Βασιλική Αδαμίδου

Η σημασία της σταθερής μητρικής λειτουργίας κατά τη βρεφική ζωή του ατόμου έχει υπογραμμιστεί από πολλούς θεωρητικούς και έχει συνδεθεί με τη δόμηση και ανάπτυξη του ψυχισμού. Οι έννοιες της συνέχειας στη φροντίδα και της εμπερίεξης αποτελούν βασικές παραμέτρους στην ψυχική λειτουργία του ατόμου.

Οι πρώιμες εμπειρίες ζωής κάθε ατόμου, πολλές φορές ανεξιχνίαστες και συγκεχυμένες, γεμάτες ενορμητικές ώσεις και πρώιμους μηχανισμούς θα μπορούσαν άραγε να αποτελέσουν την “μυθική” περίοδο βάσει της οποίας δομείται η ιστορία του καθένα μας; Ή μήπως οι συμβολισμοί και οι συμπυκνώσεις που χαρακτηρίζουν τις μυθολογικές αναφορές αρμόζουν καλύτερα στον ασυνείδητο χώρο της ψυχικής λειτουργίας;

Η μυθολογία βρίσκεται πίσω από την ιστορία των περισσότερων λαών, όπως και οι πρώιμες εμπειρίες πίσω από την ιστορία του κάθε ατόμου. Προηγούνται και συνοδεύουν. Ίσως κάποιες από τις λειτουργίες του ψυχοθεραπευτή να είναι και η προσπάθεια να κατανοήσει τους συμβολισμούς του “μυθικού” ασυνείδητου και να τους συνδέσει με τα “ιστορικά” γεγονότα της ζωής του ατόμου, δίνοντάς τους πιο πλούσιο νόημα.

Στις περιπτώσεις της υιοθεσίας το παιδί φέρει συχνά τον τραυματισμό από την “διακοπή” του νήματος που το συνέδεε με τους φυσικούς γονείς, έχοντας ωστόσο τη δυνατότητα μιας επανορθωτικής εμπειρίας με τους θετούς. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις όπου την εγκατάλειψη ακολουθεί ένα ίδρυμα; Πως ανταποκρίνεται ο ψυχισμός απέναντι στα πολλαπλά μερικά αντικείμενα και την απουσία μιας σταθερής παρουσίας; Ποιες προσαρμοστικές λειτουργίες αναγκάζεται να ενεργοποιήσει για την ψυχική επιβίωση; Στις περιπτώσεις αυτές η θεά Εστία και ό,τι αυτή συμβολίζει μοιάζει να απέχει από τη μυθική περίοδο του παιδιού.

Όταν γνώρισα τον Σταύρο, σε ηλικία 7 χρόνων, είχε ήδη πίσω του μια πορεία γεμάτη απώλειες και απουσίες. Αμέσως μετά τη γέννησή του μεταφέρθηκε σε ίδρυμα στο οποίο και παρέμεινε μέχρι τα 5 του χρόνια οπότε και πηγαίνει ως ανάδοχο μέλος σε μια οικογένεια, η οποία είχε στους κόλπους της άλλα δυο υιοθετημένα παιδιά. Η περίοδος της αναδοχής θα αποτελούσε μια “υπο κρίση” περίοδο για την οριστική ή όχι ένταξη του παιδιού στην οικογένεια. Οι ανάδοχοι γονείς δεν έχουν στοιχεία για τους φυσικούς γονείς του Σταύρου αλλά και οι πληροφορίες τους για τα πρώτα 5 χρόνια της ζωής του στο ίδρυμα είναι ελλειπείς. Όμως και ο ίδιος ο Σταύρος μοιάζει να “συντονίζεται” με την παραπάνω στάση καθώς ποτέ δεν αναφέρθηκε στους φυσικούς του γονείς ή στην εμπειρία του ιδρύματος. Η μόνη πληροφορία για τα πρώτα 5 χρόνια της ζωής του ήταν ότι ήρθε από μια “ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη”. Η μεγάλη αυτή απουσία πληροφοριών, το κενό που μοιάζει να δημιουργείται στην ιστορία του παιδιού, διαμορφώνουν για τον θεραπευτή ένα σκοτεινό και ανεξιχνίαστο πεδίο βάσει του οποίου δομήθηκε ο Σταύρος. Η μη επιθυμητή εγκυμοσύνη μοιάζει να συνεχίστηκε με την μη παρατηρήσιμη υπόσταση του παιδιού. Το κόψιμο του ομφάλιου λώρου που διακόπτει τη σωματική συνέχεια, στην περίπτωση του Σταύρου πήρε τη μορφή ολοκληρωτικής αποκοπής όχι μόνο από τις γονεικές φιγούρες αλλά και από μια σταθερή μορφή φροντίδας που θα “έτρεφε” με το άγγιγμα, το γάλα, το βλέμμα.

