Καλλιτεχνικότητα – διανόηση και η ψυχική ασθένεια

Καλλιτεχνικότητα – διανόηση και η ψυχική ασθένεια

Υπάρχει η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι οι δημιουργικοί άνθρωποι είναι πιο πιθανό να είναι ψυχικά άρρωστοι από ό,τι οι μη δημιουργικοί. Είναι επίσης πιο πιθανό σύμφωνα με αυτές τις πεποιθήσεις οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς να είναι πιο συχνά αλκοολικοί, να υποφέρουν από Κλινική κατάθλιψη και να είναι πιο επιρρεπείς στην Αυτοκτονία.
Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να σκεφτούν τουλάχιστον ένα όνομα ενός διάσημου καλλιτέχνη ή συγγραφέα που αυτοκτόνησε (Hemingway, Plath) ή έκανε κάτι εξωφρενικά εκκεντρικό (ο Van Gogh κόβοντας το αυτί του). Στο Hollywood φαίνεται να πιστεύουν ότι υπάρχει κάποια σύνδεση. Ταινίες όπως το «A Beautiful Mind» (2001) και το «Shine» (1996) δείχνουν μια συσχέτιση μεταξύ της Διανόησης και της Καλλιτεχνικότητας, με τις ψυχικές ασθένειες.

Διάσημες προσωπικότητες:
Ο James Joyce είχε μια κόρη με σχιζοφρένεια και είχε πολλά σχιζότυπα χαρακτηριστικά. Ο Albert Einstein είχε ένα γιο με σχιζοφρένεια και ήταν επίσης ο ίδιος σχιζότυπος και εκκεντρικός. Ο Bertrand Russell είχε πολλά μέλη της οικογένειας του με σχιζοφρένεια ή ψύχωση. Ο Winston Churchill, ο Vincent van Gogh και ο Edgar Allan Poe πιστεύεται ότι είχαν διπολική διαταραχή.
Το μυθιστόρημα της Joanne Greenberg «Ποτέ δεν σας υποσχέθηκα έναν κήπο με τριανταφυλλιές» – I Never Promised You A Rose Garden (1964), είναι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο της εφηβείας της στο Chestnut Lodge, σε συνεργασία με την Δρ Frieda Fromm-Reichmann. Εκείνη την εποχή, είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια, αν και δύο ψυχίατροι που εξέτασαν το αυτοβιογραφικό της βιβλίο το 1981 κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σχιζοφρενής, αλλά είχε βαριά κατάθλιψη και διαταραχή σωματοποίησης. Η αφήγηση θέτει συνεχώς το δίλλημα του πρωταγωνιστή μεταξύ ψυχικής ασθένειας και καλλιτεχνικής ικανότητας.

Πολυάριθμες μελέτες έχουν δείξει κάποια συσχέτιση μεταξύ των δημιουργικών – καλλιτεχνικών επαγγελμάτων και των ψυχικών νόσων, συμπεριλαμβανομένων της διπολικής διαταραχής και της σχιζοφρένειας.
Η συσχέτιση μεταξύ της διπολικής διαταραχής και της δημιουργικότητας εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη λογοτεχνία το 1970, αλλά η ιδέα ενός συνδέσμου μεταξύ της «τρέλας» και «ιδιοφυΐας» είναι πολύ παλαιότερη και  χρονολογείται τουλάχιστον από την εποχή του Αριστοτέλη. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι η δημιουργικότητα προήλθε από τους θεούς, και ιδίως από τις Μούσες, τις μυθικές προσωποποιήσεις των τεχνών και των επιστημών, που ήταν εννέα θυγατέρες του Δία. Η ιδέα ενός πλήρους έργου τέχνης που αναδύεται χωρίς συνειδητή σκέψη ή προσπάθεια ενισχύθηκε σαν άποψη στην Ρομαντική εποχή.
Έχει επίσης προταθεί ότι υπάρχει μια ιδιαίτερη συσχέτιση μεταξύ της δημιουργικότητας και της διπολικής διαταραχής, ενώ η μείζονα καταθλιπτική διαταραχή φαίνεται να είναι πολύ πιο συχνή μεταξύ των θεατρικών συγγραφέων, μυθιστοριογράφων, βιογράφων, και καλλιτεχνών. Τα ψυχωτικά άτομα πάλι, ερμηνεύουν τον κόσμο με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο αντιλαμβανόμενοι πράγματα που οι άλλοι δεν μπορούν.

Θετική διάθεση, ψυχική ασθένεια και Δημιουργικότητα
Η έρευνα αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι είναι πιο δημιουργικοί όταν είναι σε μια θετική διάθεση και ότι οι ψυχικές ασθένειες όπως η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια μπορούν πραγματικά να μειώσουν τη δημιουργικότητα.
Οι άνθρωποι που έχουν εργαστεί στον τομέα της Τέχνης, είχαν συχνά προβλήματα με τη φτώχεια, τις διώξεις, την κοινωνική αποξένωση, ψυχολογικά τραύματα, κατάχρηση ουσιών, υψηλή πίεση στο περιβάλλον τους και άλλους τέτοιους παράγοντες που συνδέονται με την ανάπτυξη και ίσως προκαλούν ψυχική ασθένεια. Είναι επομένως πιθανό ότι, όταν η δημιουργικότητα η ίδια συνδέεται με θετικές διαθέσεις, την ευτυχία και την ψυχική υγεία, η επιδίωξη μιας σταδιοδρομίας στον χώρο της τέχνης μπορεί να φέρει προβλήματα με το άγχος και το (αρχικά συνήθως χαμηλό) εισόδημα. Άλλοι παράγοντες, όπως το στερεότυπο του “Τρελού καλλιτέχνη” μπορούν να τροφοδοτήσουν τις πεποιθήσεις και προσδοκίες σχετικά με το πώς ένας καλλιτέχνης πρέπει να άγεται και να φέρεται, καθιστώντας τον καλλιτεχνικό τομέα πιο ελκυστικό για τα άτομα με προϋπάρχουσα ψυχική ασθένεια ή επιρρέπεια προς ψυχοπαθολογία.
Μια μελέτη από τον ψυχολόγο J. Philippe Rushton βρήκε ότι η Δημιουργικότητα συσχετίζεται με την ευφυΐα και την ψυχωτική προδιάθεση. Μια άλλη μελέτη διαπίστωσε ότι η Δημιουργικότητα είναι μεγαλύτερη σε σχιζότυπους παρά σε σχιζοφρενείς. Η προέλευση της αποκλίνουσας σκέψης συνδέθηκε με ενεργοποίηση του προμετωπιαίου φλοιού, στα σχιζότυπα άτομα.
Τρεις πρόσφατες μελέτες από τον Mark Batey και Adrian Furnham έχουν καταδείξει τις σχέσεις μεταξύ σχιζότυπης και υπομανιακής προσωπικότητας με την Δημιουργικότητα.
Ο Kay Redfield Jamison συνοψίζει μελέτες των διαταραχών της διάθεσης σε ένα πλήθος συγγραφέων, ποιητών και καλλιτεχνών. Εντοπίζει τις διαταραχές της διάθεσης σε διάσημους συγγραφείς και καλλιτέχνες όπως ο Ernest Hemingway (ο οποίος αυτοκτόνησε μετά από θεραπεία ηλεκτροσπασμοθεραπείας), η Βιρτζίνια Γουλφ (η οποία πνίγηκε, πάσχουσα από καταθλιπτικό επεισόδιο), ο συνθέτης Robert Schumann (ο οποίος πέθανε σε ψυχιατρικό ίδρυμα), ενώ εντοπίζει ψυχοπαθολογία ακόμη και στον περίφημο εικαστικό Michelangelo .

Η δημιουργικότητα και η διπολική διαταραχή
Υπάρχει μια σειρά από κλινικούς τύπους της διπολικής διαταραχής. Τα άτομα με διπολική διαταραχή βιώνουν σοβαρά επεισόδια μανίας και κατάθλιψης με περιόδους φυσιολογικού συναισθήματος μεταξύ των επεισοδίων. Κατά την διάρκεια των μανιακών επεισοδίων, τα άτομα αδυνατούν να οργανώσουν τις ιδέες και σκέψεις που τους κατακλύζουν. Οι ταχύτατη εναλλαγή σκέψεων και η υπερδραστηριότητα μπορεί να μετατραπεί σε τέχνη οποιασδήποτε μορφής. Πολλοί άνθρωποι με διπολική διαταραχή μπορεί να αισθάνονται έντονα συναισθήματα, τόσο κατά τις φάσεις της κατάθλιψης όσο και της μανίας, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να βοηθούν περιστασιακά στη δημιουργικότητα. Επειδή η μανία μειώνει την κοινωνική αναστολή, οι καλλιτέχνες είναι συχνά τολμηροί.
Κατά συνέπεια των ως άνω, οι δημιουργοί παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά που συχνά συνδέονται με την ψυχική ασθένεια. Η συχνότητα και η ένταση αυτών των συμπτωμάτων φαίνεται να ποικίλλει ανάλογα με το μέγεθος και τον τομέα των δημιουργικών επιτευγμάτων. Ταυτόχρονα, αυτά τα συμπτώματα δεν είναι ισοδύναμα με την πλήρη ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας ενός κλινικού μανιακού επεισοδίου το οποίο, εξ ορισμού, συνεπάγεται σημαντική έκπτωση λειτουργικότητας.

