι η ίδια η ιδέα της βραχείας θεραπείας είναι εν μέρει καταστροφική και, όσον την αφορά, χρησιμοποιεί μόνον τις συνδυασμένες θεραπείες σαν μια πρώτη φάση η οποία προσφέρει τη δυνατότητα να παροτρύνει τη μητέρα σε μια προσωπική κλασσική ψυχαναλυτική εργασία και αυτό, για τον επί πλέον λόγο ότι η περιγεννητική περίοδος αποδεικνύεται ότι είναι ιδιαιτέρως ελαστική και κατάλληλη για πιο γρήγορους και πιο βαθείς ανασχηματισμούς σε σχέση με άλλες περιόδους της ζωής της γυναίκας. Πρόκειται εδώ για μια σχετικά ακραία θέση και την οποία, στην παρούσα φάση, δεν ασπάζεται η πλειοψηφία των κλινικών.

Τελικά, όποια και αν είναι η προσωπική θεωρία του κάθε συγγραφέα, όποιο και αν είναι το μοντέλο αναφοράς του, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο καθένας τους κάνει πάντοτε περισσότερα από όσα λέει και ίσως μάλιστα και από όσα πιστεύει. Κάθε μοντέλο δεν είναι στο βάθος παρά μόνο ένα μέσο περιγραφής, εξήγησης και κατανόησης μιας δεδομένης εμπειρίας και πρακτικής, αλλά κάθε εμπειρία μπορεί δύσκολα να περιοριστεί σε μια μοναδική περιγραφή, στο μέτρο που εμπλέκει το σύνολο του προσώπου του θεραπευτή και της λειτουργίας του ως υποκείμενο. Οι σκέψεις του A. Watillon-Naveau (1996) φαίνονται εδώ πολύ χρήσιμες, οι οποίες στοχεύουν μιαν απόπειρα θεωρητικής επεξεργασίας των συνδυασμένων θεραπειών με αναφορά είτε στο μοντέλο του πρώιμου τραυματισμού είτε στο μοντέλο μιας διαγενεαλογικής δυσλειτουργίας.

2/ Φυσικά, στην πορεία αυτών των διαφορετικών πρακτικών πολλά ερωτήματα προέκυψαν.

– Είναι το βρέφος ικανό για μεταβίβαση και σε αυτήν την περίπτωση για ποιο τύπο μεταβίβασης πρόκειται ; Ένας αριθμός συγγραφέων αναρωτιέται εξάλλου επάνω στο θεμιτό ή όχι της χρήσης του όρου μεταβίβαση στα βρέφη τα οποία, βέβαια, επάγουν στους ενηλίκους, που ασχολούνται με αυτά, τρόπους διάδρασης που σχετίζονται με τις πολύ πρώτες τους εμπειρίες σχέσης, αλλά, χωρίς αμφιβολία, αυτές οι διαδραστικές επαγωγές δεν τοποθετούνται όπως η μεταβίβαση σε σχέση με τη δυναμική του εκ των υστέρων. Ξέρουμε ότι αυτό το ερώτημα, που αντιπροσωπεύει με κάποιο μοντέρνο τρόπο τη γνωστή σύγκρουση ανάμεσα στην Anna Freud και στη Melanie Klein, απετέλεσε αντικείμενο μιας σημαντικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στον B. Cramer και στον S. Lebovici, ανταλλαγή που δημοσιεύθηκε στο LaPsychiatrie de l’enfant το 1994.

– Πόσο χρόνο πρέπει κάποιος να αφιερώσει άμεσα στο παιδί κατά τη διάρκεια των συνεδριών ;

 – Πρέπει ο θεραπευτής να ξεκινήσει με το να επανα-ναρκισσιστικοποιήσει τους γονείς κατά τη διάρκεια των συνεδριών (B. White, 1998) ή μπορεί κατευθείαν να αναλύσει τα “φαντάσματα του παιδιού θαλάμου” (“fantômes dans la nursery “)  (S. Fraiberg, 1975)  ;

– Η παρουσία του βρέφους δεν ενεργοποιεί υπερβολικά έντονα την ψυχική διαφάνεια των γονέων ;

