Η Ψυχιατρική είναι μια ιατρική ειδικότητα, που εξασκείται από καταρτισμένους στο αντικείμενο ιατρούς. Είναι η πλέον αμφισβητούμενη ιατρική ειδικότητα, όχι μόνο για τα αποτελέσματα της, αλλά ακόμα και για το αντικείμενο της, το οποίο σε ακραία μορφή αμφισβητείται συχνά με το απλοϊκό επιχείρημα ότι «δεν υφίσταται η έννοια της ψυχικής νόσου». Βεβαίως, η Ψυχιατρική όπως και οι λοιπές ειδικότητες της ιατρικής, είναι μια δυναμικά εξελισσόμενη επιστήμη, που όμως στην πορεία της εξέλιξης της έχει να καταδείξει τόσες θεραπευτικές επιτυχίες όσες και αποτυχίες. Η ασάφεια που επικρατεί γύρω από την ψυχική νόσο, που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ακόμα και από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, η έλλειψη σαφών και αδιαφιλονίκητων αποδείξεων για την φύση και μηχανισμούς εκδήλωσης, ανάπτυξης και συντήρησης των ψυχικών νόσων, καθιστούν το έργο των ψυχιάτρων ακόμα δυσκολότερο να πείσουν τόσο την επιστημονική κοινότητα, όσο βεβαίως και τους ίδιους τους ασθενείς. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που η Ψυχιατρική είναι η μόνη ιατρική ειδικότητα που αμφισβητήθηκε τόσο πολύ, μέχρι του σημείου ανάπτυξης ολόκληρου Κινήματος στην δεκαετία του 1970, με τίτλο μάλιστα πρόδηλο των προθέσεων των εμπνευστών του «Αντιψυχιατρικού Κινήματος». «Δυστυχώς» (όπως συνήθιζε να λέει ένας δάσκαλος της Ψυχιατρικής στους ασθενείς του), «δεν έχει εφευρεθεί ακόμα η ακτινογραφία Ψυχής, να σου αποδείξω που αυτή έχει σπάσει!…»

Συχνά οι ψυχίατροι στην καθημερινή τους πρακτική, έρχονται συν τοις άλλοις αντιμέτωποι και με την δυσπιστία που υπάρχει διαδεδομένη για την χρησιμότητα των ψυχιατρικών φαρμάκων, καθώς και με ποικίλες δοξασίες για την βλαπτικότητα τους. Το μόλις πρώτο ψυχιατρικό φάρμακο η χλωροπρομαζίνη (Largactil) συνετέθη το 1950 και η ανακάλυψη της ήταν τυχαία σε έρευνα που γινόταν για αντιφυματικά φάρμακα. Έκτοτε, πολλά καινούργια φάρμακα ανακαλύφθηκαν, αλλά 60 χρόνια από την πρώτη εκείνη ανακάλυψη, η αμφισβήτηση συνεχίζει να υπάρχει και μάλιστα με ηχηρούς τίτλους όπως «Βιομηχανία Θανάτου».

Το παρόν άρθρο σκοπό έχει να αποκαταστήσει μερικές αρνητικές δοξασίες για τα ψυχιατρικά φάρμακα.  Από εκεί και πέρα, ο κάθε άνθρωπος είναι αποκλειστικά ο ίδιος υπεύθυνος για την διατήρηση της Υγείας του, συμπεριλαμβανομένης και της ψυχικής. Η άρνηση θεραπείας, είναι δικαίωμα (πλην των περιπτώσεων που διακυβεύεται η σωματική ακεραιότητα του ίδιου ανθρώπου και των γύρω του και που προβλέπεται νομικά η ιατρική υποχρέωση για θεραπευτική παρέμβαση). Το δικαίωμα αυτό δύναται ο άνθρωπος να το εξασκήσει ανά πάσα στιγμή, έχοντας όμως επαρκώς ενημερωθεί ότι αναλαμβάνει και την ευθύνη των συνεπειών αυτής της άρνησης.