«Μεταθανάτια διάγνωση»
Σε μερικούς καλλιτέχνες βρέθηκε μεταθανάτια ότι έπασχαν από διπολική ή μονοπολική διαταραχή με βάση τις βιογραφίες, επιστολές, αλληλογραφία ή άλλο ανέκδοτο υλικό. Σύμφωνα την Kay Redfield Jamison ειδικά η διπολική διαταραχή, αλλά και λοιπές συναισθηματικές διαταραχές, μπορεί να βρεθεί σε ένα δυσανάλογο αριθμό ατόμων σε καλλιτεχνικά επαγγέλματα όπως οι ηθοποιοί, καλλιτέχνες, κωμικοί, μουσικοί, συγγραφείς και ποιητές .

Σύγχρονες απόψεις
Το 2012 στο βιβλίο «Ταλαιπωρημένοι Καλλιτέχνες» (The Myth of the Tortured Artist — and Why It’s Not a Myth) του αμερικανού δημοσιογράφου Christopher Zara, καταδεικνύεται η δύσκολη ζωή, οι απογοητεύσεις και η ταλαιπωρία πολλών καλλιτεχνών. Καλλιτέχνες όπως οι Charles Schulz, Charlie Parker, Lenny Bruce, Michelangelo, Madonna, Andy Warhol, Amy Winehouse, και δεκάδες άλλοι, αναλύονται ως προς τα προσωπικά τους βιώματα και των δυσκολιών που αντιμετώπισαν στην ζωή τους μέχρι να καταξιωθούν (όσοι μπόρεσαν εν ζωή). Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας επιχειρεί να κάνει μια σύνδεση μεταξύ της τέχνης και της προσωπικής ταλαιπωρίας του καλλιτέχνη.

Ο αντίλογος
Από τις πλέον γνωστές μελέτες, που περιλαμβάνει περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, που έγινε από Σουηδούς ερευνητές στο Karolinska Institute, ανέφερε μια σειρά από συσχετίσεις μεταξύ των δημιουργικών – καλλιτεχνικών επαγγελμάτων και των ψυχικών ασθενειών. Οι συγγραφείς είχαν υψηλότερο κίνδυνο άγχους και διπολικών διαταραχών, σχιζοφρένειας, μονοπολικής κατάθλιψης και κατάχρησης ουσιών και καταδείχθησαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες από το γενικό πληθυσμό για αυτοκτονικότητα. Οι χορευτές και οι φωτογράφοι είχαν επίσης περισσότερες πιθανότητες να έχουν διπολική διαταραχή. Ωστόσο, ως ομάδα, αυτά τα δημιουργικά – καλλιτεχνικά επαγγέλματα δεν είχαν περισσότερες πιθανότητες να υποφέρουν από ψυχικές διαταραχές από τους άλλους ανθρώπους, αν και ήταν πιο πιθανό να έχουν κάποιο στενό συγγενή με μια διαταραχή. Η δύναμη της μελέτης Kyaga είναι ότι είχε πρόσβαση σε τεράστιες βάσεις δεδομένων των διαγνώσεων, που παρέχονται από το σουηδικό εθνικό σύστημα υγείας  μεταξύ του 1973 και του 2003, όμως, η αδυναμία της μελέτης είναι ότι οι ερευνητές δεν είχαν κανένα τρόπο για να μετρηθεί η δημιουργικότητα αυτών των ανθρώπων που χρησιμοποίησαν ως δείγμα. Έτσι, ως υποκατάστατο για τη δημιουργικότητα, η ομάδα χρησιμοποίησε τα δεδομένα των επαγγελματικών πληροφοριών που παρέχονται επίσης από τη σουηδική κυβέρνηση, σύμφωνα με τα επίσημα ερωτηματολόγια απογραφών το 1960, 1970, 1980, και 1990.
Υπάρχουν τέσσερις μεγάλες παλαιότερες μελέτες που είναι παρόμοιες με τη μελέτη Kyaga. Καμία από τις μελέτες αυτές δεν διαπίστωσαν αυξημένο βαθμό της ψυχικής ασθένειας σε δημιουργικούς ανθρώπους:
Το 1904, ο Βρετανός ψυχολόγος Havelock Ellis μελέτησε 1.030 επιφανή άτομα και διαπίστωσε ότι η συχνότητα εμφάνισης της ψυχικής ασθένειας ήταν ουσιαστικά η ίδια όπως και στο γενικό πληθυσμό. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε καμία σχέση μεταξύ ιδιοφυΐας και της ψυχικής ασθένειας. Το 1947, ο WG Bowerman βρήκε μόνο ένα 2% συχνότητα εμφάνισης ψυχικών διαταραχών μεταξύ των ιδιοφυιών επιστημόνων και καλλιτεχνών.
Ο Αυστριακός ψυχίατρος Adele Juda ανάλωσε 16 χρόνια στην ανάλυση 19.000 Γερμανών καλλιτεχνών και επιστημόνων που εργάστηκαν μεταξύ 1650 και 1900. Η συχνότητα εμφάνισης της ψυχικής ασθένειας ήταν οριακά υψηλότερη από ό,τι στο γενικό πληθυσμό και καταλήγει: «Δεν υπάρχει συγκεκριμένη σχέση μεταξύ υψηλότερου βαθμού ευφυΐας και των ψυχικών διαταραχών».
Στα ίδια ευρήματα καταλήγουν το 1962, οι Mildred και Victor Goertzel με μια μελέτη 400 επιφανών καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος και επιστήμης και βρήκαν ένα ποσοστό κάτω από 2% για την επικράτηση σε ψυχικές ασθένειες. Η μελέτη τους αναδημοσιεύθηκε το 2004. Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι οι γονείς, τα αδέλφια και οι αδελφές των 400 του δείγματος είχαν χαμηλότερο από τον μέσο όρο κριτηρίων ψυχικής ασθένειας.
Το 1994, ακολούθησε μια μελέτη από 291 βιογραφίες διάσημων ανδρών. Καμία από αυτές τις ιδιοφυΐες δεν πληρούσαν τα κριτήρια του DSM-III για ψυχιατρική διάγνωση (το αμερικάνικο διαγνωστικό σύστημα ψυχικών νόσων – σήμερα υπάρχει η V αναθεώρηση).
Παρά τις πολλές μελέτες που δεν διαπίστωσαν καμία σχέση μεταξύ της δημιουργικότητας και ψυχικών ασθενειών, τις τελευταίες δεκαετίες οι ερευνητές συνέχισαν να ερευνούν για στοιχεία που να υποστηρίζουν τη δυτική πολιτισμική πεποίθηση ότι η ψυχική ασθένεια συνδέεται με τη δημιουργικότητα. (οι περισσότεροι από τους μη-δυτικούς πολιτισμούς δεν συμμερίζονται αυτή την πεποίθηση) Αυτές οι πιο πρόσφατες μελέτες, όταν είναι καλά σχεδιασμένες, καταλήγουν με συνέπεια στην ίδια διαπίστωση: Δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ της δημιουργικότητας και της ψυχικής ασθένειας. Αντίθετα μάλιστα, σύμφωνα με τον ψυχολόγο Robert Epstein, PhD, η δημιουργικότητα μπορεί να παρεμποδίζεται από το άγχος.

Τα Κοινωνικά Στερεότυπα.
Δεν είναι αμελητέο να αναφέρουμε ότι εκτός από τα στερεότυπα του «τρελού καλλιτέχνη, επιστήμονα ή διανοητή», η ίδια η Κοινωνία θα αναζητήσει και θα αναγνωρίσει πολύ πιο εύκολα αποκλίνουσες συμπεριφορές σε γνωστά και διάσημα πρόσωπα, ενώ δεν θα τα εντοπίσει στην καθημερινότητα και στους χιλιάδες άλλους που συναναστρεφόμαστε. Τα στερεότυπα αυτά ενισχύονται επίσης από το star system, που προάγει την εικόνα του ιδιότροπου, εκκεντρικού καλλιτέχνη και επιστήμονα, ως μέρος μιας εικόνας με σαφή «εμπορικά» στοιχεία. Η αναγκαστική πολλές φορές συμμετοχή των ίδιων των καλλιτεχνών στον ρόλο που καλούνται να υιοθετήσουν, θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να πυροδοτήσει ψυχοπαθολογικά στοιχεία, τα οποία σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσαν να ελέγχονται επαρκώς από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. Η αναγκαστική αυτή «απελευθέρωση» των στοιχείων της προσωπικότητας του, εκτός από Τέχνη θα μπορούσε να παράξει επίσης ψυχοπαθολογία.

Υ.Γ. Εκτός από την αυτοπροσωπογραφία του Van Gogh, οι υπόλοιπες δημιουργίες είναι του έλληνα ζωγράφου Τάσου Αλαμάνου (http://tassosalamanos.com/)

Παιδιά με ομοφυλόφιλους γονείς

Παιδιά με ομοφυλόφιλους γονείς

To 1995 και σύμφωνα με έρευνα του National Health and Social Life Survey διεξαχθείσα από τον E.O. Lauman, ανέβαζε τον αριθμό των παιδιών στις ΗΠΑ, που έχουν τουλάχιστον ένα γονέα ομοφυλόφιλο στα 9 εκατομμύρια. Τα αποτελέσματα είχαν ανακοινωθεί από την Επιτροπή Psychosocial Aspects of Child and Family Health, το 2002.
 
Το θέμα είναι εξαρχής σύνθετο.
Αρχικά έχουμε να κάνουμε με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, που είναι αναφαίρετο δικαίωμα εκάστου ημών. Πλέον η ομοφυλοφιλία δεν αντιμετωπίζεται ως ασθένεια και γίνονται μεγάλες προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το κοινωνικό στίγμα αιώνων. Τα νομικά δίκαια κάποιων χωρών αναγνωρίζουν τον γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων, ενώ άλλα αναγνωρίζουν επίσημα την συμβίωση τους.
Δεύτερος παράγοντας είναι το δικαίωμα στην γονεϊκότητα, που είναι καθολικό σε όλους τους ανθρώπους. Απαγόρευση γονεϊκότητας δεν υπάρχει σε κανένα νομικό σύστημα του ανεπτυγμένου κόσμου. Συστάσεις μόνο για την αποφυγή της, μπορεί να υπάρξουν σε κάποιες περιπτώσεις, κυρίως ιατρικής φύσης, προϋπάρχουσας ασθένειας ή ισχυρής πιθανότητας να προκύψουν σοβαρά προβλήματα στα παιδιά μετά την γέννηση τους, αλλά και πάλι η τελική απόφαση είναι θέμα των γονέων.
 