Ο Σταύρος είχε βιώσει ένα ρήγμα στο συνεχές της ζωής του, που δεν είχε τη δυνατότητα να επανορθωθεί. Την αποκλειστικότητα και σταθερότητα της μητρικής φροντίδας αντικατέστησαν τα πολλαπλά, “μερικά” εξωτερικά αντικείμενα του ιδρύματος.

Δύο χρόνια μετά την αναδοχή, οι γονείς αναζητούν ψυχολογική βοήθεια για τον Σταύρο. Τον χαρακτηρίζουν δύσκολο παιδί, με αδυναμία στη συγκέντρωση της προσοχής, ανοριοθέτητο, με επικίνδυνες και καταστροφικές συμπεριφορές που αρκετές φορές στρεφόταν και προς τον εαυτό. Ήταν αεικίνητος και είχε κάνει ήδη την πρώτη του φυγή από το σπίτι “για 5 ώρες είχε χαθεί”. Η ένταξή του στο σχολικό περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα δύσκολη και αρκετές φορές χρειαζόταν να απομακρυνθεί από αυτό, επιστρέφοντας στο σπίτι, γιατί “διατάρασσε τη λειτουργία της τάξης”.

Οι ανάδοχοι γονείς αναφέρουν την αδυναμία τους να “κρατήσουν” τον Σταύρο στην οικογένεια και το ενδεχόμενο της υιοθεσίας του απομακρύνεται όλο και πιο σταθερά.

Το επίθετό του ήταν ξενικό, διαφορετικό από αυτό των υπολοίπων 4 μελών της οικογένειας, κάτι που ούτως ή άλλως ισχύει στην περίπτωση της αναδοχής, ωστόσο έμοιαζε να αποτελεί ένα στοιχείο της πραγματικότητας που σε ενδοψυχικό επίπεδο υπογράμμιζε τη μη ενσωμάτωσή του στην οικογένεια, διατηρώντας τον ως “ξένο” μέλος.

Σύμφωνα με τις μυθολογικές αναφορές σε σχέση με τη θεότητα της Εστίας, τις οποίες αναλυτικά μας έχει ήδη αποδώσει η κα Νάρνου, ο βωμός της Εστίας που έκαιγε στο κέντρο του Οίκου, αποτελούσε άσυλο για τους ξένους και σημείο ένταξης του ικέτη, που εξόριστος από την πόλη του αναζητούσε να ενταχθεί σε νέα ομάδα. Η λειτουργία αυτή της ένταξης και εμπερίεξης μοιάζει πραγματικά να χωλαίνει και αδυνατεί να πραγματωθεί από την ανάδοχη οικογένεια.

Καθώς ο θεραπευτής γνωρίζει τα παραπάνω στοιχεία που συνοδεύουν το 7χρονο αγόρι εγείρονται σκέψεις, συναισθήματα, ερωτηματικά. Παράλληλα, αναδύεται ο κίνδυνος, η εκ προοιμίου αντιμεταβιβαστική στάση του θεραπευτή να αλλοιώσει τον ενδιάμεσο χώρο. Εκεί όπου μαζικές αποστερήσεις και τραυματισμοί κάνουν την παρουσία τους – πριν την παρουσία του υποκειμένου που τις έχει βιώσει –  σαν να γεννιούνται φαντασιώσεις, σχήματα θεωρητικά και συναισθήματα, για να “δώσουν μορφή” θα μπορούσε να πει κανείς στο κενό, κάνοντας πιο δύσκολη την “χωρίς μνήμη και επιθυμία” στάση του θεραπευτή, που ανέφερε ο Bion.

