Αθηνά Αθανασίου

Τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, στο επίκεντρο των κριτικών αναθεωρήσεων του καρτεσιανού υποκειμένου στο πλαίσιο της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της φεμινιστικής θεωρίας, της ψυχαναλυτικής θεωρίας και των μετααποικιακών σπουδών, τίθεται συστηματικά το ζήτημα της ετερότητας που ενοικεί στην καρδιά κάθε ταυτότητας (έμφυλης, φυλετικής, εθνικής, εθνοτικής). Στο κείμενο αυτό θα επιχειρήσω να διερευνήσω τους τρόπους με τους οποίους το “ξένο”, η ετερότητα, λειτουργεί ως απαραίτητη συνθήκη συγκρότησης της υποκειμενικότητας. Ως αφετηρία θεώρησης της ηθικοπολιτικής σχέσης του υποκειμένου με τους άλλους του, η διερεύνηση της ξενότητας αποτελεί προνομιακό πεδίο συνομιλίας της κοινωνικής ανθρωπολογίας με την ψυχαναλυτική θεωρία.

Αναγνωρίζοντας τη σημαντική συμβολή του Freud στην αναθεώρηση του συνειδητού υποκειμένου, ο Lacan θεωρεί ότι είναι ακριβώς αυτή η ανατροπή του υποκειμένου ως cogito που καθιστά δυνατή την ψυχανάλυση. Η ριζική ετερότητα του υποκειμένου ως προς τον εαυτό του είναι όχι μόνο το υποκείμενο της ψυχανάλυσης αλλά και το πεδίο μιας πολιτικής του κοινωνικού υποκειμένου – μιας πολιτικής του αδύνατου, που διακυβεύεται στην αέναη αιώρηση του υποκειμένου μεταξύ έλλειψης και ταύτισης. Το υποκείμενο τόσο της ανθρωπολογικής όσο και της ψυχαναλυτικής θεωρίας υπόκειται στη δικαιοδοσία ενός άλλου.

Σε αυτό το πλαίσιο κριτικής αναθεώρησης του συνειδητού, αυτοτελούς και κυριαρχικού υποκειμένου θα κινηθούν οι σκέψεις που ακολουθούν, με έμφαση στην περίπλοκη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική συγκρότηση του υποκειμένου και την εννοιολόγηση της ετερότητας, μια σχέση που κατέχει κρίσιμη θέση τόσο στο ανθρωπολογικό όσο και στο ψυχαναλυτικό εγχείρημα.  Μια και το συνέδριο είναι αφιερωμένο στη θέση που κατέχουν οι μύθοι στην ψυχανάλυση, θα ήθελα να εστιάσω εδώ στο θεμελιώδες αφήγημα του Οιδίποδα, αυτόν τον παραδειγματικό μύθο της ψυχανάλυσης, και ειδικότερα στη σχέση ανάμεσα στη μορφή του Οιδίποδα με τη μυθική ετερότητά του, τη Σφίγγα.

Ας ξεκινήσουμε με τις αντινομίες που συνθέτουν την ίδια τη μορφή του Οιδίποδα: Αυθάδης σκεπτικιστής και έκπτωτος ήρωας, εγκαταλελειμμένο νήπιο και θριαμβευτής κυρίαρχος, αυτόνομος και απόβλητος, ο πρώτος φιλόσοφος για τον Χέγκελ και ο τελευταίος για τον Νίτσε, εμβληματική μορφή της φροϊδικής ψυχανάλυσης.  Στις πολλαπλές μορφές του Οιδίποδα αποτυπώνονται οι επίμαχες αντινομίες της σύγχρονης κοινωνικής σκέψης: ετερονομία και αυτονομία, ανήκειν και ανεστιότητα, κυριαρχία και οριακότητα, το σώμα του κυρίαρχου και το μέλλον του πολιτικού σώματος.

