Ψυχική υγεία την χρονιά του covid-19

Ψυχική υγεία την χρονιά του covid-19

​Δημήτρης Πλουμπίδης, Ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής EKΠΑ

Ξεκινάμε από το τέλος του πρώτου χρόνου της πανδημίας, δηλαδή από τον Μάιο 2021 με την χαλάρωση πρώτα, την ουσιαστική κατάργηση στη συνέχεια των περιοριστικών μέτρων για την αντιμετώπιση τoυ κορονοϊού , με εξαίρεση κάποιους περιορισμούς στη συνάθροιση σε εσωτερικούς χώρους . Σημειώνουμε αυτό το τελευταίο δίμηνο σε ότι αφορά την ψυχική επιβάρυνση ,καθώς όλοι οι ψυχίατροι και ψυχολόγοι που γνωρίζω με έκπληξη είδαν τόσο πολλούς ανθρώπους να αναζητούν τις υπηρεσίες τους για προβλήματα που αφορούν κυρίως το άγχος και την κατάθλιψη.

Κατά κάποιο τρόπο αναμενόμενη εξέλιξη;

Η απομόνωση των ανθρώπων όλους αυτούς τους μήνες, ο φόβος του θανάτου, η οικονομική ανασφάλεια για πάρα πολλούς είχε συσσωρεύσει εντάσεις. Το άνοιγμα των δραστηριοτήτων ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει ενεργός ο κίνδυνος από τον covid-19 αύξησε το άγχος. Κάποιοι άρχισαν να κυκλοφορούν με την αίσθηση ότι κάνουν κάτι το επικίνδυνο, ενώ άλλοι συνεχίζουν σαν να βρίσκονται σε μια «σαν» κανονική πραγματικότητα. Η συνέχεια θα εξαρτηθεί από την ένταση ενός 4ου κύματος πού την πιστεύουμε μικρότερη, αλλά και από τις μεταλλάξεις του κορονοϊού.

Πλοία, τρένα λεωφορεία μόνο με στοιχειώδη μέτρα προστασίας και συνωστισμό από την αρχή της πανδημίας εξακολουθούν να είναι χώροι πιθανής μετάδοσης.

Ο εμβολιασμός συνεχίζεται με μεγάλες ανακολουθίες και δεν έχει καλύψει ακόμα σημαντικά τμήματα του πληθυσμού, όπως τις ηλικίες 20-30 ετών και τις ακόμα μικρότερες, εκεί όπου κυριαρχούν τα τουριστικά επαγγέλματα, οι μεγάλες μετακινήσεις, η έκθεση στον κίνδυνο.

Η υγεία και το οικονομικό μέλλον είναι οι δύο πόλοι υπόκωφου άγχους που μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους. Όλοι γνωρίζουμε την τεράστια κερδοσκοπία που έχει στηθεί γύρω από την πανδημία ο κίνδυνος όμως είναι πραγματικός απειλώντας και όσους θέλουν να τον αγνοούν ή να τον αποδίδουν σε ψέματα των ισχυρών.

Όλο τον χρόνο της πανδημίας η ενίσχυση του ΕΣΥ ήταν με το σταγονόμετρο, μόνο σε ότι αφορά τις νοσοκομειακές μονάδες covid 19, εγκατάλειψη των κέντρων υγείας ,των ΤοΜΥ, των γενικών γιατρών και των παθολόγων που παλεύουν μόνοι τους με τις ανάγκες του κόσμου. Συρρίκνωση της παρακολούθησης και της νοσηλείας για άλλα νοσήματα που με βεβαιότητα θα επιβαρύνει τις υπηρεσίες υγείας και τις στατιστικές των νεκρών. Είναι σαφέστατη η πρόθεση της κυβέρνησης να συρρικνώσει τον δημόσιο χαρακτήρα του ΕΣΥ, να παραδώσει καθοριστικούς τομείς της λειτουργίας του σε ιδιώτες, να στρέψει τους πιο εύπορους στην ιδιωτική ασφάλιση υγείας, να αναγκάσει τους νέους ασφαλισμένους να ρισκάρουν την επικουρική τους σύνταξη στο χρηματιστήριο. Να πείσει τον κόσμο ότι ο επιχειρηματικός κίνδυνος, η ιδιωτική λογική στην υγεία και οι ακριβές υπηρεσίες είναι η κανονική κατάσταση. Το δημόσιο χρήμα να μην ενισχύει άμεσα το Εθνικό Σύστημα Υγείας, αλλά να χρησιμεύει για να καλύψει και τις «τρύπες» ή και την κατάρρευση ιδιωτών παρόχων υπηρεσιών υγείας. Το ανατριχιαστκότερο είναι ότι πλασάρεται η ιδέα ότι ζούμε πάρα πολλά χρόνια και αυτό στοιχίζει. Άμεση προτεραιότητα της κυβέρνησης της Ν.Δ. να περιορίσει δραστικά τον δημόσιο έλεγχο που μεταφράζεται και σε ψήφους και να αυξήσει τον επιχειρηματικό.

Η πανδημία του covid 19 έφερε ορμητικά στο προσκήνιο όλα αυτά τα προβλήματα δημόσιας υγείας και οργάνωσης της υγείας που θα μας ακολουθήσουν στο μέλλον, ενώ οι επιχειρηματικές λύσεις θα εγκαταλείψουν τους ασθενέστερους οικονομικά μόνο με την στοιχειώδη κάλυψη.

Αυτό που ανέδειξε επίσης η πανδημία είναι η παγκοσμιότητα των προβλημάτων που αφορούν την υπερθέρμανση του πλανήτη, τις μεγάλες απειλές για την δημόσια υγεία που αφορούν πλούσιες και φτωχές χώρες, τον εντατικό τρόπο που καταστρέφουμε το γύρω μας φυσικό περιβάλλον. Μεγάλα προβλήματα που συνήθως ξεχνούμε ή και λοιδορούμε όταν περάσει ο άμεσος κίνδυνος και τα ξαναβρίσκουμε μπροστά μας.

Πηγή: https://peripteron.eu/psychiki-ygeia-tin-chronia-tou-covid-19/

Ramchandani P., Stein A. – “Οι επιπτώσεις που έχουν στα παιδιά οι ψυχικές διαταραχές των γονέων”

Ramchandani P., Stein A. – “Οι επιπτώσεις που έχουν στα παιδιά οι ψυχικές διαταραχές των γονέων”

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΑΣ – ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ 2003

Πριν από 4 δεκαετίες ο Michael Rutter σε μία πρωτοποριακή μονογραφία επεσήμανε κινδύνους στην ανάπτυξη παιδιών με γονείς με ψυχικές διαταραχές.  Από τότε ένας μεγάλος αριθμός ερευνών έχουν προσανατολιστεί σε αυτά τα παιδιά και τους γονείς τους.  Παρόλα αυτά έχουν καθυστερήσει κατά πολύ τα μέτρα για τη βοήθεια και την υποστήριξη αυτών των οικογενειών.  Δύο πρόσφατες μελέτες από εθνικά σώματα της Αυστραλίας και της Μ. Βρετανίας αργοπορημένα έκαναν κάποιες σημαντικές προτάσεις.  Πάντως υπάρχουν ακόμα πολλά που πρέπει να γίνουν όσον αφορά τη λήψη μέτρων και την ανάπτυξη παρεμβάσεων που βασίζονται σε δεδομένα.

Αρκετές κοινές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένων της κατάθλιψης, του άγχους και των διατροφικών διαταραχών, επηρεάζουν ενήλικες, οι οποίοι βρίσκονται στο στάδιο ανατροφής παιδιών.  Υπάρχουν στοιχεία ότι αυτές οι διαταραχές επιδρούν αρνητικά στην κοινωνική και ψυχολογική λειτουργία του ατόμου με αποτέλεσμα την εμφάνιση δυσκολιών στην εργασία και την οικογενειακή ζωή του.  Με το πέρασμα των χρόνων έχει αυξηθεί η αναγνώριση της πιθανής επίδρασης, την οποία μπορεί να ασκήσουν οι γονικές ψυχικές διαταραχές σε ένα παιδί.

Υπάρχει πιθανότητα να επηρεαστούν πολλές πτυχές της παιδικής ανάπτυξης, όπως η σωματική, η νοητική, η κοινωνική, η συναισθηματική και η συμπεριφορική ανάπτυξη.  Παρόλο που ένας αριθμός γενετικών και περιβαλλοντικών μηχανισμών είναι σημαντικοί για τη σύνδεση των γονικών ψυχικών διαταραχών με τις δυσκολίες των παιδιών, υπάρχουν σημαντικές αποδείξεις ότι η ποιότητα στις γονικές και οικογενειακές σχέσεις αποτελούν βασικούς παράγοντες μεσολαβητικούς. Η πολιτική υγείας σε αυτόν τον τομέα υγείας έχει επικεντρωθεί στις πιο βαριάς μορφής ψυχικές ασθένειες και ιδιαίτερα στους γονείς, οι οποίοι είναι ανάγκη να εισαχθούν στο νοσοκομείο, συνήθως σε περιπτώσεις σχιζοφρένειας ή διπολικής διαταραχής.