Ομοφυλόφιλα ζευγάρια μπορούν πλέον να υιοθετούν παιδιά σε κάποιες χώρες ή επιτρέπεται να κυοφορήσουν εφόσον δύνανται και φυσικά μπορούν να τα μεγαλώσουν. Έως τώρα δεν υπάρχουν έρευνες που να πιστοποιούν ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός των γονέων, προσδιορίζει και αυτόν που θα αποκτήσουν τα παιδιά τους.
Το μεγάλο θέμα που εγείρεται είναι ότι ενώ για τους ενήλικες υπάρχουν ξεκάθαρα πλαίσια ελεύθερων επιλογών, δεν συμβαίνει φυσικά το ίδιο και για τα παιδιά, τα οποία εκ των πραγμάτων… δεν μπορούν να επιλέξουν τους γονείς τους!
 
Τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια δεν έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ως προς την ποιότητα της προσωπικής τους σχέσης, που να τα διαφοροποιεί ως προς τα ετερόφυλα. Σχέσεις αγάπης, συνεργασίας, κατανόησης, επίγνωσης καθήκοντος και ότι άλλο μπορεί να χαρακτηρίσει μια επιτυχή ετερόφυλη σχέση που οδηγείται να ολοκληρώσει την οικογένεια με την απόκτηση παιδιών, μπορεί εξίσου καλά να υφίστανται και στα ομοφυλόφιλα ζευγάρια. Τα προβλήματα έχουν κυρίως να κάνουν με την διαντίδραση με το κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο έχει ακόμα συγκρατημένη ανοχή σε περιπτώσεις οικογενειών με ομοφυλόφιλους γονείς. 
Αυτή η διαντίδραση και τα υπάρχοντα στερεότυπα είναι που συνήθως δημιουργούν εντάσεις και δυσκολίες στις οικογένειες με ομοφυλόφιλους γονείς, που πιθανά μπορούν να επηρεάσουν και την ψυχολογική κυρίως εξέλιξη των παιδιών τους. Σίγουρα μια πολύ κακή τακτική είναι η εσωστρέφεια που συχνά υιοθετούν οι ομοφυλόφιλοι γονείς ως μέθοδο άμυνας έναντι της μη ανεκτικής κοινωνίας και πολύ εύκολα μεταδίδεται και στα παιδιά. 
Τα ίδια τα παιδιά, παρόλο που μπορεί να έχουν από νωρίς εξοικειωθεί με την ιδέα των «δύο μαμάδων» ή «δύο μπαμπάδων», αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες όταν αρχίσουν να κοινωνικοποιούνται και κυρίως στο σχολείο. Εκεί έρχονται αντιμέτωπα πρώτη φορά με την διαφορετικότητα της δικής τους οικογένειας, σε σχέση με τις οικογένειες της μεγάλης πλειοψηφίας των συνομιλήκων τους. Αν λοιπόν τελικώς δημιουργείται κάποιο πρόβλημα στις οικογένειες των ομοφυλόφιλων γονέων, είναι στην πλημμελή προετοιμασία και ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών τους, ώστε να αντιμετωπίσουν με επιτυχία και να διαχειριστούν την διαφορετικότητα στις δικές τους οικογενειακές συνθήκες, έναντι των άλλων παιδιών. Η ψυχολογική προετοιμασία πρέπει να αρχίσει από πολύ νωρίς, κυρίως με την απενοχοποίηση των ίδιων των ομοφυλόφιλων γονέων ένεκα του σεξουαλικού προσανατολισμού τους και ακολούθως στην συμβουλευτική που θα έχει να κάνει με τα παιδιά τους.
Η σημαντική παράμετρος της εξάλειψης του κοινωνικού στίγματος που προκαλεί η διαφορετικότητα, θα ήταν σίγουρα η πιο αποτελεσματική λύση όχι μόνο στα προβλήματα των οικογενειών με ομοφυλόφιλους γονείς, αλλά και σε μια σειρά άλλων καταστάσεων, που ενεργοποιούν στερεότυπα αιώνων. Βέβαια, αυτό προϋποθέτει άλλες λύσεις, βασιζόμενες κυρίως στην Παιδεία της κοινωνίας και που σίγουρα δεν θα έχουν άμεσα ή βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, παρά μόνο σε πάροδο χρόνου και ίσως ανθρώπινων γενεών.
Η Ψυχολογία της ξενοφοβίας και του ρατσισμού

Η Ψυχολογία της ξενοφοβίας και του ρατσισμού

Πώς ορίζουμε την προκατάληψη και τον ρατσισμό;
Η προκατάληψη και ο ρατσισμός αναφέρονται σε μια αρνητική άποψη για μια ομάδα ανθρώπων που βασίζεται αποκλειστικά στη συμμετοχή τους σε αυτή την ομάδα.

Τι είναι τα στερεότυπα και πώς σχετίζονται με την κοινωνική προκατάληψη;
Ο όρος στερεότυπο όπως χρησιμοποιείται στην κοινωνική επιστήμη εισήχθη για πρώτη φορά από τον δημοσιογράφο Walter Lippman το 1922. Με τον όρο «στερεότυπο», αποδίδουμε σε μια συγκεκριμένη ομάδα μια σειρά από κοινά για τα μέλη της χαρακτηριστικά. Κοινά σύγχρονα στερεότυπα είναι ότι οι «Ασιάτες είναι εργατικοί και φιλομαθείς», «οι σχιζοφρενείς είναι δολοφόνοι», ή ότι «οι άγγλοι τουρίστες είναι συνεχώς μεθυσμένοι» κλπ.  Όταν το στερεότυπο δίνει έμφαση σε αρνητικά χαρακτηριστικά τότε μιλάμε για προκαταλήψεις.

Πώς η τάση μας να κατηγοριοποιήσουμε προσφέρεται για τη δημιουργία στερεοτύπων;
Η τάση να κατατάσσουμε την εμπειρία μας σε κατηγορίες αποτελεί θεμελιώδη και παγκόσμια διάσταση της ανθρώπινης γνωστικής λειτουργίας. Δημιουργούμε έννοιες, προκειμένου αυτές να βγάλουν νόημα στην ατέρμονη πολυπλοκότητα που συναντάμε στο περιβάλλον μας. Αυτό είναι ένα απαραίτητο συστατικό της ανθρώπινης σκέψης, που μας επιτρέπει να επεξεργαζόμαστε πληροφορίες αποτελεσματικά και γρήγορα. Εάν δεν δημιουργούμε κατηγορίες και νοητικά σχήματα τότε ολόκληρη η ζωή μας θα ήταν μια πολύβουη μάζα ιδεών και εμπειριών.
Στην κοινωνική κατηγοριοποίηση, τοποθετούμε τους ανθρώπους σε κατηγορίες. Οι άνθρωποι επίσης κάνουν διάκριση των μελών στην ομάδα που ανήκουν, από τα μέλη άλλων ομάδων. Επιπλέον, οι άνθρωποι τείνουν να αξιολογούν τις άλλες ομάδες πιο αρνητικά σε σχέση με την δική τους. Με τον τρόπο αυτό, οι κοινωνικές κατηγορίες προσφέρονται εύκολα για την δημιουργία στερεοτύπων γενικά και αρνητικών στερεοτύπων ειδικότερα.

Είναι ο σοβινισμός φυσιολογικός;
Η ευνοιοκρατία φαίνεται να είναι μια φυσική τάση του ανθρώπου. Σε πολλές μελέτες, οι άνθρωποι αποδίδουν πιο θετικά χαρακτηριστικά στην δική τους ομάδα από ό, τι σε άλλες ομάδες. Αυτό έχει αποδειχθεί διαπολιτισμικό χαρακτηριστικό. Το 1976, ο Marilynn Brewer και ο Donald Campbell δημοσίευσαν μια έρευνα από 30 φυλετικές ομάδες στην Ανατολική Αφρική. Τα θέματα που τους ζητήθηκε να αξιολογήσουν ήταν η σύγκριση της δικής τους και των άλλων φυλών σε μια σειρά από χαρακτηριστικά. 27 από τις 30 ομάδες βαθμολόγησαν τη δική τους ομάδα πιο θετικά από ό, τι οποιαδήποτε άλλη ομάδα. Σε μια σειρά από κλασικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν το 1950 και το 1960, οι Mouzafer και Carolyn Sherif μελέτησαν μια ομάδα από 12χρονα αγόρια σε μια θερινή κατασκήνωση. Τα παιδιά χωρίστηκαν σε δύο ομάδες οι οποίες στη συνέχεια συγκρούονται μεταξύ τους σε ανταγωνιστικά παιχνίδια. Μετά από αυτά τα παιχνίδια, τα αγόρια ξεκάθαρα εμφανίζουν σοβινιστικά χαρακτηριστικά, αξιολογώντας σταθερά τις επιδόσεις της δικής τους ομάδας ως ανώτερες της άλλης ομάδας. Επιπλέον, το 90% των αγοριών χαρακτήριζαν ως καλύτερους φίλους αυτούς μέσα από τη δική τους ομάδα, ακόμη και αν, πριν από τον διαχωρισμό των ομάδων, πολλοί είχαν καλύτερους φίλους στην άλλη ομάδα.