Ο Σταύρος ήταν ένα μικροκαμωμένο αγόρι, με έντονο βλέμμα, ιδιαίτερα κινητικός και διερευνητικός στο χώρο. Έκανε αλλεπάλληλες ερωτήσεις, περιεργαζόταν με την αφή τα αντικείμενα, σκαρφάλωνε στα έπιπλα ή τους άλλαζε θέση στο χώρο. Το συναίσθημά του, παρόν κάθε στιγμή, ήταν ιδιαίτερα αγχώδες, και η επιθυμία του να “γραπωθεί” από τον θεραπευτή παρούσα. Όλη η  δραστηριότητα που εξέφραζε, έμοιαζε περισσότερο με διαδικασία “αναγνώρισης” του χώρου, του θεραπευτή και της λειτουργίας και πράγματι θύμιζε εν μέρει, τις “άγαρμπες” – “απότομες” κινήσεις ενός βρέφους που ακουμπούν το πρόσωπο της μητέρας ή τραβούν τα μάγουλα ή τη μύτη της, για να την αναγνωρίσουν. Παράλληλα, έδινε την εντύπωση μαζικής “εισβολής” και “κατάληψης” του χώρου, περιορίζοντας σχεδόν τον δικό μου. Άλλες φορές αισθανόμουν ότι η κινητικότητα και η πολυπραγμοσύνη του είχε σαν στόχο να “κρατώ” το βλέμμα μου επάνω του, διατηρώντας ένα άυλο νήμα μεταξύ μας, κι άλλες σα να προσπαθούσε να αποφύγει κάθε επαφή μ΄αυτό. Ο χώρος και ο θεραπευτής αφέθηκαν να αναγνωριστούν από τον Σταύρο και πιθανά να χαρακτηριστούν ως μη απειλητικά ή καταστροφικά αντικείμενα, διατηρώντας τη σταθερότητα και την ποιότητά τους σε μία συνέχεια. Σαν “άλλος ξένος” – “ικέτης” ο Σταύρος αναζητούσε για άλλη μια φορά μια Εστία που θα τον κρατήσει και έναν Οίκο που θα τον εμπεριέξει.

Δεν άργησε, όπως ήταν αναμενόμενο, να ξεδιπλωθεί μέσα από το παιχνίδι του, το πρωτόγονο και συγχυτικό αρκετές φορές φαντασιωτικό υλικό. Η διχοτόμηση, η προβολή και οι παντοδύναμες άμυνες κυριαρχούσαν. Οι ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά από τις φιγούρες που χρησιμοποιούσε άλλαζαν ραγδαία αναιρώντας τις προηγούμενες. Τίποτα δεν μπορούσε να διατηρηθεί. Ο καταβροχθιστικός πόλεμος μεταξύ καλών και κακών ομάδων ζώων τερματιζόταν με τον πλήρη αφανισμό όλων, ξεκινώντας και πάλι από την αρχή όπου οι καλοί γινόταν κακοί, οι μικροί – μεγάλοι και τα αρσενικά – θηλυκά. Οι περιγραφές του ήταν έντονες, βίαιες, ο ίδιος απορροφημένος στο παιχνίδι του έκανε ολοφάνερο το γεγονός ότι μιλούσε για τον δικό του τεμαχισμένο εαυτό, τα δικά του διάσπαρτα μερικά αντικείμενα, την αδυναμία σταθερών ταυτίσεων, την απουσία απαρτίωσης.

Λίγο αργότερα και καθώς αρχίζει να χρησιμοποιεί περισσότερο τις ανθρώπινες φιγούρες διαδραματίζει την προσωπική του ιστορία: “το παιδάκι που κλαίει γιατί… όχι η μαμά του αγοριού που κλαίει γιατί έφυγε το αγόρι της. Κι εδώ Κύκλωπες και Κυκλωπίνες περιμένουν να φάνε το παιδάκι της, το αγοράκι έβαλε φωτιά και θα καούν, θα τσουρουφλιστούν όλοι. Η φωτιά έρχεται στα βυζιά της κανονικής μαμάς, όχι της Κυκλωπίνας, κάηκαν-κάηκαν όλοι, καίγεται όλο το σπίτι. Το παιδί παίρνει ένα μαχαίρι γιατί έρχονται οι κακοί να το κλέψουν, τους καρφώνει στη κοιλιά, πέσαν κάτω όλοι πεθαμένοι. Το παιδί κάθεται και περιμένει μην έρθουν κι άλλοι κλέφτες, κρατά και το μαχαίρι να τους καρφώσει”.