Θα ήθελα να προτείνω να επικεντρωθούμε σε δύο κρίσιμες στιγμές στη διαδρομή του Οιδίποδα, οι οποίες ωστόσο παρέμειναν, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, στη σκιά της ψυχαναλυτικής αξιοποίησης του μύθου: αφενός τη συνάντηση του Οιδίποδα με τη Σφίγγα, τη θηλυκόμορφη τερατότητα, και αφετέρου το ξέσπασμα του λοιμού, σημείο αφετηρίας της τραγωδίας του Σοφοκλή.  Στην μεν πρώτη, ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με το ιερό αίνιγμα της ανθρώπινης κατάστασης, ενώ στη δεύτερη η πόλη, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης που επιβάλλει ο λοιμός, έρχεται αντιμέτωπη με τη θνητότητά της.  Θα ήθελα να υποστηρίξω ότι οι δύο αυτές οριακές στιγμές του οιδιπόδειου αφηγήματος, στην περίπλοκη συνάρθρωσή τους, υποδεικνύουν τη διττή καταστατική ισχύ της ετερότητας, ως δεσμευτική συνθήκη που εξασφαλίζει τη συνοχή του κοινωνικού σώματος, ενώ, ταυτόχρονα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της ρήξης και του διαμελισμού.

Διαβάζοντας λοιπόν την ιστορία που αφηγείται το σημαδεμένο σώμα του Οιδίποδα, στην άρρηκτη σύνδεσή του με το τραυματισμένο σώμα της πόλης και με το τερατώδες σώμα της Σφίγγας, ας επιχειρήσουμε να φωτίσουμε τους τρόπους με τους οποίους η συγκρότηση του εαυτού επιτελείται μέσω της συνάντησης με το λόγο του άλλου.

Στη “θεραπευτική ομιλία” (ή, “ομιλούσα θεραπεία”), όπως έχει ονομαστεί η ψυχανάλυση, θεμελιώδη ρόλο παίζει η ανάκληση στη μνήμη οδυνηρών, κυρίως, στιγμών και μη αναπαραστάσιμων γεγονότων. Η ενθύμηση λαμβάνει χώρα στη γλώσσα· αποκαθιστά την ιστορική σχέση με τη γλώσσα. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα της ψυχαναλυτικής αφηγηματοποίησης ανάγονται ήδη στην εποχή της ύπνωσης, στα νηπιακά, στα πρώτα βήματα της ψυχανάλυσης, όταν η θεραπεία του “διχασμού της προσωπικότητας” απέβλεπε, μέσω της μεθόδου της υπνωτικής υποβολής, στην αποκατάσταση της “πραγματικής” ταυτότητας του/της ασθενή μέσα από την ανάκτηση μνημών από παρελθούσες τραυματικές εμπειρίες.

Την ώρα της ύστατης δοκιμασίας που υφίσταται η πόλη εξαιτίας του λοιμού, ο Οιδίπους καλείται να ανακτήσει την αφήγηση της δικής του καταγωγής, της δικής του οδυνηρής νηπιακής ηλικίας. Αυτή ακριβώς η αφηγηματική αυτο-απεικόνιση του εαυτού θα αφορούσε μάλιστα και την υπέρβαση της νηπιακότητας ως έλλειψης ομιλίας (νήπιος: αυτός που δεν μιλάει [νε-έπος, in-fans]).  Θα έπρεπε, δηλαδή, να αφορά, την έλευση του Οιδίποδα στη γλώσσα. Η προσχώρηση στη γλώσσα και στο σύμπαν των συμβόλων συνδέεται αναπόφευκτα με την εμπειρία ενός αμνημόνευτου θανάτου: του θανάτου της νηπιακότητας, ο οποίος σημαδεύει ανεξίτηλα κάθε ομιλία.

Η μαστιζόμενη πόλη απαιτεί σθεναρά από τον Οιδίποδα να πάψει να είναι νήπιο· περιμένει από αυτόν να αναλάβει τη δέσμευση να αποκαταστήσει τη δική του ταυτότητα και να την εκθέσει στη συνειδητότητα του βλέμματος και της γλώσσας της πόλης. Ο Οιδίπους καλείται να επαν-εγκαινιάσει το ασυνείδητό του –δηλαδή, να αναγνωρίσει αυτό που έχει παραμείνει παραγνωρισμένο –αρθρώνοντας σε λόγο τις πιο ενδόμυχες, αμνημόνευτες και ανείπωτες πτυχές της ιστορίας του. Η επιθανάτια κατάσταση της πόλης –η αναμέτρηση της πόλης με τη θνητότητά της- γίνεται ο υποβολέας της αποστολής που καλείται να επιτελέσει ο κυρίαρχος: να ανακαλέσει στη μνήμη τον ίδιο του τον εαυτό, να εδραιώσει τη συνοχή και την ακεραιότητά του.