Σ.Σ. Έμπνευση για το άρθρο αυτό δόθηκε από αναρτήσεις του τύπου:

http://www.antipsychiatry.org/ ,
«Ψυχιατρική – Μια βιομηχανία Θανάτου»
και άλλα πολλά που υπάρχουν σχετικά με το θέμα.

 _____________________________________________________

Μύθοι και δοξασίες γύρω από τα ψυχιατρικά φάρμακα:

Τα ψυχιατρικά φάρμακα χορηγούνται για την θεραπεία των ψυχικών ασθενειών. Δεν υπάρχουν όμως ακριβή, αντικειμενικά κριτήρια για την ψυχιατρική «διάγνωση», ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν ακριβή, αντικειμενικά κριτήρια για να θεωρηθεί αν κάποιος έχει βελτιωθεί ή θεραπευτεί.

Ακριβή, αντικειμενικά κριτήρια για την ψυχιατρική διάγνωση υπάρχουν, όπως και για όλες τις ασθένειες. Τα κριτήρια διάγνωσης έχουν ταξινομηθεί μαζί με αυτά των υπολοίπων σωματικών ασθενειών στο ICD-10 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και στο DSM-V της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας. Κάθε διάγνωση πρέπει να υπακούει σε συγκεκριμένα κριτήρια και με βάση αυτά προσδιορίζεται συνολικά η θεραπεία (συμπεριλαμβανομένης και των φαρμάκων). Κριτήρια επίσης καθώς και συγκεκριμένα εργαλεία μέτρησης υπάρχουν και για την αποτίμηση της βελτίωσης ή της αποθεραπείας.

Οι άνθρωποι που είναι χαρακτηρισμένοι ως πάσχοντες «ψυχικά» έχουν σύνθετα προβλήματα τα οποία δεν μπορούν να επιλυθούν με τα χάπια. Αντίθετα, τα ψυχιατρικά φάρμακα επιδεινώνουν τα προβλήματά τους με θόλωση στη σκέψη, προκαλώντας σωματικές παθήσεις, καθώς και με τη πρόκληση εξάρτησης.

Πράγματι οι πάσχοντες από ψυχικά προβλήματα έχουν συνήθως σύνθετα προβλήματα, τόσο πριν και κατά την εκδήλωση της ψυχικής διαταραχής, όσο και κυρίως κατά την διάρκεια της θεραπείας, καθώς και μετά από αυτήν. Η Κοινωνία μας εξάλλου, δύσκολα αποδέχεται την έννοια του «ψυχικά ασθενούς», ο Κοινωνικός Αποκλεισμός είναι από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην θεραπευτική αυτών των καταστάσεων, υπάρχει ένας ιδιότυπος ρατσισμός σε κάθε έναν που δηλώνει ότι έχει «ψυχολογικά προβλήματα». Τα ψυχιατρικά φάρμακα δίδονται μόνο όταν και εφόσον υπάρχουν σαφείς επιστημονικά ελεγμένες προϋποθέσεις για την χορήγηση τους, παράλληλα με άλλες θεραπείες με προεξάρχουσα την ψυχοθεραπεία. Ο έλεγχος των παρενεργειών είναι εκ των ων ουκ άνευ, διότι μια μη καλά ανεκτή φαρμακευτική θεραπεία διακόπτεται συνήθως αυτοβούλως από τον ίδιο τον ασθενή, ο ασθενής «χάνεται» και η πιθανότητα να καταστεί η διαταραχή χρόνια μετά από κάποιες υποτροπές, είναι εξαιρετικά μεγάλη.

Μερικά ψυχιατρικά φάρμακα δεν είναι μόνο ηρεμιστικά, αλλά στην πραγματικότητα επηρεάζουν την νευροδιαβίβαση. Όλα τα ψυχιατρικά φάρμακα επηρεάζουν την νευροδιαβίβαση. Έτσι, στην ουσία νομιμοποιούμε ναρκωτικές ουσίες.