3/ Αντιλαμβανόμαστε ότι ένας αριθμός από αυτά τα ερωτήματα είναι εξίσου εύλογος για τις θεραπείες εφήβων και ότι, τελικά, είναι ο ρόλος του θεραπευτή, σαν αντικείμενο-τρίτος, που αποδεικνύεται αποφασιστικός, αντικείμενο-τρίτος του οποίου ξέρουμε τη σημασία για την κατασκευή του self  στα πολύ μικρά παιδιά και για τον ανασχηματισμό του self  στον έφηβο. Αλλά ο έφηβος πάντα φοβάται αυτό το οποίο χρειάζεται περισσότερο και, για αυτόν τον λόγο, το αντικείμενο, δηλαδή ο θεραπευτής, το πλαίσιο και η θεραπευτική διάταξη στο σύνολό της, πρέπει να είναι αρκετά ελαστικά, “εύπλαστα” (” malléables”) (M. Milner, 1976, 1990) και προικισμένα με αφηγηματικότητα για να μην είναι απειλητικά.

Αυτές οι παρατηρήσεις επάνω στις ψυχοθεραπείες εφήβων αφορούν, πρωταρχικά, στις ατομικές ψυχοθεραπείες αλλά ισχύουν, επίσης, μας φαίνεται, για τις οικογενειακές θεραπείες οι οποίες, εξελισσόμενες, δίνουν χώρα σε συνθήκες ομάδας που θυμίζουν λίγο-πολύ αυτές των συνδυασμένων θεραπειών γονέων-βρέφους.

Η έννοια του “διευρυμένου ψυχικού χώρου” (” espace psychique élargi “) (P. Jeammet, 1980), που συχνά αναφέρεται για να αποδώσει κάποιες όψεις της ψυχικής λειτουργίας των εφήβων, ίσως βρίσκει έναν προάγγελό της στο βρέφος, σε αυτό που συνηθίζεται στο εξής να ονομάζουμε δυαδικό ή τριαδικό χώρο. Αυτές οι διάφορες έννοιες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο επίπεδο της θεραπευτικής διάταξης και δείχνουν καλά, στους εφήβους όπως και στα βρέφη, ότι καμιά παραίτηση δεν επιβάλλεται όσον αφορά τα κλασσικά ψυχαναλυτικά σημεία αναφοράς, αρκεί κάποιος να δώσει στον εαυτό του τα μέσα να ξανασκεφθεί λίγο την τοπική οπτική γωνία.

4/ Ποιες είναι οι απαιτούμενες ικανότητες για τους θεραπευτές βρεφών ή εφήβων;

Είναι, φυσικά, οι ικανότητες που είναι σημαντικές για κάθε θεραπευτή αλλά οι οποίες φαίνονται ιδιαιτέρως απαραίτητες για τις δύο αυτές ηλικίες της ζωής.

– Είναι, πρώτα απ’όλα, σημαντικό ο θεραπευτής να έχει μπορέσει να παραιτηθεί από την κλασσική φαντασίωση του επανορθωτή υπερ-γονέα, γιατί το να ασχοληθείς με ένα βρέφος  ή με έναν έφηβο, σκεπτόμενος ότι οι δυσκολίες του οφείλονται στην άλφα ή βήτα ανεπάρκεια των γονέων του, δεν μπορεί, στην πράξη, παρά να ενισχύσει την κατάθλιψη αυτών των ασθενών, οι οποίοι στο εξής αισθάνονται ντροπή και/ή ενοχή που δεν ήξεραν να καταστήσουν τους γονείς τους επαρκώς καλούς (H. Searles, 1981).

– Είναι σημαντικό, στη συνέχεια, ο θεραπευτής να είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητος στις προβολές και στην ενσυναίσθηση (empathie), μέσα από την αντιμεταβίβασή του, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της αναλογικής επικοινωνίας στα βρέφη και τους εφήβους, επικοινωνία που πρέπει κανείς να μάθει να αποκωδικοποιεί.

– Μια διαθεσιμότητα για διαδραμάτιση (” enactment ” ή ” enaction “), (S. Lebovici, 1994), φαίνεται επίσης ότι είναι πολύ χρήσιμη σε αυτές τις θεραπείες, των οποίων η δυναμική είναι, μερικές φορές, πολύ γρήγορη και πολύ έντονη.

