Η πρόληψη της μείζονος συναισθηματικής διαταραχής σε νέα άτομα

Η πρόληψη της μείζονος συναισθηματικής διαταραχής σε νέα άτομα

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ “ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΑΣ – ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ 2003”

H μείζων κατάθλιψη αποτελούσε τη τέταρτη σε σπουδαιότητα διαταραχή ως προς την επιβάρυνση από ασθένειες σε παγκόσμιο επίπεδο κατά το 1990 και υπολογίζεται ότι θα είναι δεύτερη έως το 2020.  Αποτελεί την κύρια αιτία αναπηρίας στις αναπτυγμένες χώρες και το βασικό ερώτημα είναι γιατί η επιβάρυνση λόγω της κατάθλιψης δεν μειώνεται με τον ίδιο ρυθμό όπως οι λοιμώδεις και περιγεννητικές παθήσεις, οι οποίες το 1990 προκαλούσαν μεγαλύτερη επιβάρυνση.  Κατά τα τελευταία 5 έτη επιβεβαιώνεται όλο και περισσότερο η άποψη ότι η κατάθλιψη αποτελεί υποτροπιάζουσα διαταραχή, που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως χρόνια νόσος.  Έχει υπολογισθεί ότι προς το παρόν αποτρέπεται περίπου 13% της συνολικής επιβάρυνσης που προκαλεί η κατάθλιψη.  Έχει επιπλέον υπολογισθεί ότι, αν ήταν ιδανικές οι συνθήκες ως προς την κάλυψη των ασθενών και τις δυνατότητες των κλινικών γιατρών και δεν υπήρχαν προβλήματα σχετικά με την παροχή και τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών υγείας, η επιβάρυνση θα μπορούσε να αποτραπεί μόνο σε ποσοστό 36% με τη χρήση των παρεμβάσεων και των γνώσεων που είναι διαθέσιμες σήμερα.  Συνεπώς, φαίνεται ότι ποσοστό 64% της επιβάρυνσης που προκαλεί η μείζων κατάθλιψη δεν μπορεί να αποτραπεί.  Πρόκειται για μία κατάσταση, στην οποία η αποτελεσματική πρόληψη μπορεί να έχει ζωτική σημασία.  Από πληθυσμιακές μελέτες προκύπτει ότι περίπου το ένα τρίτο των ασθενών, που στη διάρκεια της ζωής τους πληρούν τα κριτήρια της μείζονος κατάθλιψης, αναφέρουν ότι το πρώτο επεισόδιο εκδηλώθηκε σε ηλικία μικρότερη των 21 ετών.  Άρα, η  πρόληψη, αν πρόκειται να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει να έχει στόχο τα άτομα νέας ηλικίας.

Υπάρχουν προγράμματα με κύριο στόχο την πρόληψη της κατάθλιψης;  Οι πρόσφατες ανασκοπήσεις σχετικά με την πρόληψη των ψυχικών διαταραχών είναι αισιόδοξες για το γενικό ζήτημα της πρόληψης, αν και εμφανίζονται κάπως επιφυλακτικές ως προς τα προγράμματα πρόληψης της κατάθλιψης.  Σε ορισμένες μελέτες που δημοσιεύτηκαν κατά το έτος 2001 διαφαίνεται μεταβολή αυτής της άποψης.  Προγράμματα πρόληψης (που έχουν ονομασθεί γενικά προγράμματα) μπορούν να έχουν εφαρμογή σε ολόκληρο τον πληθυσμό ή να κατευθύνονται προς τα άτομα με αναγνωρισμένους παράγοντες κινδύνου ή πρώιμα συμπτώματα.  Οι γενικές παρεμβάσεις ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη αποδοχή, κοστίζουν, όμως, περισσότερο, ενώ οι κατευθυνόμενες παρεμβάσεις εξαρτώνται από την ακρίβεια προγραμμάτων ελέγχου, που ενδέχεται να προκαλέσουν στιγματισμό όσων επιλεγούν. Γενικά προγράμματα με στόχο την πρόληψη της κατάθλιψης. Σε μελέτη του 1993, ο Clarke και συνεργάτες παρέθεσαν στοιχεία για δύο προγράμματα παρέμβασης σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.  Στο πρώτο πρόγραμμα, οι μαθητές κατανεμήθηκαν τυχαία σε τρία μαθήματα στην τάξη σχετικά με τα συμπτώματα, τα αίτια και τη θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης και ενθαρρύνθηκαν στην εφαρμογή ευχάριστων δραστηριοτήτων με στόχο την πρόληψη της εμφάνισης ή της έξαρσης καταθλιπτικής διάθεσης.  Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, παρατηρήθηκε κάποια βραχυπρόθεσμη βελτίωση στα αγόρια που έλαβαν μέρος στη μελέτη, που όμως δεν διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια των 12 εβδομάδων της παρακολούθησης.  Στο δεύτερο πρόγραμμα, οι μαθητές κατανεμήθηκαν τυχαία σε πέντε μαθήματα σχετικά με την κατάθλιψη, 4 από τα οποία επικεντρωνόταν στην απόκτηση δεξιοτήτων ως προς τον προγραμματισμό ευχάριστων δραστηριοτήτων.  Δεν διαπιστώθηκε διαφορά μεταξύ των ομάδων παρέμβασης και ελέγχου, παρά το επαρκές μέγεθος των ομάδων.  Κατά μία άποψη, οι παρεμβάσεις στα προγράμματα αυτά ίσως δεν είχαν αρκετή ισχύ για ένα ωφέλιμο αποτέλεσμα. Σε άλλη μελέτη, 260 μαθητές έλαβαν μέρος σε έρευνα που είχε ενταχθεί στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.  Αρχικά, πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε μαθητές ηλικίας 14 και 15 ετών, τρεις φορές σε χρονικό διάστημα 15 μηνών.  Το επόμενο έτος, οι μαθητές της ίδιας ηλικίας αξιολογήθηκαν με τον ίδιο τρόπο, με τη διαφορά ότι μεταξύ πρώτης και δεύτερης αξιολόγησης παρακολούθησαν 11 συνεδρίες τύπου γνωσιακής θεραπείας σε μικρές ομάδες.  Το πρόγραμμα ήταν υπό την εποπτεία ψυχολόγων και το ποσοστό συμμετοχής των μαθητών ήταν 88%. Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: η ομάδα παρέμβασης, σε αντίθεση με την ομάδα ελέγχου, εμφάνισε σημαντική μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων, που παρέμεινε αναλλοίωτη σε όλη τη διάρκεια των 10 μηνών της παρακολούθησης.  Το συνολικό μέγεθος του αποτελέσματος ήταν μικρό, αλλά οι συγγραφείς παρουσίασαν στοιχεία ότι ποσοστό 13% των παιδιών στην ομάδα παρέμβασης, που, με βάση την ομάδα ελέγχου, θα συνέχιζαν να εμφανίζουν υποκλινική ή κλινική κατάθλιψη, είχε πλέον φυσιολογική βαθμολογία.  Οι 11 ώρες εκπαίδευσης ανά συμμετέχοντα που εμφάνισε βελτίωση αποδείχθηκαν πιο αποτελεσματικές από την κλινική θεραπεία.  Οι συγγραφείς υποστήριξαν την ευρύτερη εφαρμογή των γενικών προγραμμάτων πρόληψης της κατάθλιψης. Σε μελέτη του 1997, που περιλάμβανε ψυχοεκπαίδευση και λύση προβλημάτων παιδιών ηλικίας 11-14 ετών από κλινικούς ψυχολόγους σε 16 συνεδρίες στην τάξη, με στόχο την αύξηση της ικανότητας των παιδιών να αντιμετωπίζουν δυσκολίες και τη μείωση της εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων, δεν διαπιστώθηκε ικανοποιητικό αποτέλεσμα με τη συμπλήρωση της μελέτης και κατά την επανεξέταση μετά από 12 μήνες. Πρόσφατη μελέτη αναφέρει τα αποτελέσματα προγράμματος, στο οποίο συμμετείχαν 1500 σπουδαστές και αφορούσε σε 8 εκπαιδευτικές συνεδρίες με στόχο τη βελτίωση της δυνατότητας επίλυσης προβλημάτων και, σε μικρότερο βαθμό, τη μείωση της αρνητικής γνωσιακής προκατάληψης.  Στην ομάδα παρέμβασης, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, διαπιστώθηκε σημαντική μείωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων με την ολοκλήρωση του προγράμματος.  Κατά την επανεξέταση μετά από 12 μήνες, οι μαθητές υψηλού κινδύνου διατήρησαν τη βελτίωση της δυνατότητας επίλυσης προβλημάτων, αλλά το συνολικό όφελος ως προς τα καταθλιπτικά συμπτώματα δεν ήταν πλέον εμφανές.  Η μελέτη ήταν καλά σχεδιασμένη, με δυνατότητα επισήμανσης κλινικά σημαντικών διαφορών.  Η διαφορά με τις προηγούμενες μελέτες ήταν ότι η εκπαίδευση γινόταν από το εκπαιδευτικό προσωπικό, σε ολόκληρη την τάξη και η έμφαση δινόταν στην επίλυση προβλημάτων και όχι στη γνωσιακή θεραπεία.  Παρ’ όλα αυτά, η εξασθένιση του αποτελέσματος που παρατηρήθηκε κατά την επανεξέταση ήταν απογοητευτική.