Η πραγματικότητα είναι ότι όλα τα ψυχιατρικά φάρμακα επηρεάζουν ελεγχόμενα την νευροδιαβίβαση στον εγκέφαλο, διότι ο εγκέφαλος είναι και η βάση των ψυχικών λειτουργιών. Η συσχέτιση που γίνεται με τις ναρκωτικές ουσίες είναι εντελώς ατυχής! Ο εγκέφαλος επηρεάζεται από πάρα πολλές ουσίες που διέρχονται τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό. Μερικές από αυτές που επίσης καταλαμβάνουν συγκεκριμένες θέσεις στον εγκέφαλο επηρεάζοντας την νευροδιαβίβαση είναι ο καφές, το τσιγάρο, το τσάι, η βαλεριάνα, το απόσταγμα βοτάνων που πωλούνται ως φυσικά προϊόντα, αλλά και ουσίες επίσης βλαπτικές είναι το μονοξείδιο του άνθρακα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων και των προϊόντων του πολιτισμού μας, η υψίσυχνη ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία των κινητών, η ακτινοβολία των γραμμών υψηλής τάσης ρεύματος και άλλα πολλά.

Η κατάθλιψη προκαλείται από μικρή συγκέντρωση σεροτονίνης στον εγκέφαλο, ενώ αντίστοιχα η σχιζοφρένεια προκαλείται από την υπερβολική ποσότητα ντοπαμίνης. Αυτά υποτίθεται ότι διορθώνονται με τα ψυχιατρικά φάρμακα. Όμως τα επίπεδα των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο ανιχνεύονται μόνο σε πειραματόζωα στο εργαστήριο και όχι στον ζώντα άνθρωπο. Τα ψυχιατρικά φάρμακα που συνταγογραφούνται βασίζονται έτσι σε εικασίες για το θεραπευτικό τους αποτέλεσμα ή είναι θέμα πολιτικής και μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.

Από μόνη της η θεώρηση αυτή είναι εξαιρετικά απλοϊκή, διότι στις ψυχικές διαταραχές και κυρίως στις ασθένειες όπως η Κατάθλιψη και η Σχιζοφρένεια, υπάρχει ένα εξαιρετικά πολύπλοκο δίκτυο επηρεαζόμενων νευροδιαβιβαστικών συστημάτων, που σε ένα μεγάλο μέρος έχει κωδικοποιηθεί, αλλά όχι ακόμα απόλυτα. Τα σύγχρονα φάρμακα συνήθως επιδρούν σε παραπάνω από ένα σύστημα νευροδιαβιβαστών, σε μια αναλογία που εξασφαλίζει και το θεραπευτικό αποτέλεσμα τους, που όμως για άγνωστους ακόμα επιστημονικά λόγους, εξατομικεύεται σε μεγάλο βαθμό και γι’ αυτό ένα φάρμακο που βοηθά πολύ κάποιον, δεν είναι εξίσου αποτελεσματικό σε κάποιον άλλον.

Τα Υπνωτικά χάπια βοηθούν τους ανθρώπους να κοιμούνται. Όμως βοηθούν λίγο και  το αποτέλεσμα είναι προσωρινό. Μετά από μερικές εβδομάδες, θα σταματήσουν να λειτουργούν αποτελεσματικά. Όταν διακοπούν τα χάπια, ο ύπνος γίνεται πιο δύσκολος από ποτέ. Επιπλέον, τα υπνωτικά χάπια παρεμβαίνουν στην αρχιτεκτονική του ύπνου.