Πώς θα μειωθεί η κοινωνική προκατάληψη;
Δεδομένου του πολυεθνικού και ποικιλόμορφου κόσμου μας, είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε τους τρόπους για μείωση των κοινωνικών προκαταλήψεων. Στη δεκαετία του 1950, ο Gordon Allport εισήγαγε την υπόθεση της αλλότριας ομάδας επαφής. Κατά την άποψη αυτή, η αλλότρια διαμορφωμένη ομάδα επαφής, υπό θετικές συνθήκες μπορεί να μειώσει την κοινωνική προκατάληψη. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις περιλαμβάνουν τη συνεργασία για την επίτευξη κοινών στόχων, ισότιμο καθεστώς μεταξύ των ομάδων, καθώς και υποστήριξη των τοπικών αρχών και πολιτιστικών προτύπων. Σημαντική έρευνα από τότε έχει στηρίξει αυτές τις ιδέες. Σε μια ανασκόπηση του 2003, οι Stephen Wright και Donald Taylor σημείωσαν επίσης την αποτελεσματικότητα της ταύτισης με μια ομάδα υπερ-συντεταγμένη. Με άλλα λόγια, οι διάφορες ομάδες μπορούν να έρθουν σε επαφή ως τμήμα μιας μεγαλύτερης ομάδας, για παράδειγμα, ως μέρος μιας κοινότητας.

Οι φιλίες μεταξύ ομάδων μειώνουν την κοινωνική προκατάληψη;
Η θετική συναισθηματική εμπειρία με τα μέλη των διαφόρων ομάδων μπορεί επίσης να μειώσει τα αρνητικά στερεότυπα. Έχοντας στενούς φίλους από διαφορετικές ομάδες είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική μέθοδος στον τομέα αυτό. Είναι σχεδόν αδύνατο να διατηρήσετε τα απλοϊκά, αρνητικά στερεότυπα για κάποιον που γνωρίζετε καλά. Δεύτερον, μια στενή σχέση προωθεί την ταύτιση με το άλλο πρόσωπο και στις ομάδες στις οποίες αυτό ανήκει. Με άλλα λόγια, οι σχέσεις σας με τους άλλους ανθρώπους και τα χαρακτηριστικά αυτών, μπορούν να γίνουν μέρος του ίδιου σας του εαυτού. Αυτό αναφέρεται ως ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ του άλλου με τον εαυτό σας, μια έννοια που εισήχθη από τους Stephen Wright, Arthur Aron και συνεργατών τους.

Αν και συχνά ακούμε για βαθιά ριζωμένες θεσμικές και πολιτιστικές αντιλήψεις που συμβάλλουν στο ρατσισμό, λιγότερο συχνά ακούμε για τα ψυχολογικά κίνητρα που εμπλέκονται στην διαδικασία. Με άλλα λόγια, ψυχολογικά, τι οδηγεί ένα άτομο να έχει ρατσιστικές αντιλήψεις; Παρακάτω παραθέτω μια λίστα με ψυχολογικά κίνητρα που φαίνεται να συμβάλλουν στον ρατσισμό.

1. Αυτοεκτίμηση
Παρατηρείται ότι οι άνθρωποι μερικές φορές χρησιμοποιούν τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις έναντι άλλων για να ενισχύσουν τη δική τους αυτοεκτίμηση. Όταν η αυτοεκτίμηση απειλείται, επιζήμιες πρακτικές και πεποιθήσεις όπως ο ρατσισμός φαίνεται να αποκαθιστούν την αυτοεκτίμηση (τουλάχιστον σε κάποιους). Αυτός προφανώς δεν είναι ένας κοινωνικά αποδεκτός και παραγωγικός τρόπος για να ξανακερδίσουν τα άτομα την αυτοεκτίμηση τους, αλλά παρόλα αυτά φαίνεται να είναι μια μέθοδος που μερικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν.
.
2. Θετική / αρνητική διάκριση
Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά πλάσματα. Μας αρέσει να είμαστε μέρος μιας ομάδας όπως ακριβώς μας αρέσει να βλέπουμε τους εαυτούς μας θετικά (αυτοεκτίμηση), θα θέλαμε να θεωρούν τις ομάδες που ανήκουμε ως σημαντικές (θετική ιδιαιτερότητα). Το πρόβλημα είναι ότι ένας τρόπος που αυτό γίνεται είναι υποτιμώντας μέλη άλλων ομάδων. Έτσι, αν κάποιος είναι αισθητά διαφορετικός σε κάποια ιδιότητα του, μερικές φορές οι άνθρωποι κατέχουν αρνητική στάση σχετικά με αυτό το άτομο, επειδή ανήκει σε διαφορετική ομάδα. Η κλασική και σύγχρονη έρευνα στην κοινωνική ψυχολογία υποστηρίζει αυτή την ιδέα καθώς οι άνθρωποι έχουν την τάση να ανταποκρίνονται περισσότερο ευνοϊκά για τους άλλους, αν είναι μέλη μιας κοινής ομάδας. Η ταυτότητα αυτή μπορεί να είναι θρησκευτική, πολιτική, κοινωνική, ακόμη και φυλετική. Καθώς ο Κόσμος γίνεται όλο και πιο ποικιλόμορφος, η επικοινωνία και η μετακίνηση πιο ευχερής, τουλάχιστον για ορισμένα άτομα φαίνεται ότι η Φυλή είναι ακόμα μια σημαντική διάκριση και η διάκριση αυτή προωθεί την αρνητική στάση απέναντι σε ανθρώπους που ανήκουν σε άλλες φυλετικές ομάδες.

3. Σιγουριά και σταθερή δομή
Πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να έχουν μια πολύ σαφή και ξεκάθαρη άποψη για τον κόσμο. Για αυτούς τους ανθρώπους, ένας ραγδαία μεταβαλλόμενος κόσμος προκαλεί μεγάλη ανησυχία. Η αλλαγή μπορεί να είναι γεγονότα όπως η εκλογή του πρώτου Αφροαμερικανού προέδρου, η αύξηση του αριθμού των εθνοτικών μειονοτικών πληθυσμών, η μεγαλύτερη ποικιλία ομάδων στο χώρο εργασίας, ή επίσης σοβαρά κοινωνικο-οικονομικά γεγονότα, εμφύλιοι πόλεμοι κλπ. Υπάρχει σαφής ανάγκη στους ανθρώπους για σταθερό πλαίσιο και έτσι συχνά επιδίδονται σε στερεοτυπική σκέψη και αντιδρούν σε καταστάσεις που τους κάνουν να αισθάνονται ότι απειλούνται υιοθετώντας ακόμη και εχθρική στάση απέναντι σε όσους είναι διαφορετικοί. Για αυτούς τους ανθρώπους, η προκατάληψη φαίνεται να είναι ένα μέσο για να διατηρηθεί ένα πολύ άκαμπτο σύστημα πεποιθήσεων για τον Κόσμο. Οι άνθρωποι που δεν διαθέτουν αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι πιο ανοιχτοί στο Νέο και επεξεργάζονται καλύτερα τις αλλαγές στην ζωή τους – σαν αποτέλεσμα, διακατέχονται πολύ λιγότερο από ρατσιστικά συναισθήματα, μισαλλοδοξία ή φόβο στο διαφορετικό.

4. Επιβίωση
Μερικοί μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι η προκατάληψη και ο ρατσισμός ειδικότερα, μπορεί να κινητοποιούνται από τα βασικά κίνητρα επιβίωσης. Οι άνθρωποι έχουν εξελιχθεί ως ένα είδος που ευδοκιμεί σε ομάδες και οι ομάδες ανταγωνίζονται για πόρους που σπανίζουν. Και δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε πίσω στους προγόνους μας και την Παγκόσμια Ιστορία της Ανθρωπότητας. Ακόμα και σήμερα, τα έθνη και οι ομάδες μιας χώρας έχουν να αντιμετωπίσουν την περιορισμένη πρόσβαση σε επίσης περιορισμένους πόρους (π.χ. νερό, γόνιμη γη, λιμάνια, πετρέλαιο, κλπ). Η κοινωνική ψυχολογική έρευνα αποδεικνύει ότι είναι πολύ εύκολο να προκληθεί ρήξη μεταξύ ομάδων, εφόσον αυτές ανταγωνίζονται για ένα αγαθό σε ανεπάρκεια. Ως εκ τούτου, μία από τις αιτίες του ρατσισμού μπορεί να είναι μια έμφυτη τάση προς την σύγκρουση ομάδων στην ανάγκη απόκτησης και διατήρησης πόρων. Φυσικά, αυτό είναι εξαιρετικά προβληματικό και δυσπροσαρμοστικό στη σύγχρονη, αλληλο-διασυνδεδεμένη Κοινωνία. Ωστόσο, όταν οι άνθρωποι εξελίχθηκαν, ο κόσμος μας ήταν πολύ διαφορετικός. Οι εγκέφαλοί μας εξελίχθηκαν για αυτόν τον παλιό κόσμο, όχι το σύγχρονο στον οποίο ζούμε σήμερα. Ως εκ τούτου, πρέπει να προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε συστήματα πεποιθήσεων που να απορρίπτουν ότι μπορεί να είναι μια φυσική τάση έλλειψης εμπιστοσύνης και αρνητικής στάσης για τους ανθρώπους που φαίνονται διαφορετικοί από εμάς. Έχουμε σημειώσει μεγάλη πρόοδο, αλλά έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας, αν υπάρχει κάποια αλήθεια στον ισχυρισμό ότι η προκατάληψη μπορεί να οφείλεται σε βασικά κίνητρα επιβίωσης.