Κατευθυνόμενα προγράμματα πρόληψης

Τα παιδιά γονέων που πάσχουν από κατάθλιψη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν και αυτά κατάθλιψη και τα αίτια είναι μάλλον ψυχολογικά και όχι γενετικά.  Σε τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη, γονείς και παιδιά από 36 οικογένειες συμμετείχαν σε κλινική παρέμβαση μέσω 6 έως 10 συνεδριών ή σε 2 συνεδρίες διάλεξης και συζήτησης. Τα αποτελέσματα έδειξαν αυξημένη ικανοποίηση και ενημέρωση στην ομάδα παρέμβασης, αλλά καμιά διαφορά στη βαθμολογία της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας των παιδιών. Μια παρεμφερής μελέτη είχε ως στόχο 94 έφηβους ηλικίας 13 έως 18 ετών, παιδιά γονέων με ιστορικό κατάθλιψης.  Τα παιδιά εμφάνιζαν καταθλιπτικά συμπτώματα, που δεν πληρούσαν τα κριτήρια συναισθηματικής διαταραχής του DSM-III-R.  Τα παιδιά κατανεμήθηκαν τυχαία σε συνήθη αντιμετώπιση ή σε 15 συνεδρίες γνωσιακής θεραπείας σε μικρές ομάδες από θεραπευτές κατόχους διπλώματος εξειδίκευσης (master). Μετά από παρακολούθηση με μέση διάρκεια 15 μηνών, η συχνότητα μείζονος κατάθλιψης στην ομάδα παρέμβασης ήταν 9,3% σε σύγκριση με 28,8% στην ομάδα ελέγχου – ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Παρόμοιο αποτέλεσμα είχε επιτευχθεί σε ομάδα 150 εφήβων με καταθλιπτική συμπτωματολογία, οι οποίοι κατά τη συνέντευξη δεν πληρούσαν τα διαγνωστικά κριτήρια για μείζονα κατάθλιψη ή δυσθυμία.  Μετά από εφαρμογή του ίδιου προγράμματος των 15 συνεδριών, διαπιστώθηκε ότι μετά από 12 μήνες, η συχνότητα της μείζονος κατάθλιψης στην ομάδα παρέμβασης ήταν 14,5% σε σύγκριση με 25,7% στην ομάδα ελέγχου.  Φαίνεται ότι η πρόληψη κοστίζει λιγότερο από την αναμονή της εμφάνισης κλινικών συμπτωμάτων και τη θεραπευτική αντιμετώπισή τους. Υπάρχουν στοιχεία ότι ο αρνητικός τρόπος προσέγγισης των προβλημάτων αποτελεί παράγοντα κινδύνου για κατάθλιψη.  Σε μελέτη 118 παιδιών της 5ης και 6ης τάξης του δημοτικού σχολείου (ηλικίας 10-11 και 11-12 ετών αντίστοιχα), που διέτρεχαν κίνδυνο κατάθλιψης, εφαρμόστηκε παραλλαγή του προγράμματος αισιοδοξίας Penn σε 12 ομαδικές συνεδρίες διάρκειας 2 ωρών η κάθε μία μετά την ολοκλήρωση του ημερήσιου προγράμματος μαθημάτων.  Το πρόγραμμα έδινε έμφαση στη γνωσιακή θεραπεία, αλλά περιείχε στοιχεία επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων, χαλάρωσης και θετικής ενίσχυσης.  Τα παιδιά στην ομάδα παρέμβασης ανέφεραν σημαντικά λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης στη διάρκεια των επόμενων 2 ετών, ενώ στην ίδια ομάδα διαπιστώθηκε μείωση κατά 50% των συμπτωμάτων μέσης και μεγάλης βαρύτητας.  Με τη συμπλήρωση του τρίτου έτους οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων είχαν εξαφανισθεί, αλλά το ποσοστό εξόδου από τη μελέτη είχε φθάσει σε 43%.Σε άλλη μελέτη έγινε επιλογή πρωτοετών φοιτητών με τον πιο απαισιόδοξο τρόπο προσέγγισης των προβλημάτων και τυχαία κατανομή τους σε 8 δίωρες συνεδρίες με έμφαση στη γνωσιακή θεραπεία ή σε καμιά παρέμβαση.  Στην ομάδα παρέμβαση διαπιστώθηκε θετικό αποτέλεσμα ως προς τα αυτοναφερόμενα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους, που όμως δεν αφορούσε τα βαρύτερα επίπεδα κατάθλιψης.

Σχόλιο

Υπάρχουν αρκετές μελέτες που ασχολούνται με το ερώτημα «Μπορεί να προληφθεί η κατάθλιψη στα νέα άτομα;».  H χρησιμοποίηση δασκάλων στην τάξη με στόχο τη βραχεία ψυχοεκπαίδευση, δεν φαίνεται να έχει αποτέλεσμα.  Η χρησιμοποίηση ψυχολόγων και δασκάλων στο περιβάλλον της σχολικής αίθουσας με στόχο την παροχή εκτεταμένης ψυχοεκπαίδευσης και επίλυσης προβλημάτων επίσης δεν φαίνεται να έχει αποτέλεσμα.  Η χρησιμοποίηση μεθόδων γνωσιακής θεραπείας ή γνωσιακής θεραπείας συμπεριφοράς από ψυχολόγους φαίνεται να έχει κάποιο αποτέλεσμα, που μερικές φορές περιορίζεται στα συμπτώματα και άλλες στη μείωση της συχνότητας της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής.  Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η αποτελεσματικότητα αλλά η αποτελεσματικότητα σε συνθήκες κλινικής πράξης.  Σε καμιά χώρα δεν υπάρχουν αρκετοί ψυχολόγοι, που να έχουν εκπαιδευθεί στη γνωσιακή θεραπεία και να επαρκούν για την εφαρμογή γενικών ή κατευθυνόμενων προγραμμάτων πρόληψης μέσω του σχολείου. Δεν υπάρχουν στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι οι πρόσφατες πρωτοβουλίες συμβάλλουν στη μείωση του επιπολασμού της κατάθλιψης, ούτε ότι υπάρχουν διαθέσιμες γνωσιακές θεραπείες που μπορούν να μειώσουν την επίπτωσή της.  Δεν είναι απλά θέμα πρόληψης της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής σε ομάδες υψηλού κινδύνου.  Αν υιοθετηθεί προσέγγιση τύπου δημόσιας υγείας και μειωθεί η συχνότητα των καταθλιπτικών συμπτωμάτων στο γενικό πληθυσμό κατά ένα μικρό ποσοστό, θα επιτευχθεί αντίστοιχη μείωση του συνολικού αριθμού των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη.  Το πρόβλημα είναι η παροχή υπηρεσιών.  Η προσέγγιση που διερευνάται τώρα είναι η εφαρμογή στα σχολεία διαδραστικών προγραμμάτων μέσω υπολογιστών, με παράλληλη υποστήριξη από κατευθυνόμενη πρόσβαση στο διαδίκτυο. Το πρόβλημα είναι πολύ σημαντικό για να περιοριστεί στην παραδοσιακή μέθοδο της παρέμβασης πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά αποτελεί σημαντική πρόοδο η διαπίστωση ότι η γνωσιακή θεραπεία είναι μέθοδος πρόληψης της κατάθλιψης με καλή σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας σε ομάδες υψηλού κινδύνου.