Όμως έχει δοθεί μικρότερη προσοχή σε άλλες διαταραχές, οι οποίες είναι πολύ πιο συχνές. Για να λάβουν βοήθεια τα παιδιά γονέων με ψυχικές διαταραχές, τα παιδιά αυτά πρέπει να αναγνωριστούν.  Αυτό ενέχει αρκετές δυσκολίες.  Δεν γίνεται συχνά στους νοσηλευόμενους στο νοσοκομείο η ερώτηση αν έχουν παιδιά και συνήθως δεν καταγράφονται στα ιατρικά αρχεία πληροφορίες σχετικά με παιδιά.  Σε ψυχιατρικές κλινικές ενηλίκων δε συνηθίζεται να παρέχονται διευκολύνσεις, ώστε παιδιά να επισκέπτονται τους γονείς τους.  Είναι ακόμα πιο δύσκολο να αναγνωριστούν τα παιδιά των οποίων οι γονείς πάσχουν από διαταραχή, αλλά είτε δεν έχουν επιζητήσει νοσηλεία σε νοσοκομείο, είτε το πρόβλημά τους δεν είναι γνωστό στις υπηρεσίες υγείας.  Παρόλο που υπάρχουν παραδείγματα καλής πρακτικής σε ορισμένες περιοχές, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές ανεπάρκειες.  Ο αντίκτυπος των γονικών ψυχικών διαταραχών στα παιδιά δεν περιλαμβάνεται συνήθως στην ιατρικής εκπαίδευση και σπάνια γίνεται άσκηση πάνω στον ευαίσθητο τομέα της συζήτησης για θέματα σχετικά με τους γονείς.  Το διαρκές στίγμα, το οποίο περιβάλλει τις ψυχικές ασθένειες, συμβάλλει επίσης στη δυσκολία συζήτησης τέτοιων θεμάτων.  Είναι ανάγκη οι γονείς να νιώθουν άνεση στην εξομολόγηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στους γενικούς γιατρούς ή ακόμα και στους δασκάλους όταν είναι απαραίτητο.  Είναι σημαντικό να ξεπεραστεί αυτό το στίγμα καθώς και άλλα εμπόδια.  Η αναγνώριση αυτών των παιδιών και η παροχή βοήθειας σε αυτά είναι σημαντική όχι προς όφελος του παιδιού μόνο αλλά έχει και γενικότερο όφελος.  Για παράδειγμα, τα παιδικά ψυχικά προβλήματα συνεχίζουν να υπάρχουν και μέχρι την ενηλικίωση σε μία σεβαστή μειονότητα περιπτώσεων και οι συνεχώς αυξανόμενες δαπάνες για την υγεία επηρεάζουν την κοινότητα στο σύνολό της. Υπάρχει μία ευκαιρία για πρόληψη. Σε δύο πρόσφατες μελέτες από οργανισμούς σε δύο διαφορετικές ηπείρους: την Ένωση Βρεφικής, Παιδικής και Οικογενειακής Ψυχικής Υγείας της Αυστραλίας και το Βασιλικό Κολλέγιο Ψυχιάτρων της Μ. Βρετανίας, έχουν αναγνωριστεί μέτρα.  Η πιο εκτεταμένη μελέτη των Αυστραλών τονίζει την ανάγκη για βελτιωμένη αναγνώριση των παιδιών με γονείς με ψυχικές ασθένειες, την ανάγκη για καλύτερη αναγνώριση των προβλημάτων αυτών των παιδιών και για παροχή βοήθειας για αυτά τα προβλήματα.  Επίσης προτείνει την αυξημένη στήριξη αυτών των γονέων στο γονικό τους ρόλο και επισημαίνει τα συγκεκριμένα μέτρα που μπορούν να ληφθούν για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.  Για να εφαρμοστούν αυτές οι προτάσεις θα ήταν απαραίτητες κάποιες αλλαγές στην παροχή υπηρεσιών, όπως η στενότερη συνεργασία των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και ψυχικής υγείας για ενήλικες με τις αντίστοιχες για παιδιά, μόρφωση του προσωπικού υγείας και η προοπτική του στίγματος να ενεργοποιεί τους γονείς ώστε να συζητούν ακόμα και το ρόλο τους ως γονείς χωρίς να φοβούνται ότι τα παιδιά τους θα εισαχθούν σε νοσοκομείο.

Οι συγγραφείς του άρθρου πιστεύουν ότι αυτές οι εξελίξεις στην παροχή υπηρεσιών πρέπει να συνδυαστούν με υψηλής ποιότητας έρευνα πάνω στις υπηρεσίες υγείας, ώστε να ανιχνευτούν οι αλλαγές και να αναγνωριστεί ο πιο αποτελεσματικός, επαρκής και αξιοπρεπής τρόπος για τη παροχή περίθαλψης σε αυτό το σύνθετο σύνολο παιδιών και οικογενειών.  Αυτές καθώς και άλλες αλλαγές στην αναγνώριση και τη θεραπεία των παιδιών υψηλού κινδύνου θα χρειαστεί να παρουσιαστούν με ευαίσθητο τρόπο.  Θα ήταν εύκολο να αυξηθεί ο στιγματισμός απέναντι στους γονείς με ψυχικά προβλήματα μέσα από μία φαινομενική υιοθέτηση μίας γλώσσας επίρριψης ευθύνης.  Το μήνυμα είναι και θα έπρεπε να είναι θετικό: οι γονείς με προβλήματα ψυχικής υγείας καθώς και τα παιδιά τους μπορούν να λάβουν βοήθεια και μάλιστα τους αξίζει η καλύτερη.

Ramchandani P,Stein A,British Medical Journal 327: 243-244, 2003

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Rutter M. Children of sick parents: an environmental and psychiatric study. Mauksley Monographs. London: Oxford University Press, 1966.
  • Royal College of Psychiatrists. Patients as parents: addressing the needs, including the safety, of children whose parents have mental illness.  Council report CR105. London: RCP, 2002.
  • Copfert M, Webster J, Seeman MV.  Parental psychiatric disorder: distressed parents and their families.  Cambridge: Cambridge University Press, 1996.
  • Barnes J, Stein A. Effects of parental psychiatric and physical illness on child development. In: Gelder M, Lopez-Ibor JJ, Andreasen N, ed. New Oxford textbook of psychiatry. Oxford: Oxford University Press, 2000.
  • Murray L, Cooper P.  Intergenerational transmission of affective and cognitive processes associated with depression: infancy and the preschool years. In: Goodyer I, ed. Unipolar depression: a lifespan perspective. Oxford: Oxford University Press, 2003.
  • Hawes V, Cottrell D. Disruption of children’s lives by maternal psychiatric admission. Psychiatr Bull 23: 153-156, 1999.
  • Howard L.  Psychotic disorders and parenting — the relevance of patients’ children for general adult psychiatric services.  Psychiatr Bull 24: 324-326, 2000.
  • Australian Infant Child., Adolescent and Family Mental Health Association.  Children of parents affected by a mental illness program updates index. www.aicafmha.net.au/copmi/national/programms/index.htm(accessed 16 May 2003)
  • Lyons D, McLoughlin D.  Recent advances: psychiatry.  BMJ 323: 1228-1231, 2001.
  • Fombonne E, Wostear G, Cooper V, Harrington R, Rutter M.  The Maudsley long-term follow-up of child and adolescent depression. 1. Psychiatric outcomes in adulthood.  Br J Psychiatry 179: 210-217, 2001.
Williams Janet – “Προτυποποιημένη συνέντευξη για τη συμπλήρωση της κλίμακας Hamilton (HDRS)”

Williams Janet – “Προτυποποιημένη συνέντευξη για τη συμπλήρωση της κλίμακας Hamilton (HDRS)”

Το κείμενο που παρατίθεται είναι αναδημοσίευση από την Ιστοσελίδα του Psycho NetMed Hellas

Η κλίμακα Hamilton για την κατάθλιψη δημιουργήθηκε από τον Maxwell Hamilton το 1960 και από τότε θεωρείται ως ένα από τα πιο αξιόπιστα εργαλεία για την εκτίμηση της βαρύτητας της κατάθλιψης αλλά και της αποτελεσματικότητας των διαφόρων θεραπειών.

Η συμπλήρωση της κλίμακας ωστόσο, παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες και απαιτεί ιδιαίτερη κλινική εξάσκηση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η αξιοπιστία της κλίμακας να εξαρτάται ιδιαίτερα από αυτόν που βαθμολογεί, ενώ η χρήση της κλίμακας από άπειρους κλινικούς είναι πιθανό να οδηγήσει σε λανθασμένες εκτιμήσεις. (Ας σημειωθεί εδώ ότι η κλίμακα δεν είναι διαγνωστικό εργαλείο αλλά εργαλείο εκτίμησης της βαρύτητας της νόσου). Εξ’αιτίας αυτών των προβλημάτων η ανάπτυξη μιας προτυποποιημένης συνέντευξης θεωρείται επιβεβλημένη εάν κανείς επιθυμεί υψηλή αξιοπιστία.

Μια τέτοια προτυποποιημένη συνέντευξη έχει αναπτύξει η Janet Williams και είναι δημοσιευμένη στο περιοδικό Archives of General Psychiatry 1988;45:742-747.