Όλο αυτό δεν είναι Μύθος, είναι η Πραγματικότητα! Γι’ αυτό οι ψυχίατροι (εν αντιθέσει με άλλες ιατρικές ειδικότητες), είναι εξαιρετικά φειδωλοί στην χορήγηση υπνωτικών (και εν γένει αγχολυτικών) και αν αυτό γίνει, προτείνεται σαφώς περιορισμένη χρονικά χρήση των συγκεκριμένων φαρμάκων. Πρέπει να τονίσουμε ότι συνήθως τα υπνωτικά (και τα αγχολυτικά) είναι μόνο συμπληρωματική, συμπτωματική θεραπεία και όχι αιτιολογική (δεν καταπολεμά δηλαδή την αιτία, αλλά μόνο το σύμπτωμα). Συνήθως χορηγούνται σε τακτική βάση για μικρό χρονικό διάστημα, στην αρχή μιας φαρμακοθεραπείας, που περιλαμβάνει και αιτιολογική θεραπεία (αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά κλπ), καθώς και ψυχοθεραπεία.

Μας λένε ότι οι Κυβερνήσεις μέσω των αντίστοιχων κρατικών δομών (π.χ. ΕΟΦ) έχει ελέγξει διεξοδικά όλα τα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων και των ψυχιατρικών φαρμάκων, ξέρει τα πάντα γι ‘αυτά, και έχει αποδειχθεί ότι είναι ασφαλή πριν από την έγκρισή τους. Αλλά όμως η ίδια η κυβέρνηση δεν έχει εργαστήρια και επιστήμονες να κάνουν αυτή την έρευνα. Στηρίζει τις γνώσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας στους κατασκευαστές των φαρμάκων.

Ένα φάρμακο για να βγει στην Αγορά, υφίσταται εργαστηριακή εξέλιξη με συγκεκριμένα και ελεγχόμενα πρωτόκολλα, σε τέσσερεις φάσεις και οκτώ υποφάσεις και όλη αυτή η διαδικασία διαρκεί περίπου 15-20 χρόνια στο πλείστον των περιπτώσεων. Η ανάπτυξη και η αδειοδότηση νέων φαρμάκων είναι εξαιρετικά πολυδάπανη διαδικασία, η πιθανότητα μια νέα ουσία να αποδειχθεί θεραπευτική είναι 1:10.000 (και παραπάνω) και πλέον οι περισσότερες έρευνες γίνονται στα Πανεπιστήμια (χρηματοδοτούμενες έρευνες τόσο από Κυβερνήσεις, όσο και από τις Φαρμακευτικές Εταιρείες). Η πιθανότητα, μετά από αυτήν την μακρά και πολυδάπανη πορεία, ένα φάρμακο να αποσυρθεί μετά την κυκλοφορία του, είναι επίσης μεγάλη, όταν αποδειχθεί ότι οι παρενέργειες στην καθημερινή κλινική πράξη είναι περισσότερες από τα οφέλη, ή υπάρξουν δεδηλωμένες και πιστοποιημένες αναφορές για σημαντικές παρενέργειες.

Κανένα φάρμακο, ούτε καν η απλή ασπιρίνη, δεν είναι απόλυτα ασφαλές, σε όλη την γκάμα της Ιατρικής. Είναι γνωστό σε όλους πως όλα τα φάρμακα έχουν τις παρενέργειες τους. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Φαρμάκων και Τροφίμων (Food and Drug Administration) των ΗΠΑ περίπου 1,5 εκατομμύριο Αμερικανοί νοσηλεύτηκαν το 1978, εξ αιτίας των παρενεργειών των φαρμάκων που τους χορηγήθηκαν από τους γιατρούς ως «θεραπεία». Υπολογίστηκε επίσης πως το 30% των ασθενών που νοσηλεύονται στα γενικά νοσοκομεία υποφέρουν και παθαίνουν βλάβες από τις παρενέργειες των φαρμακοθεραπειών τους. Οι περισσότερες βλάβες εντοπίζονται στο ήπαρ, στο «εργοστάσιο μεταβολισμού» του ανθρώπινου οργανισμού, καθώς τα πιο πολλά φαρμακευτικά σκευάσματα έχουν ηπατοτοξικές παρενέργειες.