5. Επικράτηση
Οι μελετητές αντλώντας υλικό από την εξελικτική ψυχολογία, έχουν επίσης ισχυριστεί ότι ο ρατσισμός μπορεί να καθοδηγείται από κίνητρα για κυριαρχία. Υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι, όπως και πολλά άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά, είναι ιεραρχικά ζώα. Για να εγκατασταθεί μια ιεραρχία, θα πρέπει να υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Ο ρατσισμός βοηθά στη διατήρηση των διαφόρων καθεστώτων, διότι καταπιέζει τις μειονοτικές ομάδες. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η έρευνα διαπίστωσε ότι οι άνθρωποι που έχουν ισχυρή τάση για κυριαρχία, τείνουν να σταδιοδρομούν σε επαγγέλματα που προωθούν την ιεραρχία ή σε θέσεις εξουσίας. Αυτά τα άτομα υψηλού κυριαρχικού status είναι επίσης περισσότερο διατεθειμένα να διατηρήσουν τις προκαταλήψεις προς τα μέλη των μειονοτικών ομάδων. Αυτό είναι ίσως το κρίσιμο σημείο, όπου οι νόμοι και η κοινωνική πολιτική είναι κρίσιμες μεταβλητές. Αν μερικοί άνθρωποι διακατέχονται από κίνητρα να καταπιέζουν ορισμένες ομάδες, πρέπει να επαγρυπνούμε στις προσπάθειές μας για την προώθηση της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Τι πρέπει να γίνει;
Είναι γενικά παραδεκτό ότι η καλύτερη αντιμετώπιση ενός δυσλειτουργικού κοινωνικού φαινομένου είναι η πρόληψη και όχι η καταστολή.
Η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη τεχνική για την προώθηση της φυλετικής αρμονίας, είναι η ανάμειξη φυλετικών ή εθνοτικών ομάδων σε νέες ομάδες όπου συνεργάζονται για έναν κοινό στόχο, έχει ως στόχο να σπάσει ακριβώς τέτοια εμπόδια στην κατανόηση. Μερικές από τις πιο υποσχόμενες τεχνικές έχουν ως στόχο παιδιά του δημοτικού, των οποίων οι προκαταλήψεις δεν είχαν το χρόνο να διαμορφωθούν ή να παγιωθούν. Αλλά η έρευνα έχει επίσης οδηγήσει σε μια σειρά από αρχές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από οποιονδήποτε οργανισμό, για να αλλάξει το περιβάλλον που οδηγεί σε ρατσιστικά φαινόμενα.
Διαφυλετικές ομάδες μάθησης – Μια από τις πιο επιτυχημένες μεθόδους χωρίζει τους μαθητές σε διαφυλετικές ομάδες μάθησης, οι οποίες, όπως με τις αθλητικές ομάδες, δένει τα μέλη μαζί σε κοινό σκοπό, που τελικώς μπορεί να οδηγήσει σε φιλία. Τέτοιες ομάδες μάθησης είναι ευρέως διαδεδομένες στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα σε περιοχές με πιθανά ή πραγματικά φυλετικά προβλήματα. Στο Ισραήλ, έχουν χρησιμοποιηθεί για να εκτονωθεί η ένταση μεταξύ των Εβραίων μαθητών της Μέσης Ανατολής και αυτών ευρωπαϊκής καταγωγής. Στον Καναδά, μεταξύ των Καναδών και των μεταναστών, καθώς και στην Καλιφόρνια μεταξύ των ισπανόφωνων και των μη-ισπανόφωνων φοιτητών.
Παρά το γεγονός ότι οι έρευνες δείχνουν μια σχετική μείωση των ρατσιστικών αντιλήψεων στις ΗΠΑ κατά τα τελευταία 40 χρόνια, ο αριθμός των ανθρώπων που εκφράζουν ανοιχτά μισαλλοδοξία και προκατάληψη εξακολουθεί να υφίσταται σε πιο «εκλεπτυσμένες» και συγκεκαλυμμένες μορφές. Ο Δρ Gadlin, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, αναφέρει ότι η συμπεριφορά των φοιτητών του κολεγίου είναι μια ηχηρή ένδειξη φυλετικών στάσεων και πεποιθήσεων. Οι Πανεπιστημιουπόλεις ήταν στην πρώτη γραμμή του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων στη δεκαετία του 1960. Όμως τα τελευταία δύο χρόνια, ο ίδιος σημειώνει ότι «φυλετικά περιστατικά βίας σημειώνουν πλέον αύξηση στις πανεπιστημιουπόλεις σε όλη τη χώρα».

Πάρα πολύ συχνά οι άνθρωποι βλέπουν την κοινωνική (και αντίστοιχα φυλετική, θρησκευτική, ιδεολογικοπολιτική κλπ) κατηγορία και όχι το άτομο. Όταν σχηματίζονται αυτές οι κατηγορίες, οι πεποιθήσεις και οι παραδοχές που τις υποθάλπουν επιβεβαιώνονται σε κάθε δυνατή ευκαιρία, αγνοώντας αποδείξεις για το αντίθετο. Ο David Hamilton, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στη Σάντα Μπάρμπαρα, έχει καταδείξει σε μια σειρά πειραμάτων ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να ξεχνούν τα γεγονότα που θα αλλάξουν τις υποθέσεις τους σχετικά με τις Κατηγορίες, ενώ αναζητούν και θυμούνται πληροφορίες που θα επιβεβαιώσουν αυτές τις υποθέσεις. «Όταν συναντώ κάποιον που δεν ταιριάζει με τα στερεότυπα μου», λένε οι ίδιοι «το άτομο αυτό αποτελεί απλώς μια εξαίρεση».
Η αίσθηση της δικαιοσύνης είναι επίσης σημαντική. Αν μία ομάδα αντιμετωπίζεται ευνοϊκότερα ή υπάρχει η υπόνοια για κάτι τέτοιο, η κατάσταση είναι πλέον ώριμη για εντάσεις, που συχνά εκφράζονται με Κοινωνικό Αυτοματισμό. Το συνολικό κοινωνικό κλίμα είναι σημαντικό για την καταπολέμηση του ρατσισμού, αλλά και παράπλευρων άλλων φαινομένων όπως του κοινωνικού αποκλεισμού και κοινωνικού αυτοματισμού. Η Φτώχια και οι ιδιαίτερα έντονες και βίαιες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές, συμβάλλουν τα μέγιστα στον έτι περαιτέρω διαχωρισμό των ανθρώπων σε ομάδες, που αυτό-εκπαιδεύονται στην καλλιέργεια Μίσους για το Διαφορετικό, και στην ανέγερση, διατήρηση και ενδυνάμωση σαφών διαχωριστικών γραμμών από άλλους ανθρώπους – ομάδες και εν τέλει προετοιμάζονται συνειδητά και ασυνείδητα για την τελική και ιδιαίτερα καταστροφική σύγκρουση.  Αν από την άλλη προσποιούμαστε ότι προβλήματα δεν υπάρχουν, ότι δεν υφίστανται στην Κοινωνία που ζούμε έννοιες όπως Ρατσισμός, Κοινωνικός Αποκλεισμός ή Κοινωνικός Αυτοματισμός, τότε οι εντάσεις θα κλιμακωθούν μέχρι τελικώς να εκραγούν.

Κλείνοντας συμπερασματικά, υπάρχουν μια σειρά από ψυχολογικά κίνητρα που βοηθούν να διατηρήσουν ζωντανό τον ρατσισμό. Και αυτά τα κίνητρα αναμφίβολα συμβάλλουν στην ευρύτερη ανάπτυξη δυνάμεων που συντηρούν το φαινόμενο. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τα κίνητρα, γιατί η γνώση είναι δύναμη. Γνωρίζοντας τις ψυχολογικές δυνάμεις και μηχανισμούς που ευοδώνουν το ρατσισμό (και τις άλλες μορφές προκαταλήψεων), θα μας βοηθήσει στην καταπολέμηση του. Σε έναν κόσμο που η εξέλιξη είναι ραγδαία αλλά παράλληλα έχει έναν αυξανόμενο αριθμό πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων και αντιμετωπίζει περιβαλλοντικούς κινδύνους που απειλούν όλους τους ανθρώπους, μπορεί να είναι η ικανότητά μας για συνεργασία και όχι σύγκρουση, που ενδεχομένως θα σώσει όλους μας.

Το πασίγνωστο πείραμα για τις επιπτώσεις του ρατσισμού και του διαχωρισμού:
«Το 1970, η Τζέην Έλλιοτ, δασκάλα δημοτικού, πραγματοποίησε ένα διήμερο πείραμα. Την πρώτη μέρα, έπεισε τα παιδιά πως όσα έχουν μπλε μάτια είναι ανώτερα από όσα έχουν καφέ μάτια, και πως από εκείνη τη στιγμή θα είχαν πλεονεκτική θέση έναντι των καφέ στα πάντα: Οι μπλε θα είχαν μεγαλύτερο διάλειμμα ενώ οι καφέ θα έμεναν μέσα, σε καμία περίπτωση οι καφέ δεν θα μπορούσαν να παίξουν με τους μπλε, ενώ οι καφέ θα έπρεπε να φοράνε κολάρο ώστε να ξεχωρίζουν και να πίνουν νερό από τον ψύκτη μόνο με ποτήρι. Τη δεύτερη μέρα, οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Τώρα, οι καφέ είναι καλύτεροι, πιο έξυπνοι, έχουν παραπάνω διάλειμμα και απολαμβάνουν όλα όσα απολάμβαναν την προηγούμενοι οι μπλε. Οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά των παιδιών καταγράφηκαν από κάμερες. Μια ήρεμη τάξη, με χαρούμενα παιδιά που έπαιζαν και διασκέδαζαν, χωρίστηκε στη μέση. Για πρώτη φορά, υπήρξε συμπλοκή στην αυλή του σχολείου μεταξύ καφέ και μπλέ ματιών, με τους τελευταίους να αποκαλούν υποτιμητικά τους μέχρι πριν λίγο φίλους τους “καφεμάτηδες”, όπως αποκαλούσαν οι γονείς τους τους μαύρους, “αράπηδες”. Για πρώτη φορά, τα παιδιά ένιωθαν το βάρος της φυλετικής διάκρισης και του ρατσισμού στις πλάτες τους, για κάτι που δεν επέλεξαν να έχουν (καφέ ή μπλε μάτια) και που δεν μπορούσαν να αλλάξουν. Αντιθέτως, όταν βρίσκονταν στην πλεονεκτική θέση του ανώτερου, κατόπιν εντολής δασκάλας, η «ψυχολογία του ευνοημένου» τα ωθούσε στο να είναι πιο χαρούμενα και να λύνουν ασκήσεις πολύ πιο γρήγορα».