Προτυποποιημένη Συνέντευξη για την Συμπλήρωση της κλίμακας Hamilton

Από : Janet Williams (Arch Gen Psychiatry 1988;45:742-747)
Μετάφραση : Πέτρος Σκαπινάκης

Σημείωση για τον εξεταστή : Η πρώτη ερώτηση για κάθε ένα από τα θέματα (items) της κλίμακας πρέπει να ερωτηθεί ακριβώς όπως αναγράφεται. Αρκετά συχνά η ερώτηση αυτή θα αποσπάσει σημαντικές πληροφορίες σχετικές με την ένταση και την συχνότητα των συμπτωμάτων, ώστε να είναι δυνατή η βαθμολόγηση με αξιοπιστία. Σε περίπτωση που αυτό δεν συμβεί, ωστόσο, μια σειρά διαδοχικών ερωτήσεων χρησιμοποιείται ώστε να αποσαφηνιστεί η κατάσταση του ασθενή. Οι ερώτήσεις αυτές γίνονται με τη σειρά που αναγράφονται μέχρι ο εξεταστής να μπορεί να βαθμολογήσει με εμπιστοσύνη το κάθε θέμα.

Πριν την έναρξη της συνέντευξης μπορεί να προηγηθεί η εξής δήλωση από τον εξεταστή :
“Θα ήθελα να σας κάνω μερικές ερωτήσεις σχετικά με το πώς νιώθατε την εβδομάδα που πέρασε”


1. ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

Ι. Πώς ήταν το κέφι σας και η διάθεσή σας την εβδομάδα που πέρασε;
Ια. Αισθανόσασταν καθόλου στεναχωρημένος ή μελαγχολικός;
Ιβ. Λυπημένος, απελπισμένος;
Ιγ. Πόσο συχνά αισθανόσαστε έτσι την εβδομάδα που πέρασε; Κάθε μέρα;Όλη μέρα;
Ιδ. Μήπως σας ήρθε να κλάψετε καθόλου;


2. ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΕΝΟΧΗΣ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, μήπως κατηγορούσατε ιδιαίτερα τον εαυτό σας για λάθη που κάνατε ή επειδή απογοητεύσατε τους άλλους ανθρώπους;
Εάν ναι : Ποιές ακριβώς ήταν οι σκέψεις σας;
Ια. Μήπως αισθάνεστε ενοχές για κάτι που κάνατε ή δεν κάνατε;
Ιβ. Μήπως νομίζετε ότι αυτά τα προβλήματα που έχετε τα έχετε προκαλέσει κατά κάποιο τρόπο εσείς ο ίδιος
Ιγ. Μήπως αισθάνεστε ότι τα προβλήματα αυτά είναι κατά κάποιο τρόπο σαν τιμωρία γι’αυτά που έχετε κάνει;


3. ΤΑΣΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, μήπως σκεφτόσασταν ότι δεν αξίζει να ζει κανείς, ότι θα ήταν καλύτερα να έχετε πεθάνει; Μήπως σας μπήκαν σκέψεις να κάνετε εσείς ο ίδιος κακό στον εαυτό σας ή ακόμη και να αυτοκτονήσετε;
Εάν ναι: Ποιές ακριβώς σκέψεις κάνατε; Μήπως έχετε ήδη προσπαθήσει να κάνετε κακό στον εαυτό σας;


4. ΑΡΧΙΚΗ ΑΫΠΝΙΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε πώς ήταν ο ύπνος σας;
Ια. Μήπως υπήρχε δυσκολία να σας πάρει ο ύπνος; (Από τη στιγμή που πέσατε στο κρεβάτι πόση ώρα πέρασε για να σας πάρει ο ύπνος;)
Ιβ. Πόσες νύχτες αυτή την εβδομάδα είχατε πρόβλημα να σας πάρει ο ύπνος;


5. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΫΠΝΙΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, σας έτυχε καθόλου να ξυπνήσετε κατά τη διάρκεια της νύχτας;
Εάν ναι : Σηκωθήκατε καθόλου από το κρεβάτι;Τι κάνατε; (Πήγατε μόνο στην τουαλέτα; ).
Ια. Όταν γυρνάτε στο κρεβάτι σας παίρνει ο ύπνος αμέσως;
Ιβ. Μήπως πιστεύετε ότι ο ύπνος σας ήταν ανήσυχος ή διαταραγμένος κάποιες από τις νύχτες;


6. ΟΨΙΜΗ ΑΫΠΝΙΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, τι ώρα σηκωνόσαστε από το κρεβάτι (για τελευταία φορά);
Εάν είναι νωρίς : Ξυπνάτε μόνος σας ή με ξυπνητήρι; Τι ώρα ξυπνάγατε συνήθως; (πριν αρχίσουν τα προβλήματα αυτά)


7. ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, πώς περνάγατε την ώρα σας (όταν δεν ήσαστε στη δουλειά σας);
Ια. Είχατε καθόλου ενδιαφέρον να κάνετε (αυτά τα πράγματα) ή νομίζετε ότι έπρεπε να πιέσετε τον εαυτό σας για να τα κάνετε;
Ιβ. Μήπως σταματήσατε να κάνετε πράγματα που συνηθίζατε;
Εάν ναι : Γιατί;
Ιγ. Υπάρχει κάτι που προσδοκείτε με ανυπομονησία;
Στο follow-up : Το ενδιαφέρον σας γύρισε πάλι στα κανονικά του επίπεδα;


8. ΕΠΙΒΡΑΔΥΝΣΗ

Βαθμολογείστε με βάση την παρατήρηση κατά την διάρκεια της συνέντευξης.


9. ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΝΗΣΥΧΙΑ

Βαθμολογείστε με βάση την παρατήρηση κατά την διάρκεια της συνέντευξης.


10. ΑΓΧΟΣ ΨΥΧΙΚΟ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, μήπως ήσαστε ιδιαίτερα ευερέθιστος και βρισκόσασταν συνεχώς σε τάση;
Ια. Μήπως στεναχωριόσασταν πολύ για ασήμαντα πράγματα, για τα οποία συνήθως δεν στεναχωριέστε;
Εάν ναι : Φέρτε μου ένα παράδειγμα.


11. ΑΓΧΟΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, είχατε κανένα από τα παρακάτω συμπτώματα;
(Διαβάστε την λίστα, σταματώντας ύστερα από κάθε σύμπτωμα για να σας απαντήσει)
Γαστρεντερικό : ξηροστομία, αέρια, δυσπεψία, διάρροιες, φούσκωμα, τάση για έμετο
Καρδιαγγειακό : αίσθημα παλμών, πονοκέφαλοι
Αναπνευστικό : υπέρπνοια(γρήγορη αναπνοή), συχνοί αναστεναγμοί
Ουροποιητικό : Συχνουρία
Δέρμα : έντονη εφίδρωση.
Πόσο πολύ σας ενόχλησαν αυτά τα συμπτώματα; (Πόσο έντονα ήταν; Πόσο συχνά τα είχατε; Πόσο διαρκούσαν;)
Σημείωση : Μην αξιολογείτε, όταν είναι προφανές ότι τα συμπτώματα οφείλονται σε λήψη φαρμάκων (π.χ. ξηροστομία και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)


12. ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΑ ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, πώς ήταν η όρεξή σας για φαγητό; (αν την συγκρίνετε με τη συνηθισμένη σας)
Ια. Μήπως έπρεπε να πιέσετε τον εαυτό σας για να φάτε;
Ιβ. Μήπως οι άλλοι έπρεπε να σας πιέσουν για να φάτε;


13. ΓΕΝΙΚΑ ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, πώς ήταν σε γενικές γραμμές η φυσική σας κατάσταση, η “ενέργειά” σας;
Ια. Μήπως αισθανόσαστε κουρασμένος όλον τον καιρό;
Ιβ. Μήπως είχατε πόνο στη μέση, πονοκέφαλους ή πόνους στους μύς;
Ιγ. Μήπως είχατε αίσθημα βάρους στα άκρα, τη ράχη ή το κεφάλι;


14. ΓΕΝΝΗΤΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, πώς ήταν η διάθεσή σας να κάνετε έρωτα; (δεν εννοώ την απόδοσή σας, αλλά εάν είχατε ενδιαφέρον να κάνετε έρωτα, πόσο πολύ το σκεφτόσασταν)
Ια. Μήπως υπήρξε κάποια αλλαγή όσον αφορά το ενδιαφέρον σας για έρωτα; (σε σύγκριση με την περίοδο που δεν είχατε προβλήματα)


15. ΥΠΟΧΟΝΔΡΙΑΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, πόσο πολύ σας απασχόλησε η υγεία σας; (σε σύγκριση με το ενδιαφέρον που δίνετε συνήθως)
Ια. Μήπως παραπονιόσασταν ιδιαίτερα για την κατάσταση της υγείας σας;
Ιβ. Μήπως ζητάγατε πιο συχνά την βοήθεια άλλων για προβλήματα της υγείας σας, που άλλοτε μπορούσατε να αντιμετωπίσετε μόνος σας;
Εάν ναι : Δώστε μου ένα παράδειγμα. Πόσο συχνά συνέβη αυτό;


16. ΑΠΩΛΕΙΑ ΒΑΡΟΥΣ

Ι. Χάσατε καθόλου βάρος από τότε που ξεκίνησαν αυτά τα προβλήματα;
Εάν ναι : Πόσα;
Εάν δεν είναι βέβαιος : Μήπως διαπιστώσατε τα ρούχα σας να είναι πιο χαλαρά επάνω σας;
Στο follow-up : Κερδίσατε καθόλου το βάρος που είχατε χάσει;


17. ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΣΗΡΟΥ (ΕΝΑΙΣΘΗΣΙΑ)

Βαθμολογήστε με βάση το ιστορικό και την παρατήρηση


18. ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΗ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, μήπως αισθανόσασταν καλύτερα ή χειρότερα κάποια ιδιαίτερη ώρα της ημέρας – το πρωϊ ή το βράδυ;

Εάν ναι : Πόσο πολύ άσχημα αισθανόσασταν; (το πρωϊ ή το βράδυ)
Εάν δεν είναι σίγουρος : Λιγάκι χειρότερα ή πολύ χειρότερα;


19. ΑΠΟΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΜΑ ΜΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, μήπως νιώσατε ότι οι άνθρωποι γύρω σας ή τα αντικείμενα είναι μη πραγματικά και απόμακρα ή ότι είναι σα να ζείτε σε ένα όνειρο, αποκομμένοι από τους άλλους ανθρώπους; Μήπως νιώσατε ότι τα αισθήματά σας και οι εμπειρίες σας δεν είναι δικά σας, ότι είναι απόμακρα;
Εάν ναι : Πόσο έντονα ήταν αυτά τα αισθήματα; Πόσο συχνά συνέβη αυτό κατά την διάρκεια της εβδομάδας;


20. ΠΑΡΑΝΟΪΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, μήπως σκεφτόσασταν ότι κάποιος προσπαθεί να σας βλάψει ή να σας κάνει κακό;
Εάν όχι : Μήπως σκεφτήκατε ότι μπορεί να σας σχολιάζουν πίσω από την πλάτη σας;
Εάν ναι : Μιλήστε μου λίγο γι’αυτό


21. ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ι. Την εβδομάδα που πέρασε, μήπως είχατε την τάση να κάνετε πράγματα ξανά και ξανά, όπως π.χ. να ελέγχετε αν έχουν κλείσει οι πόρτες, το μάτι της κουζίνας, ο θερμοσίφωνας κ.λ.π. , για να σιγουρευτείτε ότι όλα είναι εντάξει;

Εάν ναι : Δώστε μου ένα παράδειγμα
Μήπως επίσης κάνατε σκέψεις χωρίς νόημα, που όμως έρχονταν συνεχώς στο μυαλό σας;
Εάν ναι : Δώστε μου ένα παράδειγμα


Το τεστ της Κλίμακας Hamilton για την Κατάθλιψη μπορείτε να το βρείτε στην ιστοσελίδα μας (μόνο για επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας): https://psychomed.gr/online-test/Hamilton-Rating-Scale-for-Depression/index.htm

και η Κλίμaκα Hamilton για το Άγχος εδώ: https://psychomed.gr/online-test/Hamilton-Rating-Scale-for-Anxiety/index.htm

Η πρόληψη της μείζονος συναισθηματικής διαταραχής σε νέα άτομα

Η πρόληψη της μείζονος συναισθηματικής διαταραχής σε νέα άτομα

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΑΣ – ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ 2003”

H μείζων κατάθλιψη αποτελούσε τη τέταρτη σε σπουδαιότητα διαταραχή ως προς την επιβάρυνση από ασθένειες σε παγκόσμιο επίπεδο κατά το 1990 και υπολογίζεται ότι θα είναι δεύτερη έως το 2020.  Αποτελεί την κύρια αιτία αναπηρίας στις αναπτυγμένες χώρες και το βασικό ερώτημα είναι γιατί η επιβάρυνση λόγω της κατάθλιψης δεν μειώνεται με τον ίδιο ρυθμό όπως οι λοιμώδεις και περιγεννητικές παθήσεις, οι οποίες το 1990 προκαλούσαν μεγαλύτερη επιβάρυνση.  Κατά τα τελευταία 5 έτη επιβεβαιώνεται όλο και περισσότερο η άποψη ότι η κατάθλιψη αποτελεί υποτροπιάζουσα διαταραχή, που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως χρόνια νόσος.  Έχει υπολογισθεί ότι προς το παρόν αποτρέπεται περίπου 13% της συνολικής επιβάρυνσης που προκαλεί η κατάθλιψη.  Έχει επιπλέον υπολογισθεί ότι, αν ήταν ιδανικές οι συνθήκες ως προς την κάλυψη των ασθενών και τις δυνατότητες των κλινικών γιατρών και δεν υπήρχαν προβλήματα σχετικά με την παροχή και τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών υγείας, η επιβάρυνση θα μπορούσε να αποτραπεί μόνο σε ποσοστό 36% με τη χρήση των παρεμβάσεων και των γνώσεων που είναι διαθέσιμες σήμερα.  Συνεπώς, φαίνεται ότι ποσοστό 64% της επιβάρυνσης που προκαλεί η μείζων κατάθλιψη δεν μπορεί να αποτραπεί.  Πρόκειται για μία κατάσταση, στην οποία η αποτελεσματική πρόληψη μπορεί να έχει ζωτική σημασία.  Από πληθυσμιακές μελέτες προκύπτει ότι περίπου το ένα τρίτο των ασθενών, που στη διάρκεια της ζωής τους πληρούν τα κριτήρια της μείζονος κατάθλιψης, αναφέρουν ότι το πρώτο επεισόδιο εκδηλώθηκε σε ηλικία μικρότερη των 21 ετών.  Άρα, η  πρόληψη, αν πρόκειται να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να έχει στόχο τα άτομα νέας ηλικίας.

Υπάρχουν προγράμματα με κύριο στόχο την πρόληψη της κατάθλιψης;  Οι πρόσφατες ανασκοπήσεις σχετικά με την πρόληψη των ψυχικών διαταραχών είναι αισιόδοξες για το γενικό ζήτημα της πρόληψης, αν και εμφανίζονται κάπως επιφυλακτικές ως προς τα προγράμματα πρόληψης της κατάθλιψης.  Σε ορισμένες μελέτες που δημοσιεύτηκαν κατά το έτος 2001 διαφαίνεται μεταβολή αυτής της άποψης.  Προγράμματα πρόληψης (που έχουν ονομασθεί γενικά προγράμματα) μπορούν να έχουν εφαρμογή σε ολόκληρο τον πληθυσμό ή να κατευθύνονται προς τα άτομα με αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου ή πρώιμα συμπτώματα.  Οι γενικές παρεμβάσεις ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη αποδοχή, κοστίζουν, όμως, περισσότερο, ενώ οι κατευθυνόμενες παρεμβάσεις εξαρτώνται από την ακρίβεια προγραμμάτων ελέγχου, που ενδέχεται να προκαλέσουν στιγματισμό όσων επιλεγούν. Γενικά προγράμματα με στόχο την πρόληψη της κατάθλιψης. Σε μελέτη του 1993, ο Clarke και συνεργάτες παρέθεσαν στοιχεία για δύο προγράμματα παρέμβασης σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.  Στο πρώτο πρόγραμμα, οι μαθητές κατανεμήθηκαν τυχαία σε τρία μαθήματα στην τάξη σχετικά με τα συμπτώματα, τα αίτια και τη θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης και ενθαρρύνθηκαν στην εφαρμογή ευχάριστων δραστηριοτήτων με στόχο την πρόληψη της εμφάνισης ή της έξαρσης καταθλιπτικής διάθεσης.  Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, παρατηρήθηκε κάποια βραχυπρόθεσμη βελτίωση στα αγόρια που έλαβαν μέρος στη μελέτη, που όμως δεν διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια των 12 εβδομάδων της παρακολούθησης.  Στο δεύτερο πρόγραμμα, οι μαθητές κατανεμήθηκαν τυχαία σε πέντε μαθήματα σχετικά με την κατάθλιψη, 4 από τα οποία επικεντρωνόταν στην απόκτηση δεξιοτήτων ως προς τον προγραμματισμό ευχάριστων δραστηριοτήτων.  Δεν διαπιστώθηκε διαφορά μεταξύ των ομάδων παρέμβασης και ελέγχου, παρά το επαρκές μέγεθος των ομάδων.  Κατά μία άποψη, οι παρεμβάσεις στα προγράμματα αυτά ίσως δεν είχαν αρκετή ισχύ για ένα ωφέλιμο αποτέλεσμα. Σε άλλη μελέτη, 260 μαθητές έλαβαν μέρος σε έρευνα που είχε ενταχθεί στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.  Αρχικά, πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε μαθητές ηλικίας 14 και 15 ετών, τρεις φορές σε χρονικό διάστημα 15 μηνών.  Το επόμενο έτος, οι μαθητές της ίδιας ηλικίας αξιολογήθηκαν με τον ίδιο τρόπο, με τη διαφορά ότι μεταξύ πρώτης και δεύτερης αξιολόγησης παρακολούθησαν 11 συνεδρίες τύπου γνωσιακής θεραπείας σε μικρές ομάδες.  Το πρόγραμμα ήταν υπό την εποπτεία ψυχολόγων και το ποσοστό συμμετοχής των μαθητών ήταν 88%. Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: η ομάδα παρέμβασης, σε αντίθεση με την ομάδα ελέγχου, εμφάνισε σημαντική μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, που παρέμεινε αναλλοίωτη σε όλη τη διάρκεια των 10 μηνών της παρακολούθησης.  Το συνολικό μέγεθος του αποτελέσματος ήταν μικρό, αλλά οι συγγραφείς παρουσίασαν στοιχεία ότι ποσοστό 13% των παιδιών στην ομάδα παρέμβασης, που, με βάση την ομάδα ελέγχου, θα συνέχιζαν να εμφανίζουν υποκλινική ή κλινική κατάθλιψη, είχε πλέον φυσιολογική βαθμολογία.  Οι 11 ώρες εκπαίδευσης ανά συμμετέχοντα που εμφάνισε βελτίωση αποδείχθηκαν πιο αποτελεσματικές από την κλινική θεραπεία.  Οι συγγραφείς υποστήριξαν την ευρύτερη εφαρμογή των γενικών προγραμμάτων πρόληψης της κατάθλιψης. Σε μελέτη του 1997, που περιλάμβανε ψυχοεκπαίδευση και λύση προβλημάτων παιδιών ηλικίας 11-14 ετών από κλινικούς ψυχολόγους σε 16 συνεδρίες στην τάξη, με στόχο την αύξηση της ικανότητας των παιδιών να αντιμετωπίζουν δυσκολίες και τη μείωση της εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων, δεν διαπιστώθηκε ικανοποιητικό αποτέλεσμα με τη συμπλήρωση της μελέτης και κατά την επανεξέταση μετά από 12 μήνες. Πρόσφατη μελέτη αναφέρει τα αποτελέσματα προγράμματος, στο οποίο συμμετείχαν 1500 σπουδαστές και αφορούσε σε 8 εκπαιδευτικές συνεδρίες με στόχο τη βελτίωση της δυνατότητας επίλυσης προβλημάτων και, σε μικρότερο βαθμό, τη μείωση της αρνητικής γνωσιακής προκατάληψης.  Στην ομάδα παρέμβασης, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, διαπιστώθηκε σημαντική μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων με την ολοκλήρωση του προγράμματος.  Κατά την επανεξέταση μετά από 12 μήνες, οι μαθητές υψηλού κινδύνου διατήρησαν τη βελτίωση της δυνατότητας επίλυσης προβλημάτων, αλλά το συνολικό όφελος ως προς τα καταθλιπτικά συμπτώματα δεν ήταν πλέον εμφανές.  Η μελέτη ήταν καλά σχεδιασμένη, με δυνατότητα επισήμανσης κλινικά σημαντικών διαφορών.  Η διαφορά με τις προηγούμενες μελέτες ήταν ότι η εκπαίδευση γινόταν από το εκπαιδευτικό προσωπικό, σε ολόκληρη την τάξη και η έμφαση δινόταν στην επίλυση προβλημάτων και όχι στη γνωσιακή θεραπεία.  Παρ’ όλα αυτά, η εξασθένιση του αποτελέσματος που παρατηρήθηκε κατά την επανεξέταση ήταν απογοητευτική.