Ο θρήνος της απώλειας που προβάλλεται συνοδευόμενος από άγχη αφανισμού και καταβροχθισμού, εκφράζονται στις φαντασιώσεις του. Το στήθος φλεγόμενο και κατεστραμμένο από την επιθετικότητα δεν μπορεί να ταΐσει. Τα διωκτικά αντικείμενα τον κατακλύζουν και απειλούν συνεχώς την ύπαρξή του. Η μόνη του διέξοδος είναι να μείνει σε εγρήγορση και να επιτεθεί, αμυνόμενος σε μια απόλυτη μοναξιά που μόνο η παντοδυναμία τη σώζει.

Στο παιχνίδι του η έννοια του σπιτιού δεν συμβολοποιείται στο κουκλόσπιτο, μοιάζει όμως να συμβολοποιείται στον θεραπευτικό χώρο που καλείται να αποτελέσει έναν χώρο αποδοχής και εμπερίεξης, ένα πλαίσιο στέρεο, σταθερό και συνεχές. Ο Jean Pierre Vernant  στο έργο του “Μύθος και σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα” αναφέρει: Η Εστία είναι η πρώτη των θεοτήτων της οικογένειας που δίδαξε στους ανθρώπους την οικοδόμηση της κατοικίας και τους παρείχε τα αγαθά του οικιακού βίου. Είναι σύμβολο και εχέγγυο στερεότητας, σταθερότητας και μονιμότητας.

Θα μπορούσαμε πιθανόν να βρούμε τη λειτουργία της μυθολογικής Εστίας μέσα στη θεραπευτική διαδικασία η οποία υποβοηθά στην οικοδόμηση του εαυτού αλλά παράλληλα αποτελεί και έναν χώρο αποδοχής των ενορμήσεων;

Ο θεραπευτικός χώρος μοιάζει να γεμίζει από πρωτόγονες φαντασιώσεις, κατακερματισμούς, διωκτικά αντικείμενα, επιθέσεις και βίαιες σκηνές, ενώ παράλληλα καλείται να “διατηρήσει” την ύπαρξή του παρά τις επιθέσεις, να μην “εκδικηθεί”, να μην “απολεσθεί” από φόβο, εν τέλει να αντέξει να επιβιώσει, και στη συνέχεια να “συγκρατήσει” τα διάσπαρτα κομμάτια συγκροτώντας τα σε μια ολότητα.

Το πλαίσιο (χώρος – θεραπευτής – λειτουργία) σ΄ ένα πρώτο χρόνο δοκιμάστηκε και οι ψυχικές εκφορτίσεις έλαβαν χώρα. Η υπόστασή του αρχίζει να διαφαίνεται εφόσον επέζησε. Ο Winnicott  αναφέρει σχετικά: “αυτή η ιδιότητα του αντικειμένου που “καταστρέφεται πάντοτε” κάνει την πραγματικότητα της επιβίωσης του αντικειμένου αισθητή σαν τέτοια, ενισχύει τον τόνο του αισθήματος και συμβάλλει στη σταθερότητα του αντικειμένου. Το αντικείμενο μπορεί τώρα να χρησιμοποιηθεί”.

Παράλληλα αρχίζει να διαφαίνεται και η τροποποίηση της λειτουργίας του Σταύρου κατά τη θεραπευτική διαδικασία. Η κολλητική ταινία κάνει την εμφάνισή της. Σα να ανακαλύφθηκε ξαφνικά στο κουτί με τα παιχνίδια του, θα αποτελέσει το κυρίαρχο αντικείμενο στις συναντήσεις μας την περίοδο αυτή. Χρησιμοποιώντας την ξανά και ξανά κολλά τα έπιπλα στο πάτωμα, τα δένει μεταξύ τους, η πόρτα και το παράθυρο “σφραγίζονται”, το φως, τα κάδρα, το κουτί με τα παιχνίδια του, εγώ… όλα σταθεροποιούνται, ακινητοποιούνται, “κολλούν” και ενώνονται. Ο χώρος είναι γεμάτος με οριζόντιες, κάθετες, διαγώνιες, κυκλικές, πραγματικές γραμμές από ταινία που δεν αφήνει σχεδόν τίποτα ασύνδετο, τα ανοίγματα κλείνουν. Τα αντικείμενα συνδέονται και πρέπει να παραμείνουν εκεί προστατευμένα από οποιαδήποτε εισβολή, διακοπή, απώλεια. Ο Σταύρος βρίσκεται σχεδόν σε έξαψη.