Τι είναι η Δραματοθεραπεία και πώς λειτουργεί

Τι είναι η Δραματοθεραπεία και πώς λειτουργεί

“Το Δράμα, ως εκ της φύσεώς του, προκαλεί ενσυναίσθηση και προοπτική” Emunah, 1994, όπως παρατίθεται στο Leeder και Wimmer, 2006. Η Δραματοθεραπεία χρησιμοποιεί τις εκδραματίσεις για να βοηθήσει τους ανθρώπους να εντοπίσουν με διαφορετικό τρόπο τα προβληματικά ζητήματα στη ζωή τους, προκειμένου να διερευνήσουν εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης αυτών των ζητημάτων.
Η Δραματοθεραπεία έχει εφαρμοστεί σε πολλά πλαίσια, π.χ. στην θεραπεία με τα παιδιά, τους εφήβους, τον εθισμό από ουσίες, στις διατροφικές διαταραχές, στην διαταραχή μετα-τραυματικού στρες, στις διαταραχές της προσωπικότητας και στα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης. Μπορεί να να γίνει σε ένα περιβάλλον ομαδικής ή ατομικής θεραπείας και είναι πάντα υπό την καθοδήγηση ενός Ειδικού επαγγελματία ψυχικής υγείας τον δραματοθεραπευτή. Αφήγηση ιστορίας, κατασκευή εξαρχής μιας φανταστικής ιστορίας, role-playing, αντιστροφή ρόλων, αυτοσχεδιασμός, αφήγηση, εικόνες, σκηνικά, μάσκες και ούτω καθεξής χρησιμοποιούνται ως ερέθισμα για την δραματοποίηση.  Η βασική θεωρία της δραματοθεραπείας είναι ότι το δράμα και το θέατρο είναι κάτι περισσότερο από απομιμήσεις της ζωής και αποτελεούν ουσιαστικά τρόπους για τους ανθρώπους να συμμετέχουν ενεργητικά στο εξωτερικό γίγνεσθαι.
Ενώ το δράμα και οι πιθανές θεραπευτικές επιδράσεις του έχουν αναγνωριστεί εδώ και πολλά χρόνια, η δραματοθεραπεία δεν είχε αναγνωρισθεί ως μια ειδική επαγγελματική και επιστημονική μέθοδος μέχρι την δεκαετία του 1930 όταν και διαμορφώθηκε η Δραματοθεραπεία που βλέπουμε σήμερα με κύριους εκφραστές και ερευνητές τους Peter Slade, Billy Lindkvist και Sue Jennings στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Δραματοθεραπεία τονίζει τη δημιουργικότητα και τον αυθορμητισμό. Μέσα στη διαδικασία της δραματοθεραπείας, οι διάφορες διεργασίες επικεντρώνονται στο να κατακτήσουν τελικώς οι συμμετέχοντες μια κατάσταση ηρεμίας και γαλήνης. Ο Jones εξηγεί ότι μέσω της δραματική προβολής, εξωτερικεύονται οι εσωτερικές συγκρούσεις, με τη χρήση θεατρικών τεχνικών όπως αναπαραστάσεις, παίξιμο συγκεκριμένων ρόλων, αυτοσχεδιασμός, αντιστροφή ρόλων κλπ. Έτσι, καθίσταται εφικτό για τους συμμετέχοντες να εξερευνήσουν ευαίσθητα εσωτερικά ζητήματα που μπορεί να ήταν δύσκολο για αυτούς να συζητήσουν.
Σε αντίθεση με το πραγματικό θεατρικό δράμα, ένας συμμετέχων σε διαδικασία δραματοθεραπείας δεν επιτρέπεται να ταυτιστεί πλήρως με τον χαρακτήρα που υποδύεται, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προσδιορίσει και να προβληματιστεί σχετικά με το ρόλο που παίζει. Ο τρόπος που το σώμα επικοινωνεί συνειδητά και ασυνείδητα και θα μπορούσε να εγείρει σημαντικά θέματα για το άτομο και τον δραματοθεραπευτή του για να εργαστούν πάνω σε αυτό στην συνέχεια της θεραπείας. Για παράδειγμα, ο Τζόουνς εξήγησε ότι μία συγκεκριμένη γυναίκα στην ομάδα του επέλεξε να υποδυθεί κάποιαν που ήταν άρρωστη, εξασθενημένη και συνεχώς έπεφτε κάτω. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης που επηκολούθησε της συνεδρίας, η γυναίκα συνειδητοποίησε ότι είχε υποδυθεί την μητέρα της που είχε πεθάνει όταν εκείνη ήταν μικρή.
Η σχέση ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα είναι ένα θέμα που επανέρχεται συχνά στην Δραματοθεραπεία. Οι συμμετέχοντες συχνά καλούνται να φέρουν πραγματικές εμπειρίες της ζωής στην δραματοθεραπεία. Με τον τρόπο αυτό, η Δραματοθεραπεία είναι «μια μορφή θεάτρου», όμως οι συμμετέχοντες, αναβιώνοντας ελεγχόμενα αυτά που έχουν συμβεί ή συμβαίνουν στην ζωή τους, επεξεργάζονται τα βαθύτερα τραύματα και αγωνίες τους και προσπαθούν να δράσουν διορθωτικά στο εδώ και τώρα.

Ψυχόδραμα
«Το σώμα θυμάται τι το μυαλό ξεχνά” Marcia Karp, 1998.
Το ψυχόδραμα λέξη προέρχεται από τις λέξεις “ψυχή” (ψυχή / πνεύμα) και “Δράμα” (δράση) υπονοώντας έτσι τη διαδικασία αξιοποίησης δράσεων για να εξωτερικευθεί ο εσωτερικός κόσμος.
Το ψυχόδραμα αναπτύχθηκε από τον Jacob Levy Moreno στις αρχές του 1920. Με πολλούς τρόπους, το ψυχόδραμα χρησιμοποιεί τις ίδιες θεωρίες και τις βασικές έννοιες όπως η δραματοθεραπεία. Στο ψυχόδραμα, ο κύριος πρωταγωνιστής είναι ο συμμετέχων, οι ανησυχίες του οποίου πρέπει να αντιμετωπισθούν τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο πρωταγωνιστής θα υποδυθεί σκηνές από το παρελθόν, τις  εσωτερικές συγκρούσεις, τις φαντασιώσεις, τα όνειρα και ούτω καθ ‘εξής, όπως ακριβώς και στην Δραματοθεραπεία. Άλλοι ρόλοι στην κατάσταση που περιγράφει, συμπληρώνονται από άλλα μέλη της ομάδας ή ακόμα και από άψυχα αντικείμενα.
Το ψυχόδραμα, ως θεραπεία, είναι πιο θεωρητικό και οι συνεδρίες είναι πολύ πιο δομημένες σε σχέση με την Δραματοθεραπεία. Το ψυχόδραμα επικεντρώνεται στην συναισθηματική συμμετοχή της αντιμετώπισης προβληματικών τομέων της ζωής,  ενώ η Δραματοθεραπεία επιτρέπει την δραματική αποστασιοποίηση των. Έτσι, το ψυχόδραμα θα μπορούσε να είναι πιο αποτελεσματικό στη θεραπεία αλκοολικών ή τοξικομανών. Αντιστρόφως, η Δραματοθεραπεία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για παιδιά με ειδικές ανάγκες, τους εφήβους, και ενήλικες με ειδικές ανάγκες άτομα. Σε πολλά περιστατικά, οι τεχνικές δραματοθεραπείας χρησιμοποιούνται ως μέθοδος εισαγωγής για το ψυχόδραμα και αντιστρόφως το ψυχόδραμα ως follow-up για τη δραματοθεραπεία.

Τι είναι η Θεραπεία μέσω Τέχνης και πώς λειτουργεί

Τι είναι η Θεραπεία μέσω Τέχνης και πώς λειτουργεί

(έργο του ζωγράφου Τάσου Αλαμάνου)

Τι είναι η θεραπεία τέχνης (art therapy, εικαστική θεραπεία);

Ορισμός: Θεραπεία μέσω της τέχνης είναι μια μορφή θεραπείας που χρησιμοποιεί τη δημιουργική διαδικασία μέσω της τέχνης για να βελτιώσει τη φυσική κατάσταση ενός ατόμου καθώς και την ψυχική και συναισθηματική του ευεξία.