Ο χρυσούς κανόνας είναι και παραμένει ο Ιπποκρατικός Νόμος της θεραπευτικής, δηλαδή η θεραπεία να είναι το δυνατόν λιγότερο βλαπτική. («ἀσκέειν, περὶ τὰ νουσήματα, δύο, ὠφελέειν, ἢ μὴ βλάπτειν»

Η βλαπτικότητα των ψυχιατρικών φαρμάκων έχει γίνει γνωστή εδώ και δεκαετίες, αλλά σε αντίθεση με την περίφημη θαλιδομίδη, οι γιατροί έχουν τη δυνατότητα να συνεχίζουν τη συνταγογράφηση τους, ακόμη και στα πλαίσια της αναγκαστικής θεραπείας. Η θαλιδομίδη προκάλεσε δημόσια κατακραυγή, πιθανώς επειδή αποδεδειγμένα και εντυπωσιακά έβλαψε τα βρέφη που γεννήθηκαν από φυσιολογικές μητέρες. Οι παρενέργειες σε πολλά ψυχιατρικά φάρμακα είναι εξίσου πολλές, αλλά το ευρύ κοινό δεν γνωρίζει γι ‘αυτά, διότι τα περισσότερα θύματα είναι κρυμμένα σε ιδρύματα. Χωρίς την δημόσια κατακραυγή, οι κυβερνήσεις δεν έχουν κίνητρα να δράσουν, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που διακυβεύονται.

Ελάχιστοι από τους ψυχιατρικούς ασθενείς «είναι κρυμμένοι στα Ψυχιατρεία». Οι περισσότεροι ζουν ανάμεσα μας και αυτό επιτυγχάνεται χάρις στα φάρμακα και τις υπόλοιπες θεραπευτικές μεθόδους που εφαρμόζονται. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στις «Αγχώδεις Διαταραχές» και τις απλές Καταθλίψεις, αλλά στις πολύ σοβαρότερες ψυχικές ασθένειες όπως η Σχιζοφρένεια. Αυτό που δυστυχώς δεν μπορεί να κλειστεί δια παντός και ισοβίως στα Ψυχιατρεία, είναι ο Κοινωνικός Αποκλεισμός και οι Προκαταλήψεις της Κοινωνίας!..

Αναφερόμενοι μόνο στις σωματικές παρενέργειες, ορισμένα ψυχιατρικά φάρμακα, ιδίως τα νευροληπτικά, έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες σε ποσοστά 50% κατά το πρώτο έτος της χρήσης. Μετά από μακροχρόνια χρήση τα ποσοστά αυξάνονται σε σχεδόν 100%. Τα ψυχιατρικά φάρμακα δεν είναι συγκρίσιμα με τα φάρμακα που συνταγογραφούνται για σωματικές αρρώστιες, διότι α) τα περισσότερα φάρμακα λαμβάνονται μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα, ενώ στα ψυχιατρικά φάρμακα η θεραπεία συνεχίζεται επ ‘αόριστον. Β) τα περισσότερα φάρμακα δεν διασχίζουν τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό και δεν επηρεάζουν το κεντρικό νευρικό σύστημα, ενώ όλα τα ψυχιατρικά φάρμακα το κάνουν. γ) οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τα φάρμακα που συνήθως εξαφανίζονται όταν το φάρμακο έχει διακοπεί, ενώ πολλές παρενέργειες από τα ψυχιατρικά φάρμακα είναι μη αναστρέψιμες. Στην πραγματικότητα, κάποιες παρενέργειες από τα ψυχιατρικά φάρμακα εμφανίζονται αφότου το φάρμακο έχει διακοπεί. Οι παρενέργειες των ψυχιατρικών φαρμάκων μπορεί να είναι εξαιρετικά πολύπλοκες και δύσκολες στην αντιμετώπιση τους, για να μην αναφέρουμε τη ζημιά στην ψυχική λειτουργία.