Andrews G et al. British Journal of Psychiatry 181 : 460-462, 2002

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Andrews G.  Should depression be managed as a chronic disease?  BMJ 322: 419-421, 2001
  • Beardslee WR, Wright EJ, Salt P et al.  Examination of childrens’ responses to two preventive strategies over time.  J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 36: 196-204, 1997
  • Beardslee WR, Versage EM, Gladstone TRG.  Children of affectively ill parents: a review of the past 10 years.  J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 37: 1134-1141, 1998
  •  Clarke GN, Hawkins W, Murphy M et al.  School-based prevention of depressive symptomatology in adolescents.  J Adolesc Res 8: 183-204, 1993
  • Clarke GN, Hawkins W, Murphy M et al.  Targeted prevention of unipolar depressive disorder in an at-risk sample of high school students. J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 34: 312-321, 1995
  • Clarke GN, Hornbrook M, Lynch F et al.  A randomized trial of group cognitive intervention for preventing depression in adolescent offspring of depressed parents.
  • Arch Gen Psychiatry 58: 1127-1134, 2001
  • Gillham JE, Reivich KJ.  Prevention of depression in schoolchildren.  Psychol Sci 10: 461-462, 1999
  • Greenberg MT, Domitrovitch C, Bumbarger B.  The prevention of mental disorders in school-aged children: current state of the field.  Prevention and Treatment 4, article 1, 2001
Γενετική και Ψυχιατρική

Γενετική και Ψυχιατρική

Το ζήτημα της κληρονομικότητας των ψυχιατρικών διαταραχών, έχει απασχολήσει εδώ και πολλές δεκαετίες τους ψυχιάτρους και τους γενετιστές. Η αρχικά εμπειρική παρατήρηση ότι οι επόμενες γενεές ατόμων που πάσχουν από κάποια σοβαρή ψυχική διαταραχή, κληρονομούν την ευαλωτότητα ή την προδιάθεση ανάπτυξης ψυχικής νόσου, έχει γίνει αντικείμενο ευρείας έρευνας παγκοσμίως.
Κατά την διάρκεια των διαγνωστικών συνεντεύξεων ενός ασθενούς, συχνά εμπεριέχεται η ερώτηση «αν κάποιο από τα μέλη της οικογένειας έχει νοσήσει ψυχιατρικά ή έχει νοσηλευθεί». Η ερώτηση αυτή γίνεται για να ανιχνευθεί η αυξημένη πιθανότητα ψυχιατρικής νοσηρότητας του εξεταζόμενου, διότι υπάρχει ευθεία συσχέτιση της κληρονομικότητας και της πιθανότητας ανάπτυξης ψυχικής διαταραχής.
Η κληρονομικότητα ή αλλιώς η γενετική επιβάρυνση του ατόμου, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο ή αποκλειστικό στην επιστήμη της Ψυχιατρικής. Γνωστή είναι επίσης η γενετική προδιάθεση σε ασθένειες όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, υπερχοληστεριναιμία, καρκίνος, νόσος Αλτσχάιμερ, καρδιοπάθειες κλπ. και υπάρχει παγκοσμίως μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον για την πιστοποίηση των γενετικών μηχανισμών που κληρονομούμενοι, πυροδοτούν ή όχι την ανάπτυξη κάποιας παθολογίας στις επόμενες γενιές ανθρώπων. Οι έρευνες αυτές είναι εξαιρετικά σημαντικές, διότι από το αποτέλεσμα τους θα μπορεί κάποια στιγμή στο άμεσο (ελπίζουμε) μέλλον, να μπορούμε με ασφάλεια να προβλέψουμε την πιθανότητα ανάπτυξης παθολογίας σε κληρονομικά επιβαρυμένο άτομο, ώστε να υπάρξουν και οι κατάλληλες παρεμβάσεις σε επίπεδο πρόληψης και υιοθέτησης ενός υγιεινού τρόπου ζωής, ώστε να μειωθούν οι πιθανότητες εκδήλωσης μιας νόσου. Οι έρευνες και τα αποτελέσματα τους είναι επίσης σημαντικές στον σχεδιασμό νέων φαρμάκων, πολύ περισσότερο θεραπευτικά αιτιολογικών (που στοχεύουν δηλαδή στην αιτία ανάπτυξης μια νόσου), παρά συμπτωματολογικών (που στοχεύουν δηλαδή στην μείωση ή εξαφάνιση των συμπτωμάτων μιας νόσου).
Η γενετική προδιάθεση ποικίλει από νόσο σε νόσο και σπανίως μιλάμε για βαθμό εκδήλωσης 100%. Για παράδειγμα στην Ψυχιατρική, η συχνότητα της Σχιζοφρένειας στο γενικό πληθυσμό είναι περίπου 1%. Το παιδί ενός σχιζοφρενούς γονέα έχει δώδεκα φορές μεγαλύτερη πιθανότητα ν’ αναπτύξει τη νόσο, ενώ όταν και οι δύο γονείς είναι σχιζοφρενείς η πιθανότητα εμφάνισης σχιζοφρένειας είναι σαράντα φορές μεγαλύτερη από το γενικό πληθυσμό. Η πιθανότητα εμφάνισης σχιζοφρένειας στο μονοζυγωτικό δίδυμο αδερφό ενός σχιζοφρενή ασθενή φτάνει το 50%, είναι δηλαδή πενήντα φορές μεγαλύτερη από το γενικό πληθυσμό (σημειώνεται ότι τα μονοζυγωτικά δίδυμα αδέρφια έχουν πανομοιότυπο DNA).
Πρόσφατη μεγάλη γενετική έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Lancet (4/2013), αφορούσε στην μελέτη 33.332 περιπτώσεων στο φάσμα πέντε ψυχιατρικών διαταραχών – διαταραχή του φάσματος του αυτισμού, διαταραχή ελλειμματικής προσοχής – υπερκινητικότητας, διπολική διαταραχή, μείζων καταθλιπτική διαταραχή και σχιζοφρένεια. Η ομάδα ελέγχου υγιών αποτελείτο από 27.888 άτομα για σύγκριση με την ομάδα των ασθενών. Στην έρευνα μελετήθηκαν τα χρωμοσώματα 3p21 και 10q24, και SNPs που είχαν συσχέτιση με την δραστηριότητα των αντλιών ασβεστίου, CACNA1C και CACNB2. Το ασβέστιο ενέχει σημαντικό ρόλο στην νευροδιαβίβαση, την επικοινωνία δηλαδή των νευρικών κυττάρων μεταξύ τους. Ανακαλύφθηκε λοιπόν ότι και στις πέντε, διαφορετικές μεταξύ τους ψυχιατρικές καταστάσεις, με διαφορετική συμπτωματολογία, ηλικία εκδήλωσης και πρόγνωση, υπήρχαν κοινά ευρήματα στην λειτουργία των διαύλων ασβεστίου, καταλήγοντας δηλαδή ότι διαφορετικές διαγνώσεις μπορεί να έχουν το ίδιο γενετικό παράγοντα κινδύνου.
Υπάρχουν φάρμακα στην αγορά που λειτουργούν στο επίπεδο των διαύλων ασβεστίου και που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης Οι ερευνητές είχαν ήδη διατυπώσει από παλιά την υπόθεση ότι θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για τη διπολική διαταραχή, ακόμη και πριν από τα τρέχοντα ευρήματα.