Η πόλη, λοιπόν, εγκαλεί τον Οιδίποδα να “δει”. Τον εξωθεί να καταστήσει τον εαυτό του παρόντα και ορατό στον εαυτό του και στην κοινότητα.  Με άλλα λόγια, παραδίδοντας τον εαυτό του στις μη αφηγήσιμες περιπέτειες της αυτο-αφήγησης, ο Οιδίπους καλείται να παραδοθεί ταυτόχρονα στο πολιτικό σώμα.  Η πάσχουσα πόλη επιχειρεί να αποκτήσει πρόσβαση στη ζωή του Οιδίποδα και στα τραυματικά αινίγματα που τη συνθέτουν.

 Ωστόσο, αυτή η αναστοχαστική αφηγηματικότητα αποτελεί μια τραυματική εμπειρία, η οποία μάλιστα βιώνεται με μια σχετική καθυστέρηση, όπως μας έχει διδάξει ο Φρόιντ. Το πέρασμα του Οιδίποδα από την έκθεση της νηπιακής ηλικίας στην ολοκληρωτική έκθεση στο φως της αλήθειας (αυτο-τύφλωση) πραγματοποιείται βήμα με βήμα, με τον αργό βηματισμό ενός ανθρώπου με πληγωμένα πόδια. Η ανάκτηση της τραυματικής καταγωγής του Οιδίποδα διαδραματίζεται στον κοινό τόπο της ιστορικότητας της πόλης. Η αναζήτηση της θέσης του μέσα στην οικογένεια εμπλέκει τον Οιδίποδα σε μια νέα τοπολογία: βαδίζει πέρα από τα εδάφη της πόλης, πέρα από τα όρια που θέτουν οι εντολές και οι απαγορεύσεις του Νόμου ο οποίος ρυθμίζει την επιθυμία, τη σεξουαλική συμμαχία και τις σχέσεις συγγένειας. Ο Οιδίπους προκαλεί το έσχατο τραύμα στην όρασή του, αυτόν τον “αρχέτυπο” τόπο της γνώσης και της μνήμης της κοινότητας. Ξαφνικά, αυτό που ήταν αόρατο γίνεται υπερβολικά ορατό και εκτυφλωτικά παρόν.

Ο Φρόιντ όρισε το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν έχει ακόμα αφομοιωθεί πλήρως η τραυματική εμπειρία ως μια περίοδο απώθησης και λήθης: ένα χρονικό χάσμα μεταξύ του τραυματικού γεγονότος και της μερικής επιστροφής του με τη μορφή νευρωτικών συμπτωμάτων. Το αρχικό συμβάν που προκάλεσε το τραύμα λησμονιέται· μετά από μια λανθάνουσα περίοδο, ωστόσο, επιστρέφει και πάλι με την εμφάνιση μιας νεύρωσης (“τραυματική νεύρωση”) – μιας ασυναίσθητης και μερικής επανενεργοποίησης του απωθημένου υλικού (Moses and Monotheism, Standard Edition, 23:80). Το υποκείμενο του τραύματος δεν είχε πλήρη συνείδηση του τραυματισμού του: απομακρύνθηκε από τον χρόνο και τον τόπο του τραύματος “φαινομενικά αλώβητο”, γράφει ο Φρόιντ. Και επισημαίνει: “Ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ του ατυχήματος και της πρώτης εμφάνισης των συμπτωμάτων αποκαλείται ‘περίοδος επώασης’ – σαφής αναφορά στην παθολογία της μολυσματικής ασθένειας” (84; 67).