Τι κάνει ένας θεραπευτής τέχνης;

Η δημιουργική διαδικασία που εμπλέκεται στην έκφραση μέσω της Τέχνης, μπορεί να βοηθήσει ανθρώπους να επιλύσουν εσωτερικά ζητήματα καθώς και να αναπτύξουν και να διαχειρίζονται τις συμπεριφορές και τα συναισθήματά τους, να μειώσει το άγχος και να βοηθήσει στην βελτίωση της αυτοεκτίμησης τους. Στην διαδικασία αυτή μπορεί να εμπλακεί ο οποιοσδήποτε – δεν χρειάζονται να προϋπάρχουν τεχνικές δεξιότητες ή κάποιο ταλέντο.
Η Θεραπεία μέσω της τέχνης μπορεί να επιτύχει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παροχή συμβουλών, στην θεραπεία, στην αποκατάσταση, συμπληρωματικά στην ψυχοθεραπεία και με την ευρεία έννοια του όρου, η θεραπεία τέχνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάδειξη στην επιφάνεια κάποιου εσώτερου εαυτού με έναν τρόπο που μπορεί να παρέχει στο άτομο μια βαθύτερη κατανόηση για τον εαυτό του.

Ποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει την Art Therapy?

Σχεδόν ο καθένας μπορεί να χρησιμοποιήσει την θεραπεία μέσω τέχνης . Σε έναν κόσμο όπου υπάρχει πληθώρα τρόπων για να επικοινωνήσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους και να εκφράσουν τον εαυτό τους, η θεραπεία μέσω τέχνης είναι ένα ακόμη μέσο. Μια από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ της θεραπείας τέχνης και άλλες μορφές επικοινωνίας είναι ότι οι περισσότερες άλλες μορφές επικοινωνίας απαιτούν τη χρήση των λέξεων ή της γλώσσας ως μέσου διαντίδρασης. Συχνά όμως, οι άνθρωποι δεν διαθέτουν χρόνο και είναι ανίκανοι να εκφραστούν σε περιορισμένο χρονικό εύρος.
Μία από τις ομορφιές της τέχνης ως θεραπεία είναι η δυνατότητα ένα άτομο να εκφράσει τα συναισθήματα του / της μέσα από κάθε μορφή της Κανείς δεν πρέπει να “φοβάται” να εκφράσει τον εαυτό του μέσα από την τέχνη. Η δημιουργική διαδικασία μπορεί να είναι από μόνη της μια μορφή επιβράβευσης. Σε συνδυασμό με έναν κατάλληλα εκαπιδευμένο θεραπευτή, θα πρέπει σταδιακά, αν όχι αμέσως, να αισθάνονται άνετα με αυτή την πρωτόγνωρη μορφή έκφρασης. Στην τελική, ο στόχος δεν είναι απαραίτητα για να δημιουργήσετε ένα αριστούργημα τέχνης.

Γιατί να χρησιμοποιήσω την Art Therapy?

Η τέχνη ως θεραπεία χρησιμοποιείται γενικά ως ένας εναλλακτικός τρόπος για να βελτιωθεί η συναισθηματική κατάσταση του ατόμου και η ψυχική του ευεξία. Η Εκφραστική θεραπεία μέσω τέχνης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται όμως μόνο ως θεραπεία. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανακούφιση του στρες ή της έντασης, ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένας τρόπος ενδοσκόπησης του εαυτού.

Τι ακριβώς κάνει ένας θεραπευτής τέχνης;

Οι θεραπευτές τέχνης έχουν εκπαιδευτεί στη θεραπεία και την τέχνη. Έχουν μελετήσει ψυχολογία και την ανθρώπινη ανάπτυξη. Οι θεραπευτές τέχνης έχουν συνήθως μια κλινική πρακτική κάποιου είδους και εξειδικεύονται στην γενική εκτίμηση της κατάστασης ενός ατόμου σε θεραπεία για μια σοβαρή ασθένεια. Οι Θεραπευτές Τέχνης μπορούν να συνεργαστούν με ανθρώπους όλων των ηλικιών, φύλου, θρησκείας, κλπ. Μπορούν να βοηθήσουν ένα άτομο, ένα ζευγάρι, μια οικογένεια, ή ομάδες ανθρώπων. Ανάλογα με την κατάσταση, μπορεί να υπάρχουν πολλοί θεραπευτές τέχνης που να εργάζονται μαζί ως κλινική ομάδα.
Μεγάλη σημασία στην όλη διαδικασία έχει η χρήση των μη λεκτικών συμβόλων και αλληγοριών που συχνά εκφράζονται μέσα από την τέχνη και τη δημιουργική διαδικασία, έννοιες που είναι συνήθως δύσκολο να εκφραστούν με λόγια. Έτσι, μέσω αυτής της διαδικασίας το άτομο αρχίζει να ανακαλύπτει νέες πτυχές του ψυχισμού του.

Επιπλέον ορισμοί της εικαστικής θεραπείας

Η Θεραπεία μέσω της τέχνης, μερικές φορές ονομάζεται δημιουργική θεραπεία τέχνης ή εκφραστική θεραπεία τέχνης, ενθαρρύνει τους ανθρώπους να εκφράσουν και να καταλάβουν τα συναισθήματα τους μέσω της καλλιτεχνικής έκφρασης και μέσα από τη δημιουργική διαδικασία. From The Free Dictionary

Η Art θεραπεία είναι μια μορφή εκφραστικής θεραπείας που χρησιμοποιεί υλικά τέχνης, όπως χρώματα, κιμωλίες κλπ. Η Θεραπεία μέσω της τέχνης συνδυάζει τις παραδοσιακές ψυχοθεραπευτικές θεωρίες και τεχνικές με την κατανόηση των ψυχολογικών πτυχών της δημιουργικής διαδικασίας. Από τη Βικιπαίδεια

Η Art θεραπεία είναι επί της ουσίας η χρήση και δημιουργία τέχνης, προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση του εαυτού και των άλλων. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να ευοδώσει την προσωπική ανάπτυξη, να αυξήσει τις προσαρμοστικές ικανότητες, και να ενισχύσει τις νοητικές λειτουργίες. Βασίζεται στις θεωρίες της προσωπικότητας, την ανθρώπινη ανάπτυξη, την ψυχολογία, τα οικογενειακά συστήματα, και την εκπαίδευση τέχνης. Οι θεραπευτές Τέχνης εκπαιδεύονται τόσο στην τέχνη όσο και στην ψυχοθεραπευτική θεραπεία.

Οι Θεραπευτές τέχνης είναι επαγγελματίες που έχουν εκπαιδευτεί τόσο στην δημιουργική διαδικασία όσο και στην θεραπεία. Είναι γνώστες της ανθρώπινης ανάπτυξης, των ψυχολογικών θεωριών, κλινικής πρακτικής, τις πολυπολιτισμικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις, και της δυνατότητας θεραπείας της τέχνης. Χρησιμοποιούν την τέχνη για θεραπεία, την αξιολόγηση και την έρευνα, και συνεργάζονται με άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Τι είναι η Μουσικοθεραπεία και πώς λειτουργεί

Τι είναι η Μουσικοθεραπεία και πώς λειτουργεί

Η Σύγχρονη Μουσικοθεραπεία αποτελείται από πολλά μοντέλα και μεθόδους, όπου η μουσική χρησιμοποιείται στη θεραπευτική διαδικασία. Οι αρχές της μουσικοθεραπείας είναι μάλλον κοντά σε εκείνες της ψυχοθεραπείας. Ωστόσο, η μουσικοθεραπεία, δίνει έμφαση στις μουσικές εμπειρίες ως εργαλείο της αυτοέκφρασης και επικοινωνίας. Διάφορες ψυχολογικές θεωρίες επηρεάζουν την εργασία και θεραπευτική προσέγγιση στους κλινικούς μουσικοθεραπευτές, με την ψυχοδυναμική προσέγγιση ίσως την πιο κοινή.
Μια άλλη παραδοσιακή εφαρμογή του θεραπευτικού αυτού εργαλείου είναι η μουσικοθεραπεία για τις αναπτυξιακές και τις νευρολογικές διαταραχές. Το φάσμα αυτών των διαταραχών είναι μεγάλο και ως εκ τούτου υπάρχουν διάφορες μέθοδοι μουσικοθεραπείας και επίσης διάφορα μοντέλα εφαρμογών. Η Ψυχιατρική μουσικοθεραπεία συχνά βασίζεται στην ελεύθερη και αυθόρμητη έκφραση ελεύθερων συνειρμών ενώ η μουσικοθεραπεία για τις αναπτυξιακές και τις νευρολογικές διαταραχές είναι συνήθως πιο δομημένη και σαφώς πιο προσανατολισμένη μέθοδος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμπεριφοριστική θεωρία ή και οι θεωρίες μάθησης, συχνά λειτουργούν ως πλαίσιο σε αυτές.