Η γενετική είναι μια ιδιαίτερα σημαντική επιστήμη, που μπορεί να προσφέρει τα μέγιστα στην κατανόηση της αιτιοπαθολογίας των ψυχιατρικών (και όχι μόνο) διαταραχών και να ανοίξει νέους ορίζοντες στην ανάπτυξη εντελώς καινοτόμων φαρμάκων, ενδεχομένως και πολύ περισσότερο αποτελεσματικών. Η επιστημονική κοινότητα αναμένει με μεγάλο ενδιαφέρον τις εξελίξεις.
Η γενετική προδιάθεση όμως, ΔΕΝ σημαίνει ότι το άτομο που την φέρει, θα αναπτύξει οπωσδήποτε νόσο. Υπάρχουν πολλοί ακόμα παράγοντες που θα επηρεάσουν την πυροδότηση μιας παθολογικής κατάστασης, αλλά και πολλοί άλλοι, που θα αποτρέψουν την εκδήλωση μιας νόσου.

Ψυχογενής ή Νευρογενής Βουλιμία

Ψυχογενής ή Νευρογενής Βουλιμία

Ορισμός
Βουλιμία – μια σοβαρή, δυνητικά απειλητική για τη ζωή διατροφική διαταραχή. Συχνά κατηγοριοποιείται μαζί με την νευρογενή ή ψυχογενή ανορεξία και πιθανά είναι τελικώς μια και μοναδική διαταραχή, με δυο εκφάνσεις. Τα άτομα με βουλιμία μπορεί να καταβροχθίζουν κρυφά μεγάλες ποσότητες τροφής και στη συνέχεια να προσπαθούν να απαλλαγούν από τις επιπλέον θερμίδες με ένα νοσηρό τρόπο. Για παράδειγμα, κάποιος με βουλιμία μπορεί να προκαλεί εμετό ή να υποβάλλεται σε υπερβολική σωματική άσκηση.

Αιτίες
Η ακριβής αιτία της βουλιμίας είναι άγνωστη. Υπάρχουν πολλοί πιθανοί παράγοντες που θα μπορούσαν να παίζουν ένα ρόλο στην ανάπτυξη των διατροφικών διαταραχών.
Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο της βουλιμίας μπορεί να περιλαμβάνουν:
Φύλο: Τα κορίτσια και οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να έχουν βουλιμία ό, τι οι άνδρες και τα αγόρια.
Ηλικία: η βουλιμία συχνά ξεκινά στο τέλος της εφηβείας ή στην πρώιμη ενήλικη ζωή.
Βιολογία: άτομα με συγγενείς πρώτου βαθμού (αδέλφια ή τους γονείς) πάσχοντα από μια διατροφική διαταραχή μπορεί να είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν και τα ίδια μια διατροφική διαταραχή, που υποδηλώνει μια πιθανή γενετική σύνδεση. Είναι επίσης πιθανό ότι ανεπάρκεια της σεροτονίνης στον εγκέφαλο μπορεί να διαδραματίσει έναν ρόλο.
Ψυχολογικά και συναισθηματικά προβλήματα: Οι άνθρωποι με διατροφικές διαταραχές μπορεί να έχουν ψυχολογικά και συναισθηματικά προβλήματα που συνεισφέρουν στη διαταραχή, όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, τελειομανία, παρορμητική συμπεριφορά, προβλήματα διαχείρισης θυμού, κατάθλιψης, αγχώδεις διαταραχές ή ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παλαιότερα τραυματικά γεγονότα μπορεί να είναι ένας παράγοντας που να συμβάλλει στην ανάπτυξη της διαταραχής.
Κοινωνική πίεση: Τα κοινωνικά πρότυπα των καλλίγραμμων σωμάτων σε άνδρες και γυναίκες και η δοξασία ότι αυτά τα άτομα είναι επιτυχημένα στην ζωή τους, μπορεί να προκαλέσει μια ακατανίκητη επιθυμία μιμητισμού του τρόπου ζωής τους και της διατροφής τους.

Συμπτώματα
Τα άτομα που πάσχουν από νευρογενή ή ψυχογενή βουλιμία συνήθως:

  • Ασχολούνται με το σχήμα του σώματος και το βάρος τους
  • Ζουν με το φόβο απόκτησης βάρους
  • Έχουν αίσθηση ότι δεν μπορούν να ελέγξουν τη διατροφική συμπεριφορά τους
  • Τρώνε μέχρι το σημείου να νιώσουν δυσφορία ή πόνο
  • Τρώνε πολύ περισσότερο φαγητό σε ένα κανονικό γεύμα
  • Υποβάλλουν τον εαυτό τους να κάνει εμετό ή να ασκούνται πάρα πολύ
  • Κάνουν κατάχρηση καθαρτικών, διουρητικών ή κλύσματα μετά το φαγητό
  • Χρησιμοποιούν συμπληρώματα διατροφής ή φυτικά προϊόντα για την απώλεια βάρους

Βοηθώντας αγαπημένο πρόσωπο με συμπτώματα βουλιμίας
Ανησυχητικά σημεία που η οικογένεια και οι φίλοι μπορούν να παρατηρήσουν σε άτομα με πιθανή ψυχογενή βουλιμία, περιλαμβάνουν:

  • Συνεχώς ανησυχούν ή να διαμαρτύρονται για την ύπαρξη λίπους
  • Έχουν μια διαστρεβλωμένη, υπερβολικά αρνητική εικόνα του σώματος τους
  • Επανειλημμένα τρώνε ασυνήθιστα μεγάλες ποσότητες τροφίμων σε ένα συνηθισμένο γεύμα, ιδιαίτερα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά ή γλυκά τρόφιμα
  • Αποφεύγουν να τρώνε σε δημόσιο χώρο ή μπροστά σε άλλους
  • Πηγαίνουν στο μπάνιο αμέσως μετά το φαγητό ή κατά τη διάρκεια των γευμάτων
  • Η σωματική άσκηση είναι ιδιαίτερα εργώδης
  • Έχουν πληγές, ουλές ή κάλους στις αρθρώσεις ή τα χέρια
  • Έχουν κατεστραμμένα δόντια και ούλα

Επιπλοκές
Η βουλιμία μπορεί να προκαλέσει πολλές σοβαρές, ακόμη και απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές. Πιθανές επιπλοκές περιλαμβάνουν:

  • Αφυδάτωση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά ιατρικά προβλήματα, όπως νεφρική ανεπάρκεια
  • Καρδιακά προβλήματα, όπως καρδιακή αρρυθμία και καρδιακή ανεπάρκεια
  • Σοβαρή φθορά των δοντιών και των ούλων
  • Απουσία της περιόδου στις γυναίκες
  • Πεπτικά προβλήματα και, ενδεχομένως, μια εξάρτηση από τα καθαρτικά και γενικότερα τα υπακτικά φάρμακα
  • Άγχος και κατάθλιψη
  • Κατάχρηση ναρκωτικών και αλκοόλ

Θεραπείες και φάρμακα
Ο θεραπευτικός συνδυασμός που περιλαμβάνει την ψυχοθεραπεία με τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να είναι η πιο αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της διαταραχής. Η θεραπεία περιλαμβάνει γενικά μια συντονισμένη προσέγγιση που περιλαμβάνει, την οικογένειά, τον γιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας ή άλλων ιατρικών υπηρεσιών, καθώς επίσης υπηρεσία παροχής ψυχικής υγείας και ένα διαιτολόγο με εμπειρία στην αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών.