Γελά, παίζει με την ταινία καθώς ενώνει, ρωτά αν θα παραμείνει έτσι ο χώρος ως την επόμενη συνάντησή μας, αν θα έχουμε κι άλλη κολλητική ταινία. Ο θεραπευτικός χώρος και ο θεραπευτής έμοιαζαν ν’ αποτελούν για τον Σταύρο τον “εσωτερικό του οίκο” Τα αντικείμενα του χώρου, σαν άλλα εσωτερικευμένα μερικά αντικείμενα είχαν αρχίσει ν’ αποκτούν συνδέσεις. Εγώ σε μια συγχωνευτική θέση, στη φαντασίωσή του αποτελούσα ένα από αυτά. Η προσπάθειά του να αναζητήσει και να βρει συνδέσεις, η επιθυμία του να παραμείνουν όλα σταθερά και ακίνητα σ’ έναν χώρο όπου τίποτα δεν μπορεί να “βγει” ή να “μπει” του πρόσφεραν μεγάλη ικανοποίηση αλλά και ασφάλεια.

Ενώ ο Σταύρος έχει αρχίσει να διαγράφει τη δική του πορεία κατά τη θεραπευτική διαδικασία, οι ανάδοχοι γονείς εκφράζουν όλο και περισσότερο το θυμό αλλά και την αδυναμία τους να κρατήσουν το παιδί στην οικογένεια. Οι πρώιμοι μηχανισμοί λειτουργίας του Σταύρου μοιάζει να κινητοποίησαν αντίστοιχους μηχανισμούς στο ευάλωτο ψυχικό όργανο και των ανάδοχων γονέων και κυρίως της ανάδοχης μητέρας. Σε μια συνάντηση με τους ανάδοχους γονείς είχε γίνει εμφανές ότι στη φαντασίωση της μητέρας ο Σταύρος είχε πάρει τη μορφή σχεδόν διωκτικού αντικειμένου που “απειλούσε” τη λειτουργία και ισορροπία της οικογένειας αλλά και της ίδιας. Ο φόβος της ότι ο Σταύρος θα τους μαχαίρωνε στον ύπνο τους, έπαιρνε  σχεδόν πραγματικές διαστάσεις κρατώντας την σε εγρήγορση τις βραδινές ώρες. Όλο και περισσότερο γινόταν καθαρό ότι ο φόβος και η επιθετικότητα διαμήβονταν έντονα μεταξύ τους. Παράλληλα έντονα συναισθήματα ενοχής την οδηγούσαν σε μια ανυπόφορη αμφιθυμία ενώ η αδύναμη παρουσία του ανάδοχου πατέρα δεν μπορούσε να επιφέρει κάποιας μορφής ισορροπία. Καθώς ήταν δύσκολο να επεξεργαστούν αυτές και άλλες συνοδές ψυχικές λειτουργίες, προχώρησαν σε αιφνίδιες, ριζικές αλλά και επιθετικές πράξεις. Κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών και απουσία όλης της θεραπευτικής ομάδας, οι ανάδοχοι γονείς αποφασίζουν ο Σταύρος να μεταφερθεί στο ίδρυμα απ΄ όπου είχε γίνει η αναδοχή και ένα μήνα μετά μετακινήθηκε για άλλη μια φορά σε άλλο ίδρυμα διαμονής παιδιών που έχουν εγκαταλειφθεί.

Όταν συνάντησα τον Σταύρο, μετά τις διακοπές, ήρθα αντιμέτωπη τόσο με τα προηγούμενα γεγονότα όσο και με την απόφαση να διακοπεί η θεραπευτική διαδικασία για οικονομικούς λόγους. Η υποστήριξη του παιδιού θα συνεχιζόταν από την ψυχολόγο του νέου ιδρύματος, στο οποίο έμενε πια ο Σταύρος.