Στο οιδιπόδειο αφήγημα, το τραύμα βιώθηκε μόνο μέσα από την ίδια την χρονική υστέρησή του: στα αλληλένδετα πάθη του ήρωα και της πόλης του.  Η πρώιμη τραυματική εμπειρία του νήπιου Οιδίποδα, όταν ο πατέρας του (ή η μητέρα του, σύμφωνα με άλλες εκδοχές του μύθου) του τρύπησε τους αστραγάλους και τον εγκατέλειψε στον Κιθαιρώνα, υποδεικνύει ότι το τραύμα αναδύεται ως καταστατικό συστατικό του υποκειμένου και όχι ως εξωγενής δύναμη που ενσκήπτει στο προ-ϋπάρχον υποκείμενο. Στην περίπτωση του Οιδίποδα, το τραύμα παίρνει τη χαρακτηριστική μορφή της μιαρότητας: το μολυσματικό οίδημα των πρησμένων ποδιών του, η μιασματική σεξουαλική/συγγενική του ένωση, αλλά και η μολυσματική επιδημία που μαστίζει την πόλη του.

Ενώ η πόλη επιχειρεί να κάμψει την αντίσταση του αμνησιακού Οιδίποδα, ο Οιδίπους και η πόλη εμπλέκονται σε μια αμοιβαία απαίτηση για εν-όραση (ο ήρωας ζητά να μάθει την καταγωγή του, η πόλη ζητά θεραπεία). Η πόλη καλεί τον Οιδίποδα να βρει τον δολοφόνο του Λαΐου (το μίασμα)· στην πραγματικότητα όμως καλεί τον κυρίαρχο να “βρει τον εαυτό του” και να επαν-ενσαρκώσει το πολιτικό σώμα. Μέσω της ανακάλυψης του “ονόματος του πατρός”, ο γιος θα διαβεί το κατώφλι της οιδιπόδειας σκηνής και θα εισέλθει στη συμβολική τάξη. Καθώς ο αναλυόμενος-Οιδίπους εξωθείται από την πόλη να ανατάξει τα μνημονικά ίχνη των πρώιμων χρόνων της οικογενειακής του ζωής, της στιγμής που, ως παιδί, προσχώρησε στη γλώσσα και στο διαχωρισμό του εαυτού από τον άλλο, το πεπρωμένο του είναι δεμένο με το νόμο της πόλης.

Η συναθροισμένη τραυματισμένη πόλη απευθύνεται σε έναν Οιδίποδα “τυφλό”, στον ηγέτη που αγνοεί το βαθμό στον οποίο η προσωπική του ιστορία ζωής εμπλέκεται στην οδύνη της πόλης. Ο άπολις Οιδίπους –αυτός που η καταγωγή του είναι η εγκατάλειψη– καλείται να λογοδοτήσει ενώπιον της πόλης. Το τραύμα του Οιδίποδα διαδραματίζεται ενώπιον της πόλης· παίζεται σε αυτόν τον τόπο της οδύνης που έχει γίνει η πόλη. Μια θεραπευτική διαδικασία υποβολής που “ανοίγει τα μάτια” του Οιδίποδα βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.

Ο λοιμός εμφανίζεται ως σύμπτωμα της μη αναπαραστασιμότητας του τραύματος.  Ενώ ο ίδιος ο Οιδίπους αποτελεί το σύμπτωμα στο πάσχον και τραυματισμένο σώμα της πόλης, ένα ξένο σώμα, η μαστιζόμενη πόλη αποτελεί σύμπτωμα της καθυστερημένης ανα-βίωσης του τραύματος του Οιδίποδα. Η πόλη της Θήβας εμφανίζεται εδώ σε ρόλο ψυχαναλυτή: η θεραπευτική της ακρόαση επιδιώκει να αφυπνίσει το τραυματισμένο υποκείμενο προσφέροντάς του τη δυνατότητα να αποκαταστήσει μια ευνόητη αφήγηση.