Ψυχοθεραπεία
Συνήθως περιλαμβάνει:
Γνωστική συμπεριφορική θεραπεία θα σας βοηθήσει να εντοπίσετε αρνητικές πεποιθήσεις και συμπεριφορές σχετικά με την διατροφή, αλλά και την ψυχολογική σας κατάσταση και την τροποποίηση αυτών των σκέψεων και συμπεριφορών με θετικές και υγιείς.
Η διαπροσωπική ψυχοθεραπεία, εντοπίζει τις δυσκολίες στις στενές σχέσεις σας, βοηθά να βελτιώσετε την επικοινωνία σας και τις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, να χειρίζεστε το άγχος, και να ρυθμίζετε τα συναισθήματά σας ώστε να βελτιώσετε τις σχέσεις σας με τους άλλους.
Η Οικογενειακή θεραπεία εφαρμόζεται για να βοηθήσει τους γονείς να παρέμβουν για να σταματήσει ο/η έφηβος τις κακές διατροφικές συμπεριφορές, ώστε στη συνέχεια να βοηθηθεί να ανακτήσει τον έλεγχο αυτών των συμπεριφορών.

Φάρμακα
Τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να βοηθήσουν στα συμπτώματα της βουλιμίας, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με την ψυχοθεραπεία. Το μόνο αντικαταθλιπτικό που έχει ειδική έγκριση από την Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων για τη θεραπεία της βουλιμίας είναι η φλουοξετίνη, ένα είδος εκλεκτικού αναστολέας επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI).

Εκπαίδευση σε θέματα διατροφής και την επίτευξη υγιούς σωματικού βάρους. Οι Διαιτολόγοι μπορούν να σχεδιάσουν ένα πρόγραμμα διατροφής ώστε να επιτύχετε ένα φυσιολογικό βάρος και φυσιολογικές διατροφικές συνήθειες.

Νοσηλεία
Η Βουλιμία συνήθως θεραπεύεται έξω από το νοσοκομείο. Αλλά σε σοβαρή μορφή και σοβαρές επιπλοκές της υγείας, μπορεί να χρειαστεί θεραπεία σε νοσοκομείο.

Μάθετε για την βουλιμία. Μην απομονώσετε τον εαυτό σας από τη φροντίδα των μελών της οικογένειας και των φίλων που ενδιαφέρονται για την υγεία σας. Να είστε ευγενικοί με τον εαυτό σας. Αντισταθείτε στην εμμονή να ζυγίζεστε συχνά ή να κριτικάρετε τον εαυτό σας στον καθρέφτη. Να είστε προσεκτικοί/ές με την άσκηση. Συζητήστε με τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης σχετικά με το ποιο είδος αν υπάρχει, σωματικής δραστηριότητας είναι κατάλληλο για σας, ειδικά αν ασκείστε υπερβολικά για να κάψετε θερμίδες μετά από κραιπάλη.

Ψυχογενής ή Νευρογενής Ανορεξία

Ψυχογενής ή Νευρογενής Ανορεξία

Ορισμός
Η νευρική ανορεξία είναι μια ψυχολογική διαταραχή που εστιάζεται στην Πρόσληψη Τροφής και που προκαλεί στους ανθρώπους μια βασανιστική ενασχόληση με το βάρος τους και τα τρόφιμα που καταναλώνουν, είναι δε πιο συχνή στα κορίτσια και τις γυναίκες. Τα άτομα με νευρική ανορεξία προσπαθούν να διατηρήσουν ένα βάρος που είναι πολύ κάτω από το φυσιολογικό για την ηλικία και το ύψος τους και τελικώς μπορεί να λιμοκτονούν ή να ασκούνται υπερβολικά.
Η εκδηλούμενη ανορεξία δεν είναι πραγματικά για τα τρόφιμα. Είναι ένας νοσηρός τρόπος να προσπαθεί το άτομο να αντιμετωπίσει τα συναισθηματικά του προβλήματα και τα προβλήματα που έχουν με την αυτοεκτίμηση του.
Η νευρική ανορεξία μπορεί να είναι δύσκολο να ξεπεραστεί. Αλλά με τη θεραπεία, μπορείτε να αποκτήσετε μια καλύτερη αίσθηση του ποιοι είστε, να επιστρέψετε σε υγιεινότερες διατροφικές συνήθειες και να αναστρέψετε ορισμένες από τις πολύ σοβαρές επιπλοκές της ανορεξίας.

Αιτίες
Η ακριβής αιτία της νευρογενούς ανορεξίας είναι άγνωστη. Όπως και με πολλές ασθένειες, είναι πιθανώς ένας συνδυασμός των βιολογικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Βιολογικά. μπορεί να υπάρχουν γενετικές αλλαγές που κάνει μερικούς ανθρώπους πιο ευάλωτους στην ανάπτυξη ανορεξία. Ωστόσο, δεν είναι σαφές το πώς συγκεκριμένα γονίδια σας θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανορεξία. Μπορεί να οφείλεται επίσης στο ότι μερικοί άνθρωποι έχουν μια γενετική τάση προς την τελειομανία, την ευαισθησία και επιμονή, όλα τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την ανορεξία. Υπάρχουν επίσης μερικές ενδείξεις ότι η σεροτονίνη – μια από τις χημικές ουσίες του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην κατάθλιψη – μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο στην ανορεξία.
Ψυχολογικά. Ορισμένα συναισθηματικά χαρακτηριστικά μπορεί να συμβάλουν στην ανορεξία. Οι νεαρές γυναίκες μπορεί να έχουν ψυχαναγκαστικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που καθιστούν ευκολότερο να επιμείνουν σε αυστηρές δίαιτες και να παραιτηθούν από την σίτιση, παρά την ύπαρξη πείνας.
Περιβαλλοντολογικά. Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός δίνει μεγάλη σημασία στην καλή φιγούρα του σώματος. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης βρίθουν με εικόνες των καλλίγραμμων μοντέλων και ηθοποιών. Η κοινωνική πίεση που ασκείται μπορεί να τροφοδοτήσει την σφοδρή επιθυμία, ιδιαίτερα μεταξύ των νεαρών κοριτσιών, να αποκτήσουν ένα ιδιαίτερα καλλίγραμμο σώμα.

Συμπτώματα
Οι άνθρωποι με ανορεξία για να χάσουν βάρος περιορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ποσότητα των τροφίμων που καταναλώνουν. Επίσης συνήθως ασκούνται υπερβολικά. Άλλοι πάλι ελέγχουν την πρόσληψη θερμίδων με καθαρτικά ή προκαλούν εμέτους.