Τι είναι αυτό που κάνει τη μουσική ένα θεραπευτικό εργαλείο;

Μαζί με την ταχεία ανάπτυξη των τεχνικών απεικόνισης του εγκεφάλου, οι ερευνητές ήταν σε θέση να ρίξουν φως στις ειδικές ιδιότητες της μουσικής ως ερέθισμα που ενεργοποιεί τον εγκέφαλο κατά τρόπο διαφορετικό. Η μουσική είναι γνωστό ότι είναι σε στενή σχέση με τα συναισθήματα, καθώς τα ανακαλεί. Επιπλέον, οι ερευνητές έχουν ανακαλύψει ότι οι ακροατές μουσικής χρησιμοποιούν συνήθως τη μουσική για τη ρύθμιση του συναισθήματος. Επειδή η πλειοψηφία των ψυχιατρικών διαταραχών είναι συναισθηματικές, δεν προκαλεί έκπληξη ότι η μουσική έχει βρεθεί να είναι ένα ισχυρό θεραπευτικό μέσο. Τα συναισθήματα, οι εικόνες, οι συνειρμοί και οι αναμνήσεις που προκαλούνται από τη μουσική προσφέρουν μια πολύτιμη δίοδο προς τις ψυχικές διεργασίες του ατόμου, φθάνοντας έτσι τις εμπειρίες που το άτομο είναι δύσκολο να εκφράσει λεκτικά. Από την άλλη πλευρά, οι εμπειρίες με συναισθηματικές φορτίσεις, και η αλληλεπίδραση γίνονται εφικτές με την μουσικοθεραπεία, ακόμη και όταν η λεκτική έκφραση δεν είναι δυνατή. Αυτό μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή με τα παιδιά (ακόμη και τα νήπια), σε ασθενείς με σοβαρές αναπτυξιακές διαταραχές, σε άτομα με άνοια, ή σε ασθενείς που υποφέρουν από σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η οξεία ψύχωση. Ασκήσεις συντονισμού και ενεργοποίησης των κινητικών νευρώνων είναι συχνά στο επίκεντρο της μουσικοθεραπείας σε ασθενείς με κινητικές αναπηρίες. Η μουσικοθεραπεία με παιδιά και εφήβους σε συνδυασμό με σωματική δραστηριότητα και δράση, διαδραματίζει συχνά ένα σημαντικό θεραπευτικό ρόλο ακόμα και αν η κύρια έμφαση και στόχος της θεραπείας είναι τα ψυχικά προβλήματα.
Σε μελέτες πάνω στην εφαρμογή της μουσικοθεραπείας σε εγκεφαλικό επεισόδιο προτιμήθηκε μουσική γνωστή και οικεία στους ασθενείς. Οι ερευνητές έπρεπε να πάρουν συνέντευξη από τους ασθενείς, τους συγγενείς τους, και ούτω καθεξής, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η μουσική που χρησιμοποιείται στην θεραπεία, πραγματικά είχε μια συγκεκριμένη σημασία για τον ασθενή. Το ίδιο μουσικό κομμάτι μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα για πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, και ως εκ τούτου, ό, τι μουσική χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς, πρέπει να εκφράζει μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ του υποκειμένου και της μουσικής που ακούει. Για μερικούς ασθενείς ο Μότσαρτ ίσως είναι η σωστή επιλογή, μερικοί προτιμούν τους Beatles, και ούτω καθεξής. Οι μουσικοθεραπευτές συνήθως ενδιαφέρονται για τις εμπειρίες (εικόνες, μνήμες, κλπ), που βιώνει ή ανακαλεί ο ασθενής με τη μουσική. Ο στόχος είναι να βρεθεί η όσο το δυνατόν πιο συγκινητική, προσωπική και σημαντική μουσική από την πλευρά του ασθενούς. Οι γιατροί γνωρίζουν ότι ένα μουσικό κομμάτι από την παιδική ηλικία ενός ατόμου μπορεί να προκαλέσει απίστευτα ισχυρές μνήμες και συναισθήματα:
«Αυτή είναι η μουσική που άκουγα όταν ήμουν πολύ λυπημένος και ήμουν μόνος στη μοναξιά και την οργή ​​μου … Θυμάμαι καθαρά την ατμόσφαιρα, τότε και κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι και πάλι αισθάνομαι με τον ίδιο τρόπο ….». Σε αυτό το παράδειγμα, η μουσική βοηθά τον ασθενή να ανακαλέσει τις συναισθηματικές του αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία, οι οποίες ήταν τραυματικές και αυτές είναι τώρα είναι υπό έρευνα στη θεραπεία. Όπως μπορείτε να δείτε, δεν είναι μόνο η μουσική, αλλά σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η σχέση μεταξύ του ασθενούς και του θεραπευτή, γεγονός που ολοκληρώνει το έργο της θεραπείας.
Η Μουσική μπορεί να είναι θεραπευτική ως τέτοια από μόνη της, αλλά και οι θεραπευτές μουσικής έχουν συγκεκριμένες τεχνικές στη διάθεσή τους να χρησιμοποιήσουν ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στις μουσικές εμπειρίες του ασθενούς και το ψυχικό υλικό που αναδύεται με αυτές. Τις περισσότερες φορές στην καθημερινή ζωή μας, η μουσική έρχεται και φεύγει. Είναι παντού!. Την ίδια στιγμή, πολλοί από εμάς είμαστε εξαιρετικά επιλεκτικοί όταν πρόκειται για τη μουσική. Όταν ένας ραδιοσταθμός αρχίζει να παίζει μουσική που δεν μας αρέσει, μπορούμε γρήγορα να μεταβούμε σε έναν άλλο σταθμό. Τις περισσότερες φορές οι άνθρωποι αναζητούν ασυνείδητα ευχάριστη μουσική – μουσική που να ρυθμίζει θετικά τη διάθεσή τους. Αλλά υπάρχουν επίσης άνθρωποι που ακούν θλιμμένη μουσική, προκειμένου να συντονιστούν με την θλίψη τους. Με αυτό τον τρόπο η μουσική διευκολύνει το άτομο να περάσει κάποιες δύσκολες καταστάσεις στη ζωή τους. Εν συντομία, η μουσική που ακούμε στο ραδιόφωνο, εστιάζοντας σε κάτι άλλο, προκαλεί σπάνια αρνητική επίδραση επειδή υπό φυσιολογικές συνθήκες οι υγιείς άνθρωποι έχουν επίσης φυσιολογικούς και μάλλον ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή τους ζωή, ώστε να φιλτράρουν ότι είναι αρνητικό. Φυσικά, υπάρχουν πολλά παραδείγματα όπου η μουσική έχει σκόπιμα χρησιμοποιηθεί ως διεγερτικό, ή ενισχυτής μιας συγκεκριμένης διάθεσης – με άλλα λόγια, η επιθυμητή ατμόσφαιρα είναι ήδη εκεί, αλλά η μουσική χρησιμοποιείται για να ενισχύσει αυτό το κλίμα. Κατά την πρόσφατη σφαγή στη Νορβηγία, όπου 76 νέοι έχασαν τη ζωή τους, ο δράστης λέγεται ότι έδρασε έτσι αποτρόπαια, φορώντας ακουστικά και ακούγοντας μουσική!
Σε πολλές χώρες, η εκπαίδευση της μουσικοθεραπείας διδάσκεται στα Πανεπιστήμια. Στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, υπάρχουν αρκετές πανεπιστημιακές έδρες. Εξαιτίας αυτής της Ακαδημαϊκής πορείας της Μουσικοθεραπείας, τα αποτελέσματά της βρίσκονται συνεχώς υπό διερεύνηση και επανεκτίμηση, ειδικά σε σύγκριση με την θεραπευτικά παρεμφερή ψυχοθεραπεία. Αρκετές μελέτες αποτελεσματικότητας, καθώς και μετα-αναλύσεις έχουν γίνει σχετικά με τη μουσικοθεραπεία τον τελευταίο καιρό. Για να αναφέρουμε μερικές, υπάρχουν μετα-αναλύσεις σχετικά με τη μουσικοθεραπεία για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας, σχετικά με την ψυχοπαθολογία των παιδιών και των εφήβων, για τον αυτισμό, για σοβαρές ψυχικές διαταραχές και για την κατάθλιψη. Σε αυτές τις μετα-αναλύσεις η Μουσικοθεραπεία έχει βρεθεί να είναι μια αποτελεσματική μέθοδος θεραπείας. Μια πρόσφατη μελέτη (που δημοσιεύθηκε στο Stroke) έδειξε ότι ακούγοντας την προτιμώμενη από το υποκείμενο μουσική καθημερινά για μια περίοδο τριών μηνών βελτίωσε ασθενείς με οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο σε πολλούς τομείς, όπως στη λεκτική μνήμη και την εστίαση της προσοχής. Βελτιώθηκαν η σύγχυση και η κατάθλιψη σε σύγκριση με τις ομάδες ελέγχου. Μια άλλη πρόσφατη μελέτη (που δημοσιεύτηκε στο British Journal of Psychiatry) έδειξε ότι η μουσικοθεραπεία είναι μια αποτελεσματική μορφή θεραπείας της κατάθλιψης. Οι συμμετέχοντες στην ομάδα μουσικοθεραπείας βελτιώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου ως προς τα καταθλιπτικά και αγχώδη συμπτώματα, και βελτίωσαν γρηγορότερα την λειτουργικότητα τους.

Συμπέρασμα: Η μουσικοθεραπεία μπορεί να εφαρμοστεί σε διάφορες νοσολογικές καταστάσεις. Η μουσικοθεραπεία μπορεί να χωριστεί σε δύο κύριες κατηγορίες, παθητική (ακρόαση μουσικής με βάση συγκεκριμένο πρόγραμμα) και ενεργητική (συμμετοχική). Το τελευταίο αναφέρεται στη μουσική αυτο-έκφραση και επικοινωνία, που συχνά είναι αυθόρμητη, με ελεύθερο αυτοσχεδιασμό με όργανα ή φωνή. Αντίθετα με την κοινή αντίληψη, η μουσικοθεραπεία δεν προϋποθέτει μουσικές δεξιότητες ή ταλέντο. Σε πολλές χώρες, η μουσικοθεραπεία εφαρμόζεται συχνότερα σε παιδιά και εφήβους, καθώς και σε ανθρώπους με αναπτυξιακές διαταραχές. Σύμφωνα με την κλινική εμπειρία και την έρευνα, η θεραπεία με μουσική φαίνεται να είναι μια συμπληρωματική μορφή θεραπείας, με εφαρμογή επίσης, στο πεδίο της παραδοσιακής ψυχοθεραπείας – για παράδειγμα στην θεραπεία των ψυχικών διαταραχών των ενηλίκων.