Στο οιδιπόδειο αφήγημα, το γρίφο της ανθρώπινης ζωής αναπαριστά η μορφή μιας τερατώδους θηλυκότητας. Στη σκηνή της νικηφόρας αναμέτρησης του Οιδίποδα με τη Σφίγγα απεικονίζεται η ανάγκη του ήρωα να υποτάξει τη θηλυκόμορφη τερατώδη και αινιγματική ετερότητα, προκειμένου να εδραιώσει τον ανδρισμό του και να διακηρύξει την κυριαρχία του. Η ακαθόριστη φύση του τερατώδους σώματος της Σφίγγας –που παραπέμπει στη ζωική και ταυτόχρονα στην ανθρώπινη ιδιότητα– αναστατώνει την κατανοήσιμη τάξη της ενσώματης υποκειμενικότητας. Η Σφίγγα είναι και δεν είναι άνθρωπος· είναι και δεν είναι γυναίκα·  πρωτοτυπική και παραγώγιμη, αρχέτυπη και οριακή – τα δύο ταυτόχρονα. Όντας ταυτόχρονα το Ίδιο και το Άλλο, το σεξουαλικά ακαθόριστο τέρας –τρομακτικό και συνάμα θαυμαστό– είναι η ενσάρκωση “αλληλοσυγκρουόμενων λόγων περί του ενσώματου εαυτού” (Braidotti, Between Monsters, p. 150). Η κατηγορική οριακότητα της Σφίγγας ως προς την κανονική ανθρώπινη υποκειμενικότητα τη συνδέει στην μυθολογία με το θάνατο –η μορφή της τοποθετούνταν ως φύλακας των νεκρών στους τάφους -καθώς επίσης και με την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα –στο δημώδες λεξιλόγιο της ύστερης αρχαιότητας η λέξη “σφίγγα” χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει την πόρνη (Marie Delcourt 1944).

Η Σφίγγα είναι ένα φτερωτό ζώο, και όμως πέφτει. Μόλις ο Οιδίπους απαντά στο αίνιγμά της (δίνοντας την απάντηση “ο άνθρωπος”), αυτή ρίχνεται από το βράχο όπου στεκόταν. Η αυτοκτονική πτώση της Σφίγγας μαρτυρά την έσχατη αναβολή του νοήματος, αλλά και τη θεαματική αποστροφή από την κατάσταση του Οιδίποδα, κι επομένως αποστροφή από την ιστορία, την κοινωνικότητα και τον πολιτισμό· επιστροφή στην άβυσσο της προοιδιπόδειας κατάστασης. Η πτώση της απειλητικής ετερότητας αποσοβεί τις ανατρεπτικές της δυνατότητες. Ο αποκηρυγμένος άλλος πρέπει να εκπέσει προτού εκτιναχθεί προς πράξεις ανατροπής· πρέπει να καταρριφθεί προτού αποπειραθεί να καταρρίψει την καθεστηκυία τάξη.

Ωστόσο, η οριακή αναπαράσταση του απειλητικού και αποκηρυγμένου άλλου απαιτεί την τροπολογική διαμεσολάβηση του γυναικείου γκροτέσκο, της θηλυκόμορφης ετερότητας. Η “γυναίκα” παρουσιάζεται με τη μορφή της αβύσσου, του τέρατος – ή και των δύο μαζί. Η έμφυλη κρισιμότητα της τροπικότητας του προσώπου απηχεί έναν άλλο μύθο της κλασικής αρχαιότητας, τον μύθο της Μέδουσας, όπου ο ήρωας Περσέας αποκεφαλίζει το τέρας με το καταστροφικό –ή καλύτερα ευνουχιστικό– βλέμμα, αφού στην ψυχανάλυση, ο αποκεφαλισμός έχει πράγματι ερμηνευτεί ως συμβολικός ευνουχισμός  (Freud [1922, 1940] καιFerenczi [1923]).  Στο δοκίμιό του για το κεφάλι της Μέδουσας, ο Φρόιντ συνδέει την αμφίσημη αλληλεπίδραση μεταξύ της σαγήνευσης και της αποστροφής –μια αμφισημία θεμελιώδη για την ψυχαναλυτική θεωρία της επιθυμίας- με το θέαμα των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Κυριευμένος από το άγχος του ευνουχισμού, ο άνδρας-θεατής αποκεφαλίζει την θηλυκή τερατότητα, αυτήν την “σκοτεινή ήπειρο” της κλασικής ψυχανάλυσης.