Τα συμπτώματα της ανορεξίας περιλαμβάνουν:

  • Ακραία απώλεια βάρους
  • Λεπτή εμφάνιση
  • Μη φυσιολογικές εξετάσεις αίματος
  • Κούραση
  • Αϋπνία
  • Ζάλη ή λιποθυμία
  • Μπλε αποχρωματισμό των δακτύλων
  • Μαλλιά λεπτά και εύθραυστα
  • Απουσία της εμμήνου ρύσεως
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ξηρό δέρμα
  • Δυσανεξία στο κρύο
  • Ανωμαλίες στον καρδιακό ρυθμό
  • Χαμηλή αρτηριακή πίεση
  • Αφυδάτωση
  • Οστεοπόρωση
  • Πρήξιμο των χεριών ή των ποδιών

Ψυχολογικά και συμπεριφορικά συμπτώματα ανορεξίας

  • Άρνηση για πρόσληψη οποιασδήποτε τροφής
  • Άρνηση της πείνας
  • Φόβος για απόκτηση βάρους
  • Ψέματα για το πόσο το άτομο έχει φάει
  • Υπερβολική άσκηση
  • Επιπεδωμένη διάθεση (έλλειψη συναισθήματος)
  • Κοινωνική απόσυρση
  • Ευερεθιστότητα
  • Ενασχόληση με τα τρόφιμα, τις θερμίδες τους και τα συστατικά τους
  • Μειωμένο ενδιαφέρον για σεξ
  • Καταθλιπτική διάθεση
  • Πιθανή χρήση καθαρτικών, βοηθημάτων διατροφής ή φυτικών προϊόντων

Εάν ανησυχείτε ότι ένα αγαπημένο πρόσωπο μπορεί να έχει ανορεξία, προσέξτε για την ύπαρξη αυτών των συμπεριφορών:

  • Παράλειψη γευμάτων
  • Δικαιολογίες για να μην τρώει
  • Τρώγοντας μόνο ορισμένα «ασφαλή» τρόφιμα, συνήθως εκείνων χαμηλών σε λιπαρά και θερμίδες
  • Η υιοθέτηση άκαμπτων συνηθειών στο γεύμα ή να τρώνε τελετουργικά, όπως το κόψιμο του φαγητού σε μικρά κομμάτια ή φτύσιμο των τροφίμων μετά το μάσημα
  • Επανειλημμένους ελέγχους του βάρους τους με ζυγαριά
  • Συχνό έλεγχο στον καθρέφτη για ανίχνευση «ατελειών» στο σώμα τους
  • Δεν επιθυμούν να τρώνε σε δημόσιο χώρο
  • Μη αναγνώριση του ενδεχόμενου ψυχολογικού τους προβλήματος και άρνηση να επισκεφθούν ιατρό.

Επιπλοκές
Η ανορεξία μπορεί να έχει πολλές επιπλοκές. Στην πιο σοβαρή της εκδήλωση, μπορεί να αποβεί μοιραία. Ο θάνατος μπορεί να συμβεί ξαφνικά – ακόμα και όταν κάποιος δεν είναι σοβαρά λιποβαρής. Αυτό μπορεί να προκύψει από μη φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό (αρρυθμίες) ή ανισορροπία των ηλεκτρολυτών (όπως νάτριο, κάλιο και ασβέστιο), που διατηρούν την ισορροπία των υγρών στο σώμα σας.

Στις επιπλοκές της νόσου συμπεριλαμβάνονται:

  • Θάνατος
  • Αναιμία
  • Καρδιακά προβλήματα, όπως η πρόπτωση της μιτροειδούς βαλβίδας, ανωμαλίες στον καρδιακό ρυθμό και καρδιακή ανεπάρκεια
  • Η οστική απώλεια, αυξάνει τον κίνδυνο των καταγμάτων αργότερα στη ζωή
  • Στις γυναίκες, η απουσία μιας περιόδου
  • Στους άνδρες, η τεστοστερόνη μειώνεται
  • Γαστρεντερικά προβλήματα, όπως δυσκοιλιότητα, φούσκωμα ή ναυτία
  • Ηλεκτρολυτικές διαταραχές, όπως χαμηλά επίπεδα καλίου στο αίμα, νάτριο και χλώριο
  • Προβλήματα στα νεφρά
  • Εάν ένα άτομο με ανορεξία καθίσταται σοβαρά υποσιτισμένο, κάθε όργανο του σώματος μπορεί να υποστεί βλάβη, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, της καρδιάς και των νεφρών. Αυτή η βλάβη μπορεί να μην είναι πλήρως αναστρέψιμη, ακόμη και όταν η ανορεξία είναι υπό έλεγχο.

Επιπροσθέτως προς το πλήθος των φυσικών επιπλοκών, τα άτομα με ανορεξία έχουν επίσης συνήθως και άλλες ψυχικές διαταραχές. Αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν:

  • Κατάθλιψη
  • Αγχώδεις διαταραχές
  • Διαταραχές της προσωπικότητας
  • Ιδεο-ψυχαναγκαστικές διαταραχές
  • Κατάχρηση ναρκωτικών ή άλλων ψυχοτρόπων φαρμάκων

Θεραπείες και φάρμακα
Όταν έχετε ανορεξία, μπορεί να χρειαστούν διάφοροι τύποι θεραπείας. Αν η ζωή σας είναι σε άμεσο κίνδυνο, μπορεί να χρειαστεί θεραπεία στο τμήμα επειγόντων περιστατικών νοσοκομείου για ζητήματα όπως διαταραχή του καρδιακού ρυθμού, αφυδάτωση, ηλεκτρολυτικές διαταραχές ή ψυχιατρικά προβλήματα.

Ιατρική περίθαλψη
Λόγω των επιπλοκών που προκαλεί η ψυχογενής ανορεξία, μπορεί να χρειαστεί συχνή παρακολούθηση των ζωτικών σημείων, του επιπέδου ενυδάτωσης και των ηλεκτρολυτών. Σε σοβαρές περιπτώσεις, οι άνθρωποι με ανορεξία μπορεί αρχικά να χρειαστούν υποχρεωτική σίτιση με ρινογαστρικό σωλήνα.
Η αποκατάσταση ενός φυσιολογικού βάρους
Ο πρώτος στόχος της θεραπείας είναι να αποκατασταθεί το φυσιολογικό βάρος. Ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας μπορεί να συνεργαστεί μαζί σας για να αναπτύξετε στρατηγικές συμπεριφοράς που θα σας βοηθήσουν να επιστρέψετε σε φυσιολογικό βάρος. Ένας διαιτολόγος μπορεί να προσφέρει καθοδήγηση για μια υγιεινή διατροφή, συμπεριλαμβανομένης της παροχής ειδικών σχημάτων διατροφής και τις απαιτήσεις θερμίδων που θα σας βοηθήσουν να επιτύχετε τους στόχους σας. Η οικογένειά σας θα είναι επίσης πιθανό να εμπλακούν στο να σας βοηθήσουν να διατηρήσετε υγιείς διατροφικές συνήθειες.

Ψυχοθεραπεία
Ατομική θεραπεία. Αυτός ο τύπος θεραπείας μπορεί να σας βοηθήσει να τροποποιήσετε τη συμπεριφορά και τις σκέψεις που συμβάλλουν στην ανορεξία. Μπορείτε να αποκτήσετε καλύτερη αυτοεκτίμηση και να μάθετε θετικούς τρόπους για να αντιμετωπίσετε το άγχος και άλλα έντονα συναισθήματα. Η θεραπεία μπορεί να γίνει σε ειδικά προγράμματα θεραπείας εξωτερικών ασθενών, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι μέρος της θεραπείας σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο.
Η θεραπεία που βασίζεται στην οικογένεια. Αυτή η θεραπεία ξεκινά με την παραδοχή ότι το άτομο με αυτή τη διατροφική διαταραχή δεν είναι πλέον σε θέση να παίρνει σωστές αποφάσεις σχετικά με την υγεία του και χρειάζεται βοήθεια από την οικογένεια. Ένα σημαντικό μέρος της θεραπείας είναι ότι η οικογένεια υπευθυνοποιείται και συμβάλλει στην εν γένει θεραπεία του ανορεκτικού ασθενούς. Αυτό το είδος της θεραπείας μπορεί να βοηθήσει επίσης στην επίλυση οικογενειακών συγκρούσεων. Η θεραπεία που βασίζεται στην οικογένεια μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα παιδιά και εφήβους που πάσχουν από ανορεξία και που εξακολουθούν να ζουν στο σπίτι.
Ομαδική θεραπεία. Αυτό το είδος της θεραπείας σας δίνει δυνατότητα να συνδεθείτε με άλλους που αντιμετωπίζουν διατροφικές διαταραχές. Η ανταλλαγή εμπειριών, βιωμάτων και σκέψεων μεταξύ των μελών της ομάδας, δρα συνήθως ιδιαίτερα θεραπευτικά.