Κατευθυνόμενα προγράμματα πρόληψης

Τα παιδιά γονέων που πάσχουν από κατάθλιψη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν και αυτά κατάθλιψη και τα αίτια είναι μάλλον ψυχολογικά και όχι γενετικά.  Σε τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη, γονείς και παιδιά από 36 οικογένειες συμμετείχαν σε κλινική παρέμβαση μέσω 6 έως 10 συνεδριών ή σε 2 συνεδρίες διάλεξης και συζήτησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν αυξημένη ικανοποίηση και ενημέρωση στην ομάδα παρέμβασης, αλλά καμιά διαφορά στη βαθμολογία της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας των παιδιών. Μια παρεμφερής μελέτη είχε ως στόχο 94 έφηβους ηλικίας 13 έως 18 ετών, παιδιά γονέων με ιστορικό κατάθλιψης.  Τα παιδιά εμφάνιζαν καταθλιπτικά συμπτώματα, που δεν πληρούσαν τα κριτήρια συναισθηματικής διαταραχής του DSM-III-R.  Τα παιδιά κατανεμήθηκαν τυχαία σε συνήθη αντιμετώπιση ή σε 15 συνεδρίες γνωσιακής θεραπείας σε μικρές ομάδες από θεραπευτές κατόχους διπλώματος εξειδίκευσης (master). Μετά από παρακολούθηση με μέση διάρκεια 15 μηνών, η συχνότητα μείζονος κατάθλιψης στην ομάδα παρέμβασης ήταν 9,3% σε σύγκριση με 28,8% στην ομάδα ελέγχου – ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Παρόμοιο αποτέλεσμα είχε επιτευχθεί σε ομάδα 150 εφήβων με καταθλιπτική συμπτωματολογία, οι οποίοι κατά τη συνέντευξη δεν πληρούσαν τα διαγνωστικά κριτήρια για μείζονα κατάθλιψη ή δυσθυμία.  Μετά από εφαρμογή του ίδιου προγράμματος των 15 συνεδριών, διαπιστώθηκε ότι μετά από 12 μήνες, η συχνότητα της μείζονος κατάθλιψης στην ομάδα παρέμβασης ήταν 14,5% σε σύγκριση με 25,7% στην ομάδα ελέγχου.  Φαίνεται ότι η πρόληψη κοστίζει λιγότερο από την αναμονή της εμφάνισης κλινικών συμπτωμάτων και τη θεραπευτική αντιμετώπισή τους. Υπάρχουν στοιχεία ότι ο αρνητικός τρόπος προσέγγισης των προβλημάτων αποτελεί παράγοντα κινδύνου για κατάθλιψη.  Σε μελέτη 118 παιδιών της 5ης και 6ης τάξης του δημοτικού σχολείου (ηλικίας 10-11 και 11-12 ετών αντίστοιχα), που διέτρεχαν κίνδυνο κατάθλιψης, εφαρμόστηκε παραλλαγή του προγράμματος αισιοδοξίας Penn σε 12 ομαδικές συνεδρίες διάρκειας 2 ωρών η κάθε μία μετά την ολοκλήρωση του ημερήσιου προγράμματος μαθημάτων.  Το πρόγραμμα έδινε έμφαση στη γνωσιακή θεραπεία, αλλά περιείχε στοιχεία επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων, χαλάρωσης και θετικής ενίσχυσης.  Τα παιδιά στην ομάδα παρέμβασης ανέφεραν σημαντικά λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης στη διάρκεια των επόμενων 2 ετών, ενώ στην ίδια ομάδα διαπιστώθηκε μείωση κατά 50% των συμπτωμάτων μέσης και μεγάλης βαρύτητας.  Με τη συμπλήρωση του τρίτου έτους οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων είχαν εξαφανισθεί, αλλά το ποσοστό εξόδου από τη μελέτη είχε φθάσει σε 43%.Σε άλλη μελέτη έγινε επιλογή πρωτοετών φοιτητών με τον πιο απαισιόδοξο τρόπο προσέγγισης των προβλημάτων και τυχαία κατανομή τους σε 8 δίωρες συνεδρίες με έμφαση στη γνωσιακή θεραπεία ή σε καμιά παρέμβαση.  Στην ομάδα παρέμβαση διαπιστώθηκε θετικό αποτέλεσμα ως προς τα αυτοναφερόμενα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους, που όμως δεν αφορούσε τα βαρύτερα επίπεδα κατάθλιψης.

Σχόλιο

Υπάρχουν αρκετές μελέτες που ασχολούνται με το ερώτημα «Μπορεί να προληφθεί η κατάθλιψη στα νέα άτομα;».  H χρησιμοποίηση δασκάλων στην τάξη με στόχο τη βραχεία ψυχοεκπαίδευση, δεν φαίνεται να έχει αποτέλεσμα.  Η χρησιμοποίηση ψυχολόγων και δασκάλων στο περιβάλλον της σχολικής αίθουσας με στόχο την παροχή εκτεταμένης ψυχοεκπαίδευσης και επίλυσης προβλημάτων επίσης δεν φαίνεται να έχει αποτέλεσμα.  Η χρησιμοποίηση μεθόδων γνωσιακής θεραπείας ή γνωσιακής θεραπείας συμπεριφοράς από ψυχολόγους φαίνεται να έχει κάποιο αποτέλεσμα, που μερικές φορές περιορίζεται στα συμπτώματα και άλλες στη μείωση της συχνότητας της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής.  Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η αποτελεσματικότητα αλλά η αποτελεσματικότητα σε συνθήκες κλινικής πράξης.  Σε καμιά χώρα δεν υπάρχουν αρκετοί ψυχολόγοι, που να έχουν εκπαιδευθεί στη γνωσιακή θεραπεία και να επαρκούν για την εφαρμογή γενικών ή κατευθυνόμενων προγραμμάτων πρόληψης μέσω του σχολείου. Δεν υπάρχουν στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι οι πρόσφατες πρωτοβουλίες συμβάλλουν στη μείωση του επιπολασμού της κατάθλιψης, ούτε ότι υπάρχουν διαθέσιμες γνωσιακές θεραπείες που μπορούν να μειώσουν την επίπτωσή της.  Δεν είναι απλά θέμα πρόληψης της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής σε ομάδες υψηλού κινδύνου.  Αν υιοθετηθεί προσέγγιση τύπου δημόσιας υγείας και μειωθεί η συχνότητα των καταθλιπτικών συμπτωμάτων στο γενικό πληθυσμό κατά ένα μικρό ποσοστό, θα επιτευχθεί αντίστοιχη μείωση του συνολικού αριθμού των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη.  Το πρόβλημα είναι η παροχή υπηρεσιών.  Η προσέγγιση που διερευνάται τώρα είναι η εφαρμογή στα σχολεία διαδραστικών προγραμμάτων μέσω υπολογιστών, με παράλληλη υποστήριξη από κατευθυνόμενη πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το πρόβλημα είναι πολύ σημαντικό για να περιοριστεί στην παραδοσιακή μέθοδο της παρέμβασης πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά αποτελεί σημαντική πρόοδο η διαπίστωση ότι η γνωσιακή θεραπεία είναι μέθοδος πρόληψης της κατάθλιψης με καλή σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας σε ομάδες υψηλού κινδύνου.