– Η συχνή παρουσία των πραγματικών γονέων προϋποθέτει επίσης την ικανότητα του θεραπευτή να εργασθεί επάνω στην υπόθεση της “αντεστραμμένης μεταβίβασης” ” (S. Tisseron, 1985), δηλαδή επάνω σε αυτήν την ιδιαίτερη μορφή μεταβίβασης στο πλαίσιο της οποίας ο ασθενής τοποθετεί τον θεραπευτή στη θέση του παιδιού και τον κάνει να νοιώσει, μέσω προβολής, αυτό που μπόρεσε ο ίδιος να ζήσει μέσα στη σχέση του με τα γονικά μορφοείδωλα.  Αυτές οι ειδικές μεταβιβάσεις είναι συχνά σχετικά μαζικές και χαρακτηρίζονται από μια έντονη ναρκισσιστική ή κολλητική διάσταση.

– Αναμφισβήτητες σε κάποιες περιστάσεις στους εφήβους, μπορούμε φυσικά να συζητήσουμε για την ύπαρξή τους στα βρέφη. Στην πραγματικότητα, το ειδικό διαδραστικό στυλ στο οποίο οδηγεί ένα βρέφος στη σχέση του με τον καθένα από τους ενηλίκους παρτενέρ του – και κυρίως με τον ενήλικο θεραπευτή – βρίσκεται εγχαραγμένο ακριβώς στη διασταύρωση του προσωπικού τμήματος του βρέφους και των ιδιαιτεροτήτων της λειτουργίας του ενηλίκου, αλλά αυτά τα δύο συστατικά “διηγούνται”, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από την πρώτη ιστορία του καθενός των δύο πρωταγωνιστών της συνάντησης (η πρώιμη διαδραστική ιστορία του παιδιού, το βρέφος που ο ενήλικος ήταν).

Εξαιτίας αυτού, η κάθε μια από τις δύο αναφορές, η κάθε μια από τις δύο αφηγήσεις ξαναφέρνουν στην παρούσα διάδραση τα ίχνη των πρωταρχικών ενηλίκων μορφοειδώλων του βρέφους και του ενηλίκου θεραπευτή, και, εάν ο τελευταίος είναι αρκετά ευαίσθητος απέναντι σε αυτό, μπορεί να αισθανθεί τις διαδραστικές επαγωγές του βρέφους, με το οποίο ασχολείται, σαν να του μιλάει για τις πρώτες συναντήσεις σχέσεων που αυτό το βρέφος έχει βιώσει. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, το να μιλήσει κανείς για αντεστραμμένη μεταβίβαση απέχει ένα βήμα, που θα ήταν ίσως συζητήσιμο αν πρέπει να κάνει υπερβολικά γρήγορα, ακόμη και εξαιτίας των επιφυλάξεων που διατυπώθηκαν προηγουμένως σχετικά με την ίδια την έννοια της μεταβίβασης στα βρέφη, αλλά έχουμε να κάνουμε, παρ’όλα αυτά, με μια δυναμική, της οποίας τις αναλογίες θα μπορούσε να αποδειχθεί γόνιμο να θεωρήσουμε.

– Τέλος, η “ευπλαστότητα” του θεραπευτή  (M. Milner, 1990) και η αφηγηματικότητά του είναι πραγματικά κρίσιμης σημασίας, δεν θα επανέλθουμε σε αυτό το θέμα παρά μόνο για να επιμείνουμε επάνω στο ρόλο αυτών των ιδιαιτέρων ικανοτήτων ως βοήθεια στις διαδικασίες υποκειμενοποίησης και εξωψυχικής διαφοροποίησης.

Όλα αυτά κάνουν ώστε οι κεντρικές ικανότητες των θεραπευτών βρεφών ή εφήβων να είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία, η ικανότητα να βρουν τη “σωστή απόσταση” (M. Bouvet, 1985) απέναντι στους ασθενείς, κάτι το οποίο, εννοείται, είναι πολύ πιο εύκολο να το πει κανείς παρά να το κάνει

Κάποιες τεχνικές σημειώσεις

          Χωρίς καμιά κατάταξη με σειρά σπουδαιότητας, θα αναφέρουμε εδώ μόνο :

– Τη σημασία του διαδραστικού στυλ από την πρώτη συνάντηση με τους εφήβους ή με τις δυάδες ή τις τριάδες γονέα(ων)-βρέφους. Από αυτό εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, όλο το μέλλον της συμμαχίας και της θεραπευτικής διαδικασίας.