Φάρμακα
Δεν υπάρχουν φάρμακα που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για τη θεραπεία της ανορεξίας, επειδή δεν έχουν βρεθεί να λειτουργούν στοχευμένα. Ωστόσο, τα αντικαταθλιπτικά ή άλλα ψυχιατρικά φάρμακα μπορούν να βοηθήσουν στη θεραπεία άλλων ψυχικών διαταραχών, όπως κατάθλιψη ή άγχος.

Νοσηλεία
Στις περιπτώσεις ιατρικών επιπλοκών, ψυχιατρικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, σοβαρού υποσιτισμού ή συνεχιζόμενης άρνησης σίτισης, μπορεί να χρειαστεί νοσηλεία. Η νοσηλεία μπορεί να είναι σε μια παθολογική ή ψυχιατρική κλινική. Ορισμένες κλινικές ειδικεύονται στην αντιμετώπιση των ατόμων με διατροφικές διαταραχές. Μετά τη λήξη της νοσηλείας, είναι ιδιαίτερα σημαντικό η συνέχιση της θεραπείας και εκπαίδευσης σε θέματα διατροφής για διατήρηση του θεραπευτικού αποτελέσματος.

Η ανορεξία είναι συχνά μια διαρκής, δια βίου μάχη. Αν και τα συμπτώματα μπορεί να υποχωρήσουν, οι ασθενείς θα παραμένουν ευάλωτοι και μπορεί να έχουν μια υποτροπή κατά τη διάρκεια περιόδων υψηλού στρες. Κυριότερη ευθύνη των ίδιων των ασθενών με την βοήθεια των θεραπευτών τους, είναι η αλλαγή τρόπου ζωής και σκέψης.

Αυνανισμός και Υγεία

Αυνανισμός και Υγεία

Ο Αυνανισμός με μια ματιά
Ως Αυνανισμός συνήθως ορίζεται το δικό μας άγγιγμα, στο ίδιο μας το σώμα, συμπεριλαμβανομένων και των σεξουαλικών οργάνων, με σκοπό τη σεξουαλική ευχαρίστηση. Ο Αυνανισμός καταλήγει συχνά σε οργασμό, αλλά όχι πάντα.

  • – Ο αυνανισμός είναι μια κοινή και ασφαλής ενασχόληση με το σεξ.
  • – Ο αυνανισμός μπορεί να έχει πολλά οφέλη για την υγεία.

Για πολλούς από εμάς, ο αυνανισμός είναι ένα θέμα ταμπού. Υπάρχουν πολλοί μύθοι για τον αυνανισμό που μπορούν να μας κάνουν να αισθανόμαστε άβολα συζητώντας γι ‘αυτό. Αυτοί οι μύθοι μπορούν να προκαλέσουν ενοχή, ντροπή και φόβο.
Ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή. Ο αυνανισμός είναι μια φυσική και κοινή δραστηριότητα τόσο για τις γυναίκες όσο και τους άνδρες. Εδώ είναι μερικές κοινές ερωτήσεις που οι άνθρωποι διατυπώνουν για τον αυνανισμό. Ελπίζουμε να βρείτε τις απαντήσεις χρήσιμες:

Πόσο συχνός είναι ο Αυνανισμός;
Ο αυνανισμός είναι πολύ συχνός. Οι μελέτες δείχνουν ότι περίπου το 70% των ενήλικων ανδρών και πάνω από το 50% των ενηλίκων γυναικών αυνανίζονται. Είναι επίσης πολύ κοινός για τα παιδιά και τους εφήβους.

Πότε οι άνθρωποι αρχίζουν συνήθως αυνανισμό;
Σε οποιαδήποτε στιγμή στη ζωή τους! Πολλά παιδιά αρχίζουν τον αυνανισμό καθώς μεγαλώνουν και εξερευνώντας το σώμα τους καθώς αυτό αλλάζει. Συχνά ανακαλύπτουν από νωρίς ότι αισθάνονται όμορφα όταν αγγίζουν τα γεννητικά όργανά τους. Τα παιδιά συνήθως αρχίζουν τον αυνανισμό αρκετά πριν από την εφηβεία. Τα μικρά παιδιά δεν έχουν σεξουαλικές φαντασιώσεις, αλλά κατά τη διάρκεια της εφηβείας αυτές υπάρχουν ολοένα και πιο πολύπλοκες.
Είναι σημαντικό για τα παιδιά να μάθουν ότι ο αυνανισμός είναι φυσιολογικός, δεν είναι επιβλαβής και δεν θα βλάψει το σώμα τους. Θα πρέπει επίσης να μάθουν να αναζητούν ιδιωτικότητα όταν αυνανίζονται.

Γιατί οι άνθρωποι αυνανίζονται;
Οι συνηθέστεροι λόγοι που οι ενήλικες αυνανίζονται είναι για:

  • – να ανακουφίσουν την σεξουαλική τους ένταση
  • – την επίτευξη σεξουαλικής ευχαρίστησης
  • – να έχουν σεξουαλική ευχαρίστηση και εκτόνωση όταν οι σύντροφοι δεν είναι διαθέσιμοι/ες
  • – χαλάρωση

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι οι άλλοι αυνανίζονται μόνο όταν δεν έχουν ερωτικό σύντροφο. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι που έχουν μόνιμους/ες συντρόφους είναι περισσότερο πιθανό να αυνανίζονται από τους ανθρώπους χωρίς συντρόφους.

Ποια είναι τα οφέλη του Αυνανισμού;
Ο αυνανισμός μπορεί να είναι καλός για την ψυχική και σωματική υγεία. Οι άνθρωποι που αισθάνονται καλά με το σώμα τους, το φύλο τους, και την πράξη του αυνανισμού, είναι επίσης ψυχικά ισορροπημένοι.
Ο αυνανισμός είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους για να μάθουμε για τη σεξουαλικότητά μας. Μπορεί να μας βοηθήσει να εξερευνήσουμε τα μυστικά της σεξουαλικότητας μας, τις ιδιαιτερότητες μας, τον τρόπο που λειτουργεί καλύτερα το σώμα μας στον σεξουαλικό τομέα της ευχαρίστησης και με αυτόν τον τρόπο να καθοδηγούμε τον/την σύντροφο μας, κατά την διάρκεια της σεξουαλικής πράξης.
Όταν ξέρετε τι θέλετε στο σεξ, τότε και η σεξουαλική σας ζωή αποκτά άλλη ποιότητα. Με δεδομένο ότι υπάρχει σεξουαλικός σύντροφος, στον/στην οποίο/α έχετε εμπιστοσύνη, μπορείτε να του/της μεταδώσετε την γνώση σας για το σώμα σας και αυτό να οδηγήσει σε πραγματικά επιτυχημένες σεξουαλικές συνευρέσεις.
Ο αυνανισμός μπορεί να βελτιώσει εν τέλει την σωματική, ψυχική και σεξουαλική υγεία μας και την υγεία της σεξουαλικής μας  σχέσης. Εν κατακλείδι ο αυνανισμός μπορεί:

  • – να προκαλέσει μια αίσθηση ευδαιμονίας
  • – να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση στην συνεύρεση με τον/την σύντροφο, σωματικά και συναισθηματικά
  • – να βοηθήσει τους ανθρώπους να μάθουν πώς τους αρέσει να διεγείρονται σεξουαλικά
  • – να βοηθήσει τους ανθρώπους να βελτιώσουν την ικανότητα τους να έχουν οργασμούς
  • – να βοηθήσει τους ανθρώπους να βελτιώσουν τη σχέση τους και τη σεξουαλική ικανοποίηση μέσα στα πλαίσια της σχέσης
  • – να βοηθήσει τους ανθρώπους να βελτιώσουν την ποιότητα του ύπνου
  • – να οδηγήσει στην αύξηση της αυτοεκτίμησης και στη βελτίωση της εικόνας του σώματος
  • – να προσφέρει σεξουαλική ικανοποίηση για τους ανθρώπους χωρίς εταίρους, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων
  • – να προσφέρει σεξουαλική ικανοποίηση για τους ανθρώπους που επιλέγουν να απέχουν από την σεξουαλική συνεύρεση με ένα άλλο πρόσωπο
  • – να παρέχει τρόπους θεραπείας σε σεξουαλική δυσλειτουργία
  • – να μειώσει το στρες
  • – να οδηγήσει στην εκτόνωση της σεξουαλικής έντασης

Υπάρχουν κίνδυνοι στον Αυνανισμό;
Δεν υπάρχουν κίνδυνοι για την υγεία στον αυνανισμό. Αν ανησυχείτε ότι αυνανίζεστε πάρα πολύ συχνά, αναρωτηθείτε αν ο Αυνανισμός επηρεάζει την καθημερινή λειτουργικότητα σας. Αν η επιθυμία σας να αυνανιστείτε επηρεάζει συστηματικά την εργασία σας, τις ευθύνες σας, ή την κοινωνική ζωή σας, μπορεί να πρέπει να μιλήσετε με έναν θεραπευτή.