Όλη η παράγραφος βρίθει επιστημονικής ανακρίβειας. Οι όποιες αναφορές λαμβάνουν υπόψιν φάρμακα που η χρήση τους έχει μειωθεί δραματικά τα τελευταία 20-25 χρόνια, με την ανακάλυψη καινούργιων φαρμάκων, πολύ ασφαλέστερων, με λιγότερες παρενέργειες και καλύτερη αποτελεσματικότητα, κυρίως λόγω καλύτερης συμμόρφωσης των ασθενών. Υπάρχουν συγκεκριμένα πρωτόκολλα χορήγησης ψυχιατρικών φαρμάκων, ανάλογα με την ψυχική διαταραχή, τον αριθμό των παρελθόντων επεισοδίων αναζωπύρωσης της νόσου, την ηλικία, το φύλο, την συνύπαρξη σωματικών ασθενειών κλπ. κλπ. Οι όποιες παρενέργειες εμφανίζονται, αξιολογούνται προσεκτικά και σχεδόν όλες είναι αναστρέψιμες με την διακοπή του φαρμάκου ή με αντικατάσταση του. Σε καμία περίπτωση δεν ισχύει ότι οι ψυχικές διαταραχές έχουν ισόβια θεραπεία, πλην συγκεκριμένων καταστάσεων όπως π.χ. η Σχιζοφρένεια. Ακόμα και στις περιπτώσεις που θα χρειαστεί να χορηγηθούν φάρμακα στο υπόλοιπο του Βίου, αυτό γίνεται διότι όπως έχει αποδειχθεί επιστημονικά, κάθε υποτροπή που οφείλεται σε διακοπή φαρμάκου έχει πολλαπλάσιες πιθανότητες να μην ανταποκριθεί εκ νέου στην θεραπεία. Αυτό εξάλλου συμβαίνει και σε άλλες σωματικές καταστάσεις, που η θεραπεία είναι δια Βίου, π.χ. στην Υπέρταση, στο Άσθμα, στον Σακχαρώδη Διαβήτη, στην κατά Πλάκας Σκλήρυνση, στην Parkinson, σε μια σειρά ορμονολογικών, αυτοάνοσων παθήσεων κλπ.

Όταν ένα ψυχιατρικό φάρμακο προκαλεί παρενέργειες, μπορεί να διακοπεί ή να αντικατασταθεί από ένα άλλο. Όμως όταν διακοπεί το φάρμακο απότομα θα προκαλέσει σοβαρές, συχνά πολύ επικίνδυνες σωματικές όσο και ως συμπεριφορικές αντιδράσεις, που ενδεχομένως θα επιβάλλει  αναγκαστικά χορήγηση περισσοτέρων φαρμάκων.

Ένα ψυχιατρικό φάρμακο θα διακοπεί όταν δεν γίνεται καλά ανεκτό (παρενέργειες) ή δεν είναι αποτελεσματικό στον συγκεκριμένο ασθενή. Η διακοπή και αντικατάσταση του γίνεται πάντα με ελεγχόμενο διασταυρούμενο τρόπο (σταδιακή μείωση του ενός φαρμάκου που θα αποσυρθεί και σταδιακή αύξηση του άλλου φαρμάκου που αντικαθιστά το πρώτο). Κανείς ψυχίατρος δεν θα επιβάλλει απότομη διακοπή φαρμάκων, εκτός αν συντρέχουν πάρα πολύ σοβαροί λόγοι ζωής και θανάτου. Μέχρι στιγμής, κανένα ψυχιατρικό φάρμακο στην προτεινόμενη από την βιβλιογραφία δοσολογία, δεν έχει προκαλέσει θάνατο ασθενούς, ενώ ακόμα και οι αλλεργίες είναι εξαιρετικά σπάνιες (εν αντιθέσει με τα αντιβιοτικά για παράδειγμα). Το γνωστό Κακόηθες Νευροληπτικό Σύνδρομο, που θα μπορούσε να απειλήσει την ζωή του ασθενούς, είναι μια σπάνια κατάσταση μετά από χρόνια λήψη συγκεκριμένου φαρμάκου, που όμως έχει πλέον σχεδόν πλήρως αντικατασταθεί από νεότερα (στην μακροχρόνια χρήση).