– Τη σημασία ενός πλαισίου σχετικά εύκαμπτου αλλά σταθερού, που επιτρέπει την καταγραφή μιας καλά επεξεργασμένης αμφισεξουαλικότητας. Κάθε πλαίσιο αποδεικνύεται τελικά θεμελιακά αμφισεξουαλικό (D. Houzel, 1997) αφού περιλαμβάνει πάντοτε μιαν εμπεριέχουσα διάσταση (μητρική ή θηλυκή) και μια διάσταση ορίων (πατρική ή ανδρική) της οποίας η ποιότητα απαρτίωσης καθορίζει, εν μέρει, το αποτέλεσμα των παρεμβάσεων μας.

– Τη σημασία της λεκτικοποίησης των συναισθημάτων και των αισθήσεων δίπλα από αυτό που είναι κυριολεκτικά ερμηνευτική εργασία, η οποία, φυσικά, δεν πρέπει να παραμεληθεί.

– Τη σημασία, τέλος, της ομάδας γύρω από τα βρέφη ή των συν-θεραπειών με τους εφήβους, των οποίων ο προσεκτικός χειρισμός επιτρέπει να αποφευχθούν οι κίνδυνοι διχασμού ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή, διχασμός ο οποίος αντιπροσωπεύει πάντοτε τον νούμερο ένα δημόσιο κίνδυνο τόσο για τα βρέφη όσο και για τους εφήβους.

Θα μπορούσαμε βεβαίως να αναφέρουμε και άλλες τεχνικές πλευρές, που φαίνονται κοινές στις θεραπείες με τα βρέφη και στις θεραπείες με τους εφήβους. Ας πούμε μόνο ότι η προσοχή του θεραπευτή, με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο “προσοχή” ο Bion, και η ιστορικοποίηση του υλικού είναι πιθανώς οι κεντρικοί κρίκοι των θεραπευτικών επιδράσεων επάνω σε αυτούς τους ασθενείς, των οποίων το σώμα και η συμπεριφορά προσφέρουν, χωρίς αμφιβολία, ένα κεντρικό και, μερικές φορές, κυρίαρχο κλινικό υλικό.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Για να κλείσουμε αυτές τις σελίδες, αναγκαστικά σύντομες, θα λέγαμε μόνο ότι τα βρέφη και οι έφηβοι απαιτούν από μας ιδιαιτέρως να τους ακούσουμε σε αυτό το τριπλό επίπεδο, επάνω στο οποίο επιμένει τόσο πολύ ένας συγγραφέας όπως ο A. Ferro (1997) :  ένα φροϋδικό ιστορικό επίπεδο, ένα κλαϊνικό φαντασιακό επίπεδο και ένα, τέλος, σύμφωνα με τον Bion επίπεδο, που επικεντρώνεται στο εδώ και το τώρα της σχέσης του ασθενούς με τον θεραπευτή.