Η Σφίγγα, ωστόσο, κατέχει μια ξεχωριστή θέση στο τερατολογικό φαντασιακό· είναι το κατεξοχήν πρόσωπο της ετερότητας, ο εμβληματικός δαίμων· “δαίμων” ως διανομέας, αυτός/-ή που μοιράζει και κατανέμει (τη μοίρα), ταυτόχρονα όμως –σύμφωνα με το ομηρικό “δαίομαι”– αυτός/-ή που διαμελίζει και καταβροχθίζει. Έτσι, ο/η δαίμων διαμένει σε μια ενδιάμεση ζώνη: μεταξύ του διαμερισμού και του διαμελισμού, μεταξύ του νόμου και του νομαδισμού (Ντεριντά, Writing and Difference).  Αυτή η μοιραία, δαιμονική δισημία (νόμος-νομαδισμός) θέτει εκ νέου το ερώτημα πώς γίνεται να είναι κανείς νομάδας στον οίκο του νόμου· πώς γίνεται να είναι ξένος –δηλ. ανοίκειος επισκέπτης– στο νόμο του Οίκου, πώς είναι να είναι τέρας στο βασίλειο της ομοιότητας. Η Σφίγγα υπενθυμίζει ότι το τέρας δεν υπάρχει “εκεί έξω”, αλλάμέσα στην αστάθεια της διασωματικής, διϋποκειμενικής σχέσης μεταξύ Όμοιου και Άλλου.

Η ζωόμορφη ανθρωποφάγος Σφίγγα ενσαρκώνει τη διαφορά μέσα στην οικονομία του ίδιου –το τέρας μέσα στο κλουβί: την έμφυλη αλλά και φυλετική διαφορά που συνιστά το ριζικά “άλλο” της δυτικής μεταφυσικής.  Η τερατώδης μορφή της Σφίγγας σωματοποιεί παραδειγματικά τη γηγενή αιχμάλωτη στο περιθώριο της πολιτισμένης ανθρωπότητας (Spillers 1987).  Παλινδρομώντας μεταξύ σαγήνης και τρόμου, αποτελεί το πρότυπο αυτού που ο Hegel αποκάλεσε “αιώνια ειρωνεία της κοινότητας”. Το συμβολικό πεδίο της Σφίγγας είναι ο χώρος όπου η γυναίκα -και μάλιστα, θα προσθέταμε, ως μαύρη γυναίκα- κρατείται στη θέση της, δηλαδή στα όρια, στις παρυφές.  Η Σφίγγα αποτελεί την κατεξοχήν ενσάρκωση της πρωτόγονης ανθρωποφαγίας: είναι αυτή που εμβληματοποιεί τη δυτική φαντασίωση του κανιβαλισμού. Έτσι, στο αφήγημα του Οιδίποδα, η φυλετικά και σεξουαλικά σεσημασμένη μορφή της Σφίγγας δεν ενσαρκώνει μόνο το κατώφλι/διάβαση (passage) μεταξύ ανθρώπου και ζώου, αλλά επίσης και μεταξύ “πολιτισμένου” και “πρωτόγονου” (Ziarek 2005).

Η Σφίγγα κατοικεί στις παρυφές της πόλης· γίνεται η διάβαση από όπου περνά ο Οιδίπους, από όπου ο Οιδίπους-νήπιο ξεπερνά την ανεμελιά του και κατακτά την ομιλία, γίνεται άνδρας που γνωρίζει τον εαυτό κατακτώντας τη διαφορά –μετατρέπεται, δηλαδή, σε καρτεσιανό Cogito. Το όνομα “Οιδίπους”, από την άλλη, έχει υπάρξει τυπικά “ένα όνομα για τη Δύση”, όπως παρατηρεί ο Philippe Lacoue-Labarthe (8). Ο Οιδίπους -αυτός που δίνει απαντήσεις- έλυσε το αίνιγμα, σε μια σκηνή σημαίνουσας νοηματικής διολίσθησης μεταξύ μητροκτονίας (matricide) και τερατοκτονίας (monstricide). Έτσι, ο Jean-Joseph Goux (1993) ερμηνεύει τον οιδιπόδειο μύθο ως την τραγωδία μιας αποτυχημένης (ανδρικής) εκκίνησης. Βλέπει τη θέληση του Οιδίποδα να υποτάξει το τέρας-μητέρα ως εμβληματική για την ανάδυση ενός νέου homophilosophicus, ερείσματα του οποίου είναι η αποκήρυξη της τερατώδους ετερότητας και ο θρίαμβος της λογικής.  Γράφει χαρακτηριστικά: “Η τερατοκτονία είναι το σπουδαίο απροσδόκητο στοιχείο του φροϊδικού δόγματος” (σ. 25).