Δυστυχώς, οι γιατροί δεν ενεργούν πάντα προς το συμφέρον των ασθενών τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην ψυχιατρική, όπου:
– Δεν υπάρχουν αποτελεσματικές ιατρικές θεραπείες.
– Τα ενοχλήματα των ασθενών συχνά δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν.
– Οι παρενέργειες συνήθως συγχέονται με μια υποτιθέμενη ψυχική ασθένεια.
– Τα συμφέροντα ενός τρίτου (των φαρμακευτικών εταιρειών) μπορεί να υπερισχύουν των συμφερόντων του ασθενούς.
– Οι ίδιοι οι γιατροί συχνά εξαπατούνται, διότι η γνώση τους για τα φάρμακα που συνταγογραφούν προέρχεται από τις εκστρατείες marketing των κατασκευαστών
.

Πέρα από την γνωστή Αντιψυχιατρική Θέση, που δεν επιδέχεται άλλης κριτικής, οι απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα συνοψίζονται στα εξής:
– Η ιατρική είναι μια συνεχώς εξελισσόμενη επιστήμη, που έχει σήμερα πολύ πιο αποτελεσματικές θεραπείες απ’ ότι πριν 20 χρόνια και πολύ λιγότερο αποτελεσματικές από τις θεραπείες που θα εφαρμόζονται μετά από 20 χρόνια.
– Τα ενοχλήματα των ασθενών λαμβάνονται σοβαρά υπόψιν, διότι μια αυτόβουλη διακοπή της θεραπείας λόγω παρενεργειών, ελλοχεύει τον κίνδυνο υποτροπής, που συνήθως είναι πολλαπλής σοβαρότητας από το προηγούμενο επεισόδιο. Ο ιατρός που δεν ακούει τον ασθενή του, απλώς δεν κάνει καλά την δουλειά του.
– Πράγματι το Άγχος μπορεί να υποδύεται σωματικές καταστάσεις και πολλές φορές συγχέονται οι παρενέργειες ενός φαρμάκου, με το άγχος του ασθενούς. Χρέος τόσο του ιατρού, όσο και του ασθενούς είναι να επιμείνουν στην διερεύνηση κάθε αναφερθέντος ενοχλήματος.
– Ισχύει, για κάποια μερίδα του ιατρικού κόσμου. Αν υπάρχει αυτή η υπόνοια για τον θεράποντα ιατρό (και ψυχίατρο), καλύτερα ο ασθενής να εγκαταλείψει τον ιατρό του σε ανεύρεση άλλου, διότι η αμοιβαία εμπιστοσύνη ιατρού-ασθενούς είναι προϋπόθεση για την επιτυχία μιας συνολικής θεραπείας. Και αυτό ισχύει για όλες τις ιατρικές ειδικότητες.
– Η αλήθεια είναι ότι τα marketing των φαρμακευτικών εταιρειών παρουσιάζουν τα προϊόντα τους με τα φωτεινότερα χρώματα. Προϊόν πουλούν δεν προσφέρουν αγαθοεργία και οι Νόμοι της Αγοράς είναι αδυσώπητοι. Χρέος πλέον του ιατρού είναι να ενημερώνεται σφαιρικά, να αναζητά πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα του, να διασταυρώνει τις πληροφορίες που καθημερινά δέχεται (και ο όγκος τους είναι τεράστιος), ώστε τελικώς να πράττει κατά ιατρική συνείδηση το έργο του.

Facebook Auto Publish Powered By : XYZScripts.com

Pin It on Pinterest

Share This