Το ερώτημα, για ακόμη μια φορά, δεν είναι να θέλουμε να υπάρξει σύγχυση ανάμεσα στην προβληματική των βρεφών και σε αυτήν των εφήβων αλλά, μόνο, να δείξουμε ότι η κάθε μια από τις δύο αυτές ηλικίες της ζωής είναι ίσως ικανή να φωτίσει την άλλη, στο πλαίσιο μιας δυναμικής διπλής κατεύθυνσης, η οποία βρίσκεται, η ίδια, στην καρδιά της φροϋδικής θεωρίας του εκ των υστέρων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ  ΑΝΑΦΟΡΕΣ           
  • Ammaniti M., Van Ijzendoorn M.H., Speranza A.M. & Tambelli R. (2000), Internal working models of attachment during late childhood and early adolescence: an exploration of stability and changeAttachment & Human Development, 2000, 2, 3, 328-346.
  • Baron-Cohen S., Leslie A.M. & Frith U. (1985), Does the autistic child have a ” theory of mind ” Cognition, 1985, 21, 37-46.
  • Bergeret J. (1984), La violence fondamentale, Dunod, Coll. ” Psychismes “, Paris, 1984.
  • Bion W.R. (1970), Attention and interpretation,Tavistock Publications, London, 1970.
  • Bretherton I. (1990), Communication patterns – Internal working models and the Intergenerational transmission of attachment relationships, Infant Mental Health Journal, 1990, 11, 3, 237-252.
  • Bollas Ch. (1996), Les forces de la destinée – La psychanalyse et l’idiome humain, Calmann-Lévy, Paris, 1996.
  • Bouvet M. (1985), La relation d’objet (Névrose obsessionnelle, Dépersonnalisation) Payot, Bibliothèque Scientifique, Coll. ” Science de l’Homme “, Paris, 1985.
  • Carlson E.A. (1988), A prospective longitudinal study of attachment disorganization/disorientation, Child Development, 1988, 69, 4, 1107-1128.
  • Cramer B. et Palacio-Espasa F. (1993), La pratique des psychothérapies mères-bébés – Etudes cliniques et techniques, P.U.F., Coll. ” Le fil rouge “, Paris, 1993 (lère éd.)
  • Cramer B. et Palacio-Espasa F. (1994), Les bébés font-ils un transfert ? Réponse à Serge Lebovici, La Psychiatrie de l’enfant, 1994, XXXVII, 2, 429-441.
  • Daws D. (1999), Les enfants qui ne dorment pas la nuit, Payot, Coll. ” Désir “, Paris, 1999.
  • Debray R. (1987), Bébés/mères en révolte. Traitements psychanalytiques conjoints des déséquilibres psychosomatiques précoces, Le Centurion, col. ” Païdos “, Paris, 1987.
  • Ferro A. (1997), L’enfant et le psychanalyste – La question de la technique dans la psychanalyse des enfants, Erès, Coll. ” Des travaux et des jours “, Ramonville Saint-Agne, 1997.
  • Fonagy P. & Target M. (1997), Attachment and reflexive function: their role in self-organization, Development and Psychopathology, 1997, 9, 679-700.
  • Fonagy P. (1999), La compréhension des états psychiques, l’interaction mère-enfant et le développement du self, Devenir, 1999, 11, 4, 7-22.
  • Fonagy P. (2001), Développement de la psychopathologie de l’enfance à l’âge adulte : le mystérieux déploiement des troubles dans le temps, La Psychiatrie de l’enfant, XLIV, 2, 2001, 333-369.
  • Fraiberg S. (1975), Fantômes dans la chambre d’enfants, La Psychiatrie de l’enfant, 1983, XXVI, 1, 57-98.
  • Fraiberg S. (1999), Fantômes dans la chambre d’enfants, P.U.F., Coll. ” Le fil rouge “, Paris, 1999 (lère éd.).
  • Frith U. (1992), L’énigme de l’autisme, Editions Odile Jacob, Coll. ” Sciences humaines “, Paris, 1992.
  • Golse B. (1999), Attachement, modèles internes opérants internes et métapsychologie ou comment ne pas jeter l’eau du bain avec le bébé ?, 83-98, In : Du corps à la pensée (B. Golse) P.U.F., Coll. ” Le fil rouge “, Paris, 1999 (lère éd.).
  • Golse B. (2000), La pulsion d’attachement : info ou intox ?, 119-130, In : L’attachement – Perspectives actuelles (sous la direction de D. Cupa), Editions E.D.K., Coll. ” Pluriels de la psyché “, Paris, 2000.