Η απάντηση του Οιδίποδα σκότωσε την ενσάρκωση της ανησυχητικής ξενότητας  που είναι η Σφίγγα. Ίσως όμως αυτό που οδήγησε τη Σφίγγα στη μοιραία πτώση ήταν όχι αυτή καθαυτή η απόκριση, αλλά μάλλον ο τρόπος με τον οποίο ο Οιδίπους σηματοδότησε το αίνιγμα ως εμπόδιο. Αυτό που οδήγησε τη Σφίγγα στην αυτοκτονία ήταν η κυριαρχική επιθυμία του Οιδίποδα να υπερβεί το εμπόδιο του ερωτήματος και να τιθασεύσει τη νομαδική διασπορά του νοήματος· η παρόρμησή του να απαντήσει σε μια επιτελεστική απεύθυνση με μια γνωστική ερμηνεία. Η απάντηση του Οιδίποδα δηλώνει την κατίσχυση της οντολογίας επί του μη-αποφασίσιμου, εγκαινιάζοντας, έτσι, τη μεταφυσική της επίλυσης.

Ωστόσο, το τέλος του μύθου υπαινίσσεται ότι η κρυπτογραφική απεικόνιση του Άλλου στη μορφή της Σφίγγας δεν ηττήθηκε ολοκληρωτικά από τον Οιδίποδα. Η “απάντηση” δεν βρισκόταν στη διάθεση του γνωστικού υποκειμένου-Οιδίποδα. Το ερώτημα που έθεσε τελετουργικά η Σφίγγα, το πρόβλημα του ανθρώπινου χρόνου, έμελλε να αποδειχτεί θεμελιώδες για την εκτύλιξη του οιδιπόδειου δράματος, ειδικά όταν το αίνιγμα επανέκαμψε με τη μορφή του λοιμού. Η Σφίγγα άρθρωσε το πλέον επίμαχο όσο και κοινότοπο πρόβλημα του ενσώματου ανθρώπινου χρόνου: “Ποιο είναι αυτό το ζώο που το πρωί περπατά με τέσσερα πόδια, το μεσημέρι με δύο και το βράδυ με τρία;”.  Ας σημειωθεί ότι το αίνιγμα δίνει έμφαση στα κάτω άκρα, υπενθυμίζοντας έτσι τα οδυνηρά βήματα του νηπίου Οιδίποδα: η Σφίγγα γίνεται ο κατοπτρικός Άλλος, το ναρκισσιστικό κάτοπτρο μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα σταδιακά η αυτο-ανακάλυψη του Οιδίποδα.

Στον Κολωνό –όπου, σύμφωνα με τον Λακάν, ολοκληρώνεται η ψυχανάλυση του Οιδίποδα (Séminaire II, 250)– ο τυφλός πια και εξόριστος Οιδίπους, αφού πρώτα περιπλανιέται κατατρεγμένος από το ερώτημα της καταγωγής του, εγκαινιάζει μια νέα γενεαλογική παράδοση. Την μετατροπή του Οιδίποδα σε ιδρυτικό ήρωα (ιδρυτή μιας παράδοσης, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η παράδοση της συγγένειας, καθώς και η επιστημολογική παράδοση του ασυνείδητου) έχει προξενήσει ο λόγος της Σφίγγας: μιας τερατώδους χίμαιρας που αψηφά εξ ορισμού κάθε καταγωγικό ερώτημα.