Andrews G et al. British Journal of Psychiatry 181 : 460-462, 2002

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Andrews G.  Should depression be managed as a chronic disease?  BMJ 322: 419-421, 2001
  • Beardslee WR, Wright EJ, Salt P et al.  Examination of childrens’ responses to two preventive strategies over time.  J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 36: 196-204, 1997
  • Beardslee WR, Versage EM, Gladstone TRG.  Children of affectively ill parents: a review of the past 10 years.  J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 37: 1134-1141, 1998
  •  Clarke GN, Hawkins W, Murphy M et al.  School-based prevention of depressive symptomatology in adolescents.  J Adolesc Res 8: 183-204, 1993
  • Clarke GN, Hawkins W, Murphy M et al.  Targeted prevention of unipolar depressive disorder in an at-risk sample of high school students. J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 34: 312-321, 1995
  • Clarke GN, Hornbrook M, Lynch F et al.  A randomized trial of group cognitive intervention for preventing depression in adolescent offspring of depressed parents.
  • Arch Gen Psychiatry 58: 1127-1134, 2001
  • Gillham JE, Reivich KJ.  Prevention of depression in schoolchildren.  Psychol Sci 10: 461-462, 1999
  • Greenberg MT, Domitrovitch C, Bumbarger B.  The prevention of mental disorders in school-aged children: current state of the field.  Prevention and Treatment 4, article 1, 2001
Εισαγωγή στην Ψυχοφαρμακολογία

Εισαγωγή στην Ψυχοφαρμακολογία

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Από αρχαιοτάτων χρόνων ο άνθρωπος χρησιμοποίησε το αλκοόλ, το όπιο, το χασίς και τα παραισθησιογόνα για να επηρεάσει τις ψυχικές του λειτουργίες.

Στον Πίνακα παρουσιάζονται οι διάφοροι σταθμοί στην νεότερη ιστορία της ψυχοφαρμακολογίας

  • 1845 – Χρήση του χασίς για την θεραπεία της σχιζοφρένειας
  • 1869 – Τα άλατα χλωρίου στην κατάθλιψη
  • 1875 – Χρήση της κοκαΐνης από τον Freud για θεραπευτικούς σκοπούς
  • 1892 – Έρευνες με χρήση της παραλδεϋδης, αλκοόλ, αιθέρα και μορφίνης από τον Kraepelin
  • 1903 – Τα βαρβιτουρικά στην Ψυχιατρική
  • 1917 – Πρόκληση πυρετού ελονοσίας για την θεραπεία της Σχιζοφρένειας.
  • 1927 – Πρόκληση κώματος με βαρβιτουρικά και ινσουλίνη για την Σχιζοφρένεια
  • 1931 – Η ρεζερπίνη εισάγεται στην Ψυχιατρική
  • 1936 – Πρόσθιες λοβοτομές
  • 1938 – Πρώτη εφαρμογή της ECT
  • 1949 – Cade (λίθιο)
  • 1952 – Delay & Deniker (χλωροπρομαζίνη)
  • 1955 – Selikoff και Delay, (ιπρονιαζίδη)
  • 1950-1960 περίοδος των κλινικών μελετών
  • πρόοδος στην κατανόηση των νευρικών συνάψεων (1960-1970), των υποδοχέων (1970-1980) και των μετασυναπτικών μηχανισμών (1980-1990)

Η πρόοδος της σύγχρονης ψυχοφαρμακολογίας αρχίζει το 1952 με την έρευνα των δράσεων της χλωροπρομαζίνης σε ψυχιατρικούς ασθενείς από τους Delay και Deniker. Βέβαια, ήδη από το 1949 ο Cade στην Αυστραλία είχε ανακαλύψει τις θεραπευτικές ιδιότητες του λιθίου στη μανία, αλλά η γενική αποδοχή του συγκεκριμένου φάρμακου καθυστέρησε αρκετά. Το 1952 περιγράφηκε επίσης, από τους Selikoff και Delay, η αντικαταθλιπτική δράση της ιπρονιαζίδης (που αργότερα ανακαλύφθηκε ότι είναι αναστολέας της ΜΑΟ) και το 1957 ο Kuhn δημοσίευσε τα χαρακτηριστικά της αντικαταθλιπτικής δράσης του τρικυκλικού αντικαταθλιπτικού ιμιπραμίνη. Σε ότι αφορά τα αγχολυτικά, το 1957 ο Οί­xon παρουσιάζει τη μεπροβαμάτη και το 1960 ο Sternbach συνέθεσε και μελέτησε τη χλωροδιαζεποξείδη.

Η δεκαετία 1950-1960 υπήρξε η περίοδος των κλινικών μελετών. Χαρακτηριστικά, κατά τη δεκαετία αυτή μόνο η χλωροπρομαζίνη δόθηκε σε περισσότερους από 50.000.000 ασθενείς και δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικά περιοδικά 10.000 κλινικές μελέτες για τη δράση της. Η κλινική εφαρμογή των ψυχοτρόπων φαρμάκων δημιούργησε το ερέθισμα να ερευνηθεί ο μηχανισμός δράσης τους στον εγκέφαλο και συνέβαλε σε υψηλό βαθμό στην πρόοδο των νευροεπιστημών. Δεν θα ήταν υπερβολή να διατυπωθεί ότι η πρόοδος στην κατανόηση των νευρικών συνάψεων (δεκαετία 1960-1970), των υποδοχέων (δεκαετία 1970-1980) και των με­τασυναπτικών ενδονευρωνικών μηχανισμών (δεκαετία 1980-1990) οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μελέτη των ψυχοτρόπων φαρμάκων που με αυτόν τον τρόπο έγιναν «εργαλεία» για την κατανόηση του νευρικού συστήματος. Η πρόοδος των νευροεπιστημών μας επέτρεψε να διατυπώσουμε σχετικές υποθέσεις για την αιτιολογία της κατάθλιψης, της σχιζοφρένειας και του άγχους κ.λπ., το πλεονέκτημα των οποίων είναι η δυνατότητα πειραματικού ελέγχου της ορθότητας ή όχι αυτών. Στην εποχή μας προτείνονται θεραπευτικές προσεγγίσεις, οι οποίες βασίζονται πλέον στις προαναφερθείσες νευροεπιστημονικές θεωρίες που αφορούν την αιτιολογία τους. Ενδεικτικά αναφέρεται η θεραπεία της παρανοειδούς σχιζοφρένειας με χολοκυστοκινίνη (CCK), που σχετίζεται με τη διαπίστωση ότι η CCK αποτελεί τον φυσιολογικό ανταγωνιστή της ντοπαμίνης (Nair et al., 1982).

Τελευταία και μετά τις σημαντικότατες προόδους που έχει κάνει η Γενετική επιστήμη, το ενδιαφέρον στρέφεται στην γονιδιακή έρευνα. Έχει παρατηρηθεί π.χ. ότι ορισμένα φάρμακα επηρεάζονται από συγκεκριμένο γενετικό προφίλ των ασθενών και αυτό έχει δώσει ώθηση στην έρευνα του συσχετισμού του γενετικού κώδικα με την εμφάνιση ψυχικών νόσων καθώς και με την αποτελεσματικότερη θεραπεία. Οι έρευνες είναι ακόμα σε αρχικά στάδια, αλλά οι προσδοκίες για την ανακάλυψη σχετικών μηχανισμών είναι μεγάλες.

 Η πρόοδος της Ψυχοφαρμακολογίας επηρέασε και όλες τις άλλες μεθόδους θεραπείας των Ψυχικών διαταραχών. Τα άσυλα με τους χιλιάδες μόνιμους ασθενείς πίσω από κλειδωμένες πόρτες, σε θαλάμους που είχαν χαρακτηριστεί σαν “λάκκοι με οχιές» εξαιτίας της βίας και επιθετικότητας που κυριαρχούσε, έγιναν πλέον παρελθόν. Τα άτομα με Ψυχικές διαταραχές άρχισαν να αντιμετωπίζονται στα Ψυχιατρικά τμήματα γενικών νοσοκομείων και σε κέντρα Ψυχικής υγείας για εξωτερικούς ασθενείς. Η ομαδική, οικογενειακή και ατομική Ψυχοθεραπεία, καθώς και η θεραπεία περιβάλλοντος (milieu therapy) οφείλουν κατά ένα μέρος την εξέλιξή τους στο γεγονός ότι τα Ψυχοτρόπα φάρμακα δεν άλλαξαν μόνο τον τρόπο σκέψης των Ψυχικά ασθενών , αλλά και τον τρόπο που οι θεραπευτές τους κατανοούν τη φύση των Ψυχικών διαταραχών. Τέλος, ευτυχώς σήμερα δεν θεωρείται πλέον ότι η φαρμακοθεραπεία και η Ψυχοθεραπεία συγκρούονται μεταξύ τους.