  • Grossmann K.E. et K. (1998), Développement de l’attachement et adaptation psychologique du berceau au tombeau, Enfance, 1998, 3, 44-68.
  • Houzel D. (1997), Le bébé et son action sur l’équipe, Devenir, 1997, 9, 2, 7-19.
  • Jeammet Ph. (1980), Réalité externe et réalité interne. Importance et spécificité de leur articulation à l’adolescence, Revue Française de Psychanalyse, XLIV, 3-4, 481-521.
  • Klein M. (1968), Essais de psychanalyse, Paris, Payot, 1968.
  • Laplanche J. (1986),  De la théorie de la séduction restreinte à la théorie de la séduction généralisée, Etudes freudiennes, 1986, 27, 7-25.
  • Laplanche J. (1987), Nouveaux fondements pour la psychanalyse, P.U.F., Coll. ” Bibliothèque de Psychanalyse “, Paris, 1987 (lère éd.).
  • Laufer M. et Laufer M.E. (1989), Adolescence et rupture du développement – Une perspective psychanalytique, P.U.F., Coll. ” Le fil rouge “, Paris, 1989 (lère éd.).
  • Laufer M. et Laufer M.E. (1993), Rupture du développement et traitement psychanalytique à l’adolescence – Etudes cliniques, P.U.F., Coll. ” Le fil rouge “, Paris, 1993 (lère éd.).
  • Lebovici S. (1994), Empathie et ” enactment ” dans le travail de contre transfert, Revue Française de Psychanalyse, 1994, LVIII, 5, 1551-1561.
  • Lebovici S. (1994), La pratique des psychothérapies mères-bébés par Bertrand Cramer et Francisco Palacio-Espasa, La Psychiatrie de l’enfant, 1994, XXXVII, 2, 415-427.
  • Male P., Doumic-Girard A., Benhamou F. et Schott M.-C. (1975), Psychothérapie du premier âge P.U.F., Coll. ” Le fil rouge “, Paris, 1975 (lère éd.).
  • Milner M. (1976), L’inconscient et la peinture, P.U.F., Coll. ” Le fil rouge “, Paris, 1976 (lère éd.).
  • Milner M. (1990), Le rôle de l’illusion dans la formation du symbole – Les concepts psychanalytiques sur les deux fonctions du symbole, Journal de la psychanalyse de l’enfant, 1990, 8, 244-278.
  • Searles H. (1981), Le contre-transfert, Gallimard, Coll. ” Connaissance de l’Inconscient “, Paris, 1981.
  • Soulé M. (1980), Les souhaits de mort en pédiatrie du nouveau-né, 66-78, In : Mère mortifère, mère meurtrière, mère mortifiée (sous la direction de M. Soulé), E.S.F., Paris, 1980 (3ème éd.).
  • Stern D.N. (1989), Le monde interpersonnel du nourrisson – Une perspective psychanalytique et développementale, P.U.F., Coll. ” Le fil rouge “, Paris, 1989 (lère éd.).
  • Tisseron S. (1985), Le patient-parent et le thérapeute-enfant. A propos de quelques difficultés thérapeutiques et de leur interprétation, L’Evolution Psychiatrique, 1985, 50, 1, 173-185.
  • Waters E., Merrick S., Treboux D., Crowell J. & Albersheim L. (2000), Attachment security in infancy and early adulthood: a twenty-year longitudinal study, Child Development, 2000, 71, 3, 684-689.
  • Watillon-Naveau A. (1996), Essai d’élaboration théorique des thérapies conjointes : magie ou psychanalyse ? Revue Belge de Psychanalyse, 1996, 28, 51-65.
  • White B. (1998), L’évolution d’un modèle, Devenir, 1998, 10, 4, 7-22.
  • Winnicott D.W. (1971) Jeu et réalité – L’espace potentiel, Gallimard, Coll. ” Connaissance de l’Inconscient “, Paris, 1975 (lère éd.).

Pr Bernard Golse

Service de pédopsychiatrie

Hôpital Necker-Enfants Malades

149, rue de Sèvres

75015 Paris

  • (Απόδοση στα ελληνικά  Χρήστος Ζερβής)
  • [1]. Κείμενο που συντάχθηκε για το περιοδικό La Psychiatrie de l’enfant με βάση τη διάλεξη που δόθηκε στο Porto Alegre (Brésil), στις 26 Σεπτεμβρίου 2000, έπειτα από πρόσκληση του καθηγητού  S. CELIA.
  • [2]. Παιδοψυχίατρος-ψυχαναλυτής. Διευθυντής της παιδοψυχιατρικής κλινικής του Νοσοκομείου Necker-Enfants Malades (Paris). Καθηγητής ψυχιατρικής του παιδιού και του εφήβου στο Πανεπιστήμιο René-Descartes (Paris V).
Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com

Pin It on Pinterest

Share This