Ο Λακάν (εξόριστος κι ο ίδιος από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Εταιρία) παρακινεί να μετατοπίσουμε την προσοχή μας προς την μορφή του εξόριστου Οιδίποδα. Αν για τον Λακάν ο Κολωνός αποτελεί τον κατεξοχήν ψυχαναλυτικό τόπο, αυτό συμβαίνει όχι γιατί εκεί επιτελείται το τέλος της ψυχανάλυσης του Οιδίποδα, αλλά γιατί εκεί, όπως σημειώνει η Shoshana Felman, το τέλος της ανάλυσης του Οιδίποδα σηματοδοτεί την ανακάλυψη ότι η ανάλυση, και μάλιστα η αυτο-ανάλυση, είναι ατέρμονη.

Το αφήγημα του Οιδίποδα ανοίγει μια δυνατότητα στοχασμού πάνω στη σχέση αυτο-ανάλυσης και ατελεύτητης απόκρισης/λογοδοσίας (response-ability), προς τον Άλλο. Ο Οιδίπους αποκρίνεται στο ερώτημα που θέτει η επικίνδυνη ετερότητα – το ίδιο του το ασυνείδητο. Όπως γράφει ο Λακάν: “Το ασυνείδητο είναι αυτό το άγνωστο στον εαυτό υποκείμενο, το υποκείμενο που παρανοείται και παραγνωρίζεται από το Εγώ” (Séminaire II, 59). Με αυτήν την έννοια, το οιδιπόδειο ερώτημα δεν αφορά αναγκαστικά την απωθημένη επιθυμία του αναλυόμενου για τη μητέρα, αλλά την εκ μέρους του αναλυόμενου παρανόηση της ίδιας του της ιστορίας (Felman 129, αλλά και Paul Ricoeur, Devereux).  Στο μυθολογικό αφήγημα της αποκαλυπτικής αναμέτρησης του Οιδίποδα με την ετερότητα-Σφίγγα, η συνάντηση του αναλυόμενου με το ασυνείδητό του δεν είναι παρά η συνάντηση με το λόγο του άλλου.

Η ετερονομική σχέση με τον άλλο μορφοποιείται στο οιδιπόδειο αφήγημα ως αμοιβαία μόλυνση μεταξύ του λόγου του Οιδίποδα και του λόγου της Σφίγγας, και επομένως ως αλληλοπαθής σύνδεση μεταξύ της ερώτησης και της απόκρισης. Η ερώτηση της Σφίγγας είναι ήδη μια απόκριση. Υποβάλλοντας στη γλώσσα το ερώτημα του ανθρώπινου, η Σφίγγα είναι ένα ον που μιλάει· το τέρας είναι άνθρωπος. Ο Οιδίπους, από την άλλη, μεταβαίνοντας από την απάντηση “Ο άνθρωπος” στην απάντηση “Εγώ”, οικειοποιείται την ανοίκεια ετερότητα της Σφίγγας και αναγγέλλει: “Αυτός ο ξένος είμαι εγώ” (Οιδίπους επί Κολωνώ, σκ. 1, 85).

Κλείνοντας: Το αίνιγμα της Σφίγγας, όχι ως “ερώτημα” που επιζητεί οριστική απάντηση, αλλά ως δύναμη του διϋποκειμενικού καλέσματος, κατέστησε εφικτή την απόκριση του Οιδίποδα. Με τον κυριαρχικό, όμως, τρόπο του Οιδίποδα, η απάντηση επισκίασε το ερώτημα. Αν και συγκροτημένος από το ερώτημα της Σφίγγας, ο Οιδίπους, ο απομυθοποιητής, η αυθεντία της κυριολεκτικής απόκρισης, θέτει τέλος στην παρέλκυση της αλήθειας.  Έτσι, οι πολλαπλές όψεις του οιδιπόδειου αφηγήματος μας παρακινούν να διαβάσουμε εκ νέου την κρίσιμη θέση που κατέχει το ερώτημα της τερατώδους ετερότητας στη δυτική μυθοπλασία του ορισμού του ανθρώπου, πολιτισμένου, άνδρα, πολίτη.  Το ερώτημα της Σφίγγας, αν και απαντημένο, παραμένει ανοιχτό, θέτοντας εκ νέου το ανησυχητικό ερώτημα του “ξένου”, αυτού που παραμένει έξω από την αναγνωρισμένη εμβέλεια της περιβόητης απάντησης του Οιδίποδα “Άνθρωπος”.

Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com

Pin It on Pinterest

Share This