Η ψυχοφαρμακολογία αποτελεί έναν πλήρη οδηγό για τη σωστή χορήγηση των Ψυχοτρόπων φαρμάκων στις διάφορες Ψυχικές διαταραχές. Πρέπει να τονιστεί ότι στη χώρα μας ισχύει το ακόλουθο θεραπευτικό παράδοξο: Πολλά άτομα που θα έπρεπε να τους χορηγούνται για θεραπευτικούς λόγους Ψυχοτρόπα φάρμακα, τα στερούνται (και γι’ αυτό συνήθως ευθύνονται οι λεγόμενες «αντιψυχιατρικές θεωρίες» και κάποιοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας που είναι αναιτίως αντίθετοι με την χορήγηση φαρμάκων), ενώ ίσως ακόμα περισσότερα άτομα λαμβάνουν Ψυχοτρόπα φάρμακα χωρίς να υπάρχουν οι σχετικές θεραπευτικές ενδείξεις ή σε δόσεις πολύ υψηλότερες των ενδεικνυομένων.

 ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

1. Πριν από τη χορήγηση ψυχοτρόπων σκευασμάτων έχει μεγάλη σημασία η από μέρους του ιατρού γνώση των παθολογικών καταστάσεων ή των αλληλεπιδράσεων φαρμάκων που θα μπορούσαν  (1 ) να ευθύνονται για τα ψυχιατρικά συμπτώματα του ασθενούς (2) να αυξήσουν την τοξικότητα των χορηγούμενων φαρμάκων (π.χ τα διουρητικά ή τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα αυξάνουν τις συγκεντρώσεις του λιθίου). και (3) να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της σχεδιαζόμενης θεραπείας (π.χ. τα αντιεπιληπτικά επιταχύνουν το μεταβολισμό των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών).

2. Ο ιατρός πρέπει να είναι ενήμερος για ενδεχόμενο αλκοολισμό η χρήση ναρκωτικών, που θα μπορούσαν να περιπλέξουν τη θεραπεία. Γι’ αυτό το λόγο συνιστάται πρώτα η αποτοξίνωση των ασθενών από το οινόπνευμα ή τα ναρκωτικά και μετά η προσπάθεια αντιμετώπισης μιας υποτιθέμενης επιπρόσθετης ψυχιατρικής διαταραχής, που εμφανίσθηκε στη διάρκεια της χρήσης αυτών των ουσιών.

3. Πριν από τη χορήγηση ψυχοτρόπου σκευάσματος έχει μεγάλη σημασία ο κλινικός να είναι βέβαιος για τη διάγνωση. Αν δεν είναι σίγουρος. θα πρέπει να καθορισθούν με σαφήνεια όλες οι διαγνωστικές υποθέσεις και να διαμορφωθεί ένας συστηματικός τρόπος διευκρίνισης της διάγνωσης. Όταν παραμένουν σοβαρά ερωτηματικά ως προς τη διάγνωση, είναι καλύτερο να παρακολουθείται ο ασθενής χωρίς να παίρνει φάρμακα ή να του χορηγούνται οι ελάχιστες δυνατές δόσεις των λιγότερο τοξικών φαρμάκων, με σκοπό το βραχυπρόθεσμο έλεγχο της συμπεριφοράς του (π.χ. μικρές δόσεις μιας βενζοδιαζεπίνης). Αυτή η μέθοδος έχει ιδιαίτερη σημασία όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την αιτιολογία των ψυχωτικών ή κατατονικών καταστάσεων, διότι αυτές είναι δυνατό να οφείλονται σε σωματικά ή ψυχιατρικά νοσήματα ή σε χρήση ναρκωτικών ή να είναι ιατρογενείς.

4. Πριν από τη χορήγηση οποιουδήποτε ψυχιατρικού σκευάσματος είναι απόλυτα απαραίτητο να ορίζονται συμπτώματα. στόχοι, που μπορούν να παρακολουθούνται στη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής, για να προσδιορίζεται η επιτυχία της θεραπείας. Εναλλακτικός τρόπος, για περιπτώσεις ασθενών που δεν μπορούν να αναφέρουν οι ίδιοι τα συμπτώματά τους (π.χ. ανοϊκοί ή ψυχωτικοί ασθενείς), είναι η παραγγελία στην οικογένειά τους να βαθμολογεί τη συμπεριφορά τους (πχ. σε ένα απλό ημερήσιο βαθμολόγιο με κλίμακα από το 1 ως το 10). Σε περιπτώσεις ασθενών με χρόνια ασαφώς καθορισμένα συμπτώματα μπορεί να βοηθήσει μια τυποποιημένη βαθμολογική κλίμακα (π.χ. η κλίμακα κατάθλιψης του Beck), που θα χορηγείται σε τακτικά διαστήματα. Η χρήση καθορισμένων συμπτωμάτων-στόχων ή βαθμολογικών κλιμάκων έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία όταν το σκεύασμα χορηγείται ως εμπειρική δοκιμασία σε κάποια ασαφή περίπτωση ή όταν οι ασθενείς δεν είναι σε θέση να αναφέρουν με ακρίβεια τη μεταβολή των συμπτωμάτων τους.

5. Όταν υπάρχουν αμφιβολίες για τη σωστή διάγνωση ή θεραπεία θα πρέπει να επιζητείται η σύγκληση ιατρικού συμβουλίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις η αντίδραση του κλινικού στις συστάσεις του συμβούλου (συμφωνία η διαφωνία) πρέπει να είναι τεκμηριωμένη.

 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

1. Όταν επιλέγεται κάποιο φάρμακο, πρέπει να εφαρμόζεται μια πλήρης αγωγή με επαρκείς δόσεις και διάρκεια θεραπείας, έτσι ώστε, αν τα συμπτώματα-στόχοι δεν βελτιωθούν, να μην υπάρξει ανάγκη επιστροφής σ’ αυτό το φάρμακο. (Η ανεπαρκής δοσολογία και διάρκεια αγωγής είναι η κυριότερη αιτία αποτυχίας της θεραπείας με αντικαταθλιπτικά σε περιπτώσεις που οι ασθενείς έχουν διαγνωσθεί με βεβαιότητα).

2. Ο ιατρός πρέπει να είναι ενήμερος για τις παρενέργειες του φαρμάκου και, αν κρίνεται σκόπιμο, να προειδοποιεί τους ασθενείς (π.χ. αν ορισμένα αντικαταθλιπτικά είναι δυνατό να προκαλέσουν ξηροστομία ή θαμπή όραση). Πρέπει επίσης να γνωρίζει με σαφήνεια ποιες τοξικές επιδράσεις επιβάλλουν καθησύχαση του ασθενούς (π.χ. η ξηροστομία), αντιμετώπιση (π.χ. ο παρκινσονισμός από νευροληπτικά) ή διακοπή του φαρμάκου (π.χ. η διάμεση νεφρίτιδα από λίθιο). Όταν απαιτείται, οι ασθενείς πρέπει να εξετάζονται (π.χ. για δυσκαμψία ή στοματική δυσκινησία). Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι οι παρενέργειες μερικών ψυχοτρόπων φαρμάκων είναι δυνατό να υποδύονται τα συμπτώματα της αντιμετωπιζόμενης διαταραχής (π.χ. η ακαθισία από νευροληπτικά μπορεί να εκδηλωθεί ως ανησυχία και η ακινησία από νευροληπτικά μπορεί να μη διακρίνεται από την κατατονία που προκαλεί η νόσος).

3. Τα θεραπευτικά σχήματα πρέπει να διατηρούνται απλά, τόσο για να βελτιώνεται η συμμόρφωση του ασθενούς όσο και για να αποφεύγεται η αθροιστική τοξικότητα. Η συμμόρφωση μπορεί να βελτιωθεί αν η αγωγή και τα θεραπευτικά σχήματα διατηρούνται απλά (π.χ. με χορήγηση του λιθίου 1 ή 2 φορές την ημέρα αντί 3 ή 4), αν αναπτυχθεί διάλογος με τους ασθενείς αναφορικά με το χρόνο της αναμενόμενης βελτίωσης και αν αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα τα παράπονα των ασθενών για παρενέργειες των φαρμάκων. Για να διατηρηθεί η συμμόρφωση ασθενών με ψύχωση, άνοια ή καθυστέρηση, μπορεί να χρειαστεί προσεκτική επίβλεψη τους από την οικογένεια.

4. Η δοσολογία του σκευάσματος πρέπει να αναπροσαρμόζεται τακτικά, προκειμένου να προσδιορισθεί η ελάχιστη αποτελεσματική δόση για το συγκεκριμένο στάδιο της νόσου του ασθενούς, διότι συχνά οι δασολογικές απαιτήσεις αλλάζουν στην πορεία του χρόνου. Για παράδειγμα, στη σχιζοφρένεια η δοσολογία του αντιψυχωσικού σκευάσματος που απαιτείται για να αντιμετωπισθούν οι οξείες εξάρσεις είναι, γενικά, υψηλότερη από τη δοσολογία της μακροχρόνιας θεραπείας συντήρησης.