Η αιφνίδια διακοπή, η ακύρωση, η υποτίμηση, η θέση αδυναμίας προκάλεσαν συναισθήματα και στον θεραπευτή που τον έφεραν ίσως πιο κοντά στα συναισθήματα φόβου, αγωνίας, απειλής, θυμού και επιθετικότητας του ίδιου του Σταύρου. Αναρωτιόμουν τι μπορεί να διακίνησε η προσωρινή “απουσία” της θεραπευτικής ομάδας. Ήταν άραγε η υπενθύμιση του “κενού” που έρχεται με την απουσία του αντικειμένου όταν η ψυχική του αναπαράσταση δεν είναι σταθερή και συνεχώς παρούσα; Μια σειρά από βίαιες και παρορμητικές πράξεις ήρθαν να καλύψουν το “κενό” αυτό, το κενό της αναπαράστασης του θεραπευτή και της λειτουργίας του. Ή ήταν η αρνητική θεραπευτική αντίδραση των ανάδοχων γονέων, που υπονοούνταν αλλά δεν εκφραζόταν, που ξεδιπλώθηκε ολοκάθαρα κατά την απουσία των θεραπευτών επιβεβαιώνοντας την παντοδυναμία τους;

Στην τελευταία μας συνάντηση ο Σταύρος έκανε αλλεπάλληλες ερωτήσεις για την ανάδοχη οικογένεια και κυρίως για τον “αδερφό” του. Κουλουριαζόταν μέσα στην εσοχή ενός ντουλαπιού μένοντας σιωπηλός. Η μέχρι πρότινος συνέχεια, μονιμότητα και σταθερότητα του πλαισίου είχε πια καταρριφθεί. Ο Σταύρος ήταν για άλλη μια φορά αντιμέτωπος και απροστάτευτος από τους μαζικούς αποχωρισμούς, ακινητοποιημένος με το ίδιο έντονο βλέμμα στην εσοχή του ντουλαπιού. Η προσπάθεια να συνεχιστεί η θεραπευτική λειτουργία από τη συνάδελφο του ιδρύματος έμοιαζε να ΄ναι το μοναδικό νήμα συνέχειας που ωστόσο φαινόταν ιδιαίτερα σαθρό εκείνη τη στιγμή.

Η συνάντησή μου με τον Σταύρο, στα πλαίσια της θεραπευτικής λειτουργίας δεν διήρκησε πάνω από 4 μήνες. Η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας θεραπευτικός οίκος σταθερότητας, συνέχειας και εμπερίεξης, ένας χώρος επανορθωτικός για τους πολλαπλούς τραυματισμούς και αποστερήσεις που έζησε ο Σταύρος, δεν κατάφερε να ολοκληρωθεί. Η θεραπευτική προσπάθεια αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο και αυτή άλλη μια “μερική” λειτουργία, άλλο έναν προσωρινό χώρο, επαναλαμβάνοντας σχεδόν, θα έλεγε κανείς την ιστορία των συνεχόμενων αλλαγών στη ζωή του Σταύρου. Ωστόσο, στοιχεία της θεραπευτικής σχέσης, διαφοροποιημένα ποιοτικά από τις μέχρι τώρα σχέσεις του, ίσως και να διατηρηθούν στον ενδοψυχικό κόσμο του Σταύρου ανοίγοντας τον δρόμο των συνδέσεων. Η μυθική του περίοδος σηματοδοτήθηκε από την αποκοπή του από μια μητρική μορφή φροντίδας ενώ η μέχρι τώρα ιστορία του επιβεβαιώνει και ανακυκλώνει την αδυναμία εμπερίεξης του παιδιού αυτού από μια σταθερή Εστία. Τα πρόσωπα και οι σχέσεις του συνεχίστηκαν να εναλλάσσονται με μια συνεπή επαναληπτικότητα.

Ο Ο. Ελύτης, στο “ΜΙΚΡΟ ΝΑΥΤΙΛΟ” λέει:

“Κάποτε νιώθω να ΄μαι τόσοι πολλοί που χάνομαι”.

Ίσως μ΄ ένα παρόμοιο τρόπο να αισθανόταν και ο Σταύρος με τις αλλεπάλληλες ενσωματώσεις μερικών αντικειμένων απουσία μιας σταθερής μορφής φροντίδας, που σαν μια άλλη “Θεά Εστία” θα βοηθούσε στο κτίσιμο του εσωτερικού οίκου, στην απαρτίωση.

Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com

Pin It on Pinterest

Share This