5. Στους ηλικιωμένους είναι φρόνιμο να χορηγούνται μικρότερες δόσεις. Επίσης οι αλλαγές της δοσολογίας πρέπει να είναι λιγότερο συχνές σ’ αυτούς σε σύγκριση με τους νεότερους ασθενείς, διότι ο χρόνος που απαιτείται για να επιτευχθούν σταθερές συγκεντρώσεις των φαρμάκων συχνά είναι μεγαλύτερες.

ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

1. Πολύ συχνά εξακολουθούν να χορηγούνται για αόριστο χρόνο φάρμακα που δεν έχουν αποτέλεσμα και να συσσωρεύονται στο θεραπευτικό σχήμα πολλά σκευάσματα με αποτέλεσμα ανώφελες δαπάνες και παρενέργειες. Όταν ένα σκεύασμα αποδεικνύεται αναποτελεσματικό μετά από επαρκή χορήγησή του, η διακοπή του έχει ουσιαστική σημασία. Αν, ωστόσο, ο ιατρός δεν έχει παρακολουθήσει τα αντικειμενικά συμπτώματα-στόχους από την αρχή της θεραπείας, είναι δύσκολο να συμπεράνει ότι το σκεύασμα απέτυχε.

2. Στις περισσότερες κλινικές καταστάσεις τα κριτήρια διακοπής των ψυχοτρόπων φαρμάκων είναι ασαφή ακόμα και μετά από προφανή θεραπευτική επιτυχία. Όταν τα ψυχοτρόπα φάρμακα διακόπτονται, ο καλύτερος τρόπος είναι να μειώνεται με αργό ρυθμό η δοσολογία τους, διότι αυτό μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή της αναζωπύρωσης των συμπτωμάτων και των συμπτωμάτων στέρησης. Λόγω των διαφορετικών θεραπευτικών επιπτώσεων καθεμιάς, έχει μεγάλη σημασία η διάκριση μεταξύ της προσωρινής αναζωπύρωσης των συμπτωμάτων (που συμβαίνει συχνά μετά τη διακοπή βενζοδιαζεπινών βραχείας δράσης), η οποία είναι σύντομη και παροδική, αλλά συχνά πολύ βαριά, της υποτροπής της διαταραχής, η o­ποία συνίσταται σε βραδεία επάνοδο των αρχικών συμπτωμάτων, και της στέρησης, στην οποία εμφανίζονται νέα συμπτώματα χαρακτηριστικά της στέρησης του συγκεκριμένου φαρμάκου.

 ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ

1. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι περίπλοκες παθήσεις, έχει μεγάλη σημασία η τεκμηρίωση των παρατηρήσεων του ασθενούς (περιλαμβανομένων της βασικής ψυχικής κατάστασης του και των μεταβολών της με τη θεραπεία), της κλινικής αιτιολογίας και των παρενεργειών. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στην τεκμηρίωση του κινδύνου αυτοκτονίας ή βίαιης συμπεριφοράς και του κινδύνου σοβαρών παρενεργειών, όπως είναι η όψιμη δυσκινησία. Σημασία έχει επίσης η εξασφάλιση, μετά από την παροχή των σχετικών πληροφοριών, τεκμηριωμένης συγκατάθεσης για τη θεραπεία, περιλαμβανομένων της ικανότητας του ασθενούς και της εκούσιας συμμόρφωσής του. Αν η ικανότητα του ασθενούς να αποφασίζει μόνος του δεν είναι σταθερή ή αμφισβητείται, ο κλινικός πρέπει να παίρνει από αυτόν άδεια συμμετοχής της οικογένειάς του στη λήψη σημαντικών θεραπευτικών αποφάσεων. Αν ο ασθενής είναι σαφώς ανίκανος για λήψη αποφάσεων, πρέπει να χρησιμοποιείται επίσημος νομικός μηχανισμός υποκατάστασης της κρίσης του.

2. Πολλά από τα φάρμακα έχουν εγκριθεί από τις κατά τόπους κρατικές υπηρεσίες για άλλες ενδείξεις, διαφορετικές από τη θεραπεία των ψυχιατρικών παθήσεων (π.χ. οι β-αναστολείς, τα αντιεπιληπτικά και η κλονιδίνη). Οπωσδήποτε, η απόφαση να χρησιμοποιηθούν θα πρέπει να βασίζεται στην αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητά τους στην κάθε συγκεκριμένη διαταραχή. Συχνά η έγκριση χορήγησης ενός φαρμάκου καθυστερεί και δεν συγχρονίζεται με τις πρακτικές κλινικές ανάγκες.

 

ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΩΝ

I. Αντιψυχωτικά (γνωστά και ως νευροληπτικά, ονομασία που τους δόθηκε όταν ανακαλύφθηκαν το 1950 διότι προκαλούν νευρολογικές διαταραχές). Δρούν κυρίως στους ντοπαμινικούς υποδοχείς.

Χρήσεις

  • Σχιζοφρένεια.
  • Διπολική Διαταραχή (στην φάση της Μανίας).
  • Ως ισχυρά κατασταλτικά σε μεγάλο άγχος. Στις ανοϊκές διαταραχές.
  • Οργανικά ψυχοσύνδρομα.
  • Σε διαταραχές προσωπικότητας Cluster I.

Παρενέργειες

  • Ξηροστομία.
  • Ακαθισία.
  • Διαταραχές όρασης.
  • Δυσκοιλιότητα.
  • Οξεία δυστονία.
  • Παρκινσονισμός.
  • Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο.
  • Όψιμη δυσκινησία.
  • Βιολογικές παρενέργειες (ήπατικές, καρδιολογικές, αιματολογικές, δερματολογικές, υπερπρολακτιναιμία κλπ).

Τα Άτυπα νευροληπτικά (πρώτος αντιπρόσωπος η κλοζαπίνη, ονομάζονται έτσι λόγω της διαφορετικής τους δράσης από τα κλασσικά).

II. Αντικαταθλιπτικά : Δρουν στους σεροτονεργικούς και τους νοραδρενεργικούς υποδοχείς σε συγκεκριμένες δομές του εγκεφάλου, όπου οι συγκεκριμένοι υποδοχείς υπολειτουργούν με αποτέλεσμα ένδεια των νευροδιαβιβαστών. Παράλληλα με αυτήν την θεωρία έχουν αναπτυχθεί και άλλες είτε συμπληρωματικές, είτε αλληλοσυγκρουόμενες. Τα διάφορα φάρμακα που κυκλοφορούν σήμερα ομαδοποιούνται σε συγκεκριμένες κατηγορίες σύμφωνα με τον χημικό τους τύπο ή σύμφωνα με τον τρόπο δράσης τους.

Χρήση:

  • Όλες οι μορφές της κατάθλιψης, διπολικές διαταραχές στην φάση κατάθλιψης.
  • Ψυχαναγκαστικές διαταραχές.
  • Αντιμετώπιση χρονίου άγχους.
  • Σε διαταραχές πρόσληψης τροφής

Κατηγορίες:

Τρικυκλικά (π.χ. Anafranil, Saroten, Ludiomil, Tolvon, κλπ) Πλέον χρησιμοποιούνται όλο και σπανιότερα λόγω των παρενεργειών τους.

Παρενέργειες:

  • Αντιχολινεργικές (δυσκοιλιότητα, σιελόρροια, θόλωση όρασης κλπ)
  • Διαταραχές καρδιακού ρυθμού – καρδιοτοξικότητα
  • Καταστολή

Αναστολείς της ΜΑΟ (Aurorix)

  • Παρενέργειες λίγες κυρίως νευρικότητα και αϋπνία.

NASA (Remeron)

  • Παρενέργειες Ελάχιστες κυρίως  καταστολή, αύξηση βάρους.

Ειδικοί αναστολείς επαναπρόσληψης (SSRI, SNRI κλπ).

  • Παρενέργειες ελάχιστες κυρίως γαστεντερικά, διαταραχές όρεξης, σεξουαλική δυσλειτουργία, που εύκολα υποχωρούν με την πάροδο του χρόνου.

III. Αγχολυτικά: Κατηγορία φαρμάκων που χρησιμοποιούνται κυρίως για την αντιμετώπιση του άγχους. Τα περισσότερα ανήκουν στην οικογένεια των βενζοδιαζεπινών και εισήχθησαν στην κλινική χρήση το 1960, αντικαθιστώντας τα βαρβιτουρικά που έως τότε χρησιμοποιούντο για την καταπολέμηση του άγχους.

Τα αγχολυτικά χωρίζονται σε κατηγορίες ανάλογα με την ισχύ τους και τον χρόνο δράσης τους:

Μεγάλης ισχύος – μακράς διάρκειας (κλοναζεπάμη – Rivotril)

Μεγάλης ισχύος – μικρής διάρκειας (αλπραζολάμη – Xanax)

Μικρής ισχύος – μακράς διάρκειας (πραζεπάμη – Centac)

Μικρής ισχύος – μικρής διάρκειας (λοραζεπάμη – Tavor)

IV. Λίθιο και σταθεροποιητικά διάθεσης: Το λίθιο και τα αντιεπιληπτικά χρησιμοποιούνται κυρίως στην Διπολική διαταραχή για την αντιμετώπιση του μανιακού επεισοδίου, για την βελτίωση της ανεκτικής σε φάρμακα κατάθλιψης και ως ψυχοπροφύλαξη στο μεσοδιάστημα των επεισοδίων.

V. Αντιπαρκινσονικά: Χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων που προκαλούνται από την χρήση των νευροληπτικά