Αυνανισμός και ντροπή.
Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ντροπή ή ενοχή για τον αυνανισμό. Οι άνθρωποι που λαμβάνουν αρνητικά μηνύματα για τον αυνανισμό όταν είναι μικρά παιδιά και έφηβοι, μεταφέρουν συχνά τα συναισθήματα ντροπής και στην ενήλικη τους ζωή. Περίπου το 50% των γυναικών και το 50% των ανδρών που αυνανίζονται, αισθάνονται ένοχοι γι ‘αυτό.
Τα αρνητικά συναισθήματα και οι δοξασίες για τον αυνανισμό μπορούν να απειλήσουν την ψυχική υγεία μας. Μόνο εσείς μπορείτε να αποφασίσετε τι είναι υγιεινό και κατάλληλο για εσάς. Αλλά εάν αισθάνεστε ντροπή ή ενοχές για τον αυνανισμό, μπορείτε και πρέπει να αποταθείτε σε έναν ειδικό, που θα σας λύσει τις απορίες σας.

Ποιοι είναι μερικά κοινοί μύθοι για τον αυνανισμό;
Υπάρχουν πολλοί μύθοι και δοξασίες για τον αυνανισμό. Μπορεί να έχετε ακούσει ότι αυτός είναι επιβλαβής ή οδηγεί σε μόνιμες βλάβες, τόσο στην σωματική, όσο και στην ψυχική υγεία. Πάντως σίγουρα ο αυνανισμός:

  • – ΔΕΝ οδηγεί σε τύφλωση
  • – ΔΕΝ προκαλεί συρρίκνωση στα γεννητικά όργανα ή άλλες αλλαγές στην εξωτερική τους εμφάνιση, το χρώμα, την υφή κλπ. το χρώμα, την υφή, ή την εμφάνιση
  • – ΔΕΝ ανακόπτει την ανάπτυξη
  • – ΔΕΝ προκαλεί στειρότητα – οι άνδρες και τα αγόρια δεν θα ξεμείνουν από σπέρμα
  • – ΔΕΝ είναι εθιστικός
  • – ΔΕΝ μπορεί να προκαλέσει τραυματισμό ή βλάβη υπό φυσιολογικές συνθήκες
  • – ΔΕΝ οδηγεί σε ψυχική ασθένεια
  • – ΔΕΝ σας κάνει ομοφυλόφιλο!..
Κατάθλιψη σχετιζόμενη με τον καρκίνο

Κατάθλιψη σχετιζόμενη με τον καρκίνο

Η κατάθλιψη και η συμπτωματολογία της συχνά υποτιμώνται όχι μόνο στους σωματικά υγιείς αλλά και κυρίως στους πάσχοντες από κάποια βαριά ή ανίατη νόσο. Τουλάχιστον ο 1 στους 4 ανθρώπους με προχωρημένο καρκίνο έχει κάποιου βαθμού κατάθλιψη και περίπου το 13% έχει σοβαρή κατάθλιψη. Εντούτοις, αυτή συχνά δεν αναγνωρίζεται λόγω της ευρέως διαδεδομένης πεποίθησης ότι η κατάθλιψη είναι μια φυσιολογική αντίδραση στον καρκίνο. «Δεν θα ήταν καταθλιπτικοί, αν δεν είχαν καρκίνο» είναι ο τρόπος που η διαταραχή της διάθεσης συχνά εκλογικεύεται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Αναμενόμενα συναισθήματα

Όταν ο καρκίνος έχει διαγνωστεί, οι περισσότεροι ασθενείς βιώνουν μια σύντομη περίοδο σοκ με τα δυσάρεστα νέα δεδομένα στην ζωή τους, που ακολουθείται από συμπτώματα όπως θλίψη, καταθλιπτική διάθεση, άγχος, ανορεξία, αϋπνία, και ευερεθιστότητα που μπορεί να διαρκέσουν έως και 2 εβδομάδες. Αυτά τα φυσιολογικά συναισθήματα θα προκαλέσουν δυσλειτουργία στην εκτέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων. Ωστόσο, μετά από 2 ή 3 εβδομάδες, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν προσαρμοστεί στη νέα ζωή τους και είναι αναμενόμενο να επιστρέψουν σε σχεδόν φυσιολογική λειτουργία, αν και τα συμπτώματα της θλίψης και το άγχος μπορεί να επαναλαμβάνονται κατά διαστήματα.
Εάν η νόσος εξελίσσεται με υποτροπές, τα ίδια συναισθήματα τείνουν να υπάρχουν ξανά και ξανά. Σε αυτές τις φάσεις μετάβασης του καρκίνου σε διάφορα στάδια, ένα άτομο είναι πιο επιρρεπές σε παρατεταμένα αισθήματα κακής διάθεσης, αϋπνίας, και θλίψης, που προκαλούν σημαντική δυσλειτουργία. Αυτό περιγράφεται ως Διαταραχή Προσαρμογής και γενικά υποχωρεί με την υποστήριξη και την παροχή συμβουλών. Εάν η καταθλιπτική διάθεση είναι πιο σοβαρή και το πρόσωπο βιώνει συναισθήματα απελπισίας και επίμονες σκέψεις αυτοκτονίας τότε η Μείζων Κατάθλιψη είναι παρούσα.

Ούτε η Διαταραχή Προσαρμογής αλλά ούτε και η Μείζων Κατάθλιψη είναι μια αναμενόμενη και «φυσιολογική» κατάσταση σε καρκίνο. Καμία από αυτές τις διαταραχές δεν πρέπει να θεωρείται ως φυσιολογική σε έναν ασθενή με ανίατη ασθένεια.

Διάγνωση της κατάθλιψης

Η κατάθλιψη είναι πιο δύσκολη να εντοπιστεί σε άτομα με καρκίνο, καθώς πολλά από τα συμπτώματα που σχετίζονται με την κατάθλιψη μπορούν επίσης να προκληθούν από τον καρκίνο. Απώλεια της όρεξης, κακή ποιότητα του ύπνου, κούραση και πόνος, μπορεί όλα αυτά να είναι συνέπειες από τον καρκίνο ή τη θεραπεία του.
Η διάγνωση της κατάθλιψης βασίζεται περισσότερο στα ψυχικά συμπτώματα και τον κίνδυνο αυτοκτονίας και είναι συχνά δύσκολα κλινικά ανιχνεύσιμη, ιδίως στον καρκίνο τελικού σταδίου, όταν η σωματική αδυναμία είναι συγχρόνως παρούσα με την κατάθλιψη.

Παράγοντες κινδύνου

Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη κατάθλιψης στον καρκίνο είναι:

  • – άρρενες (στο γενικό πληθυσμό κατάθλιψη είναι δύο φορές πιο συχνή στις γυναίκες απ’ ότι σε άνδρες)
  • – νεαρή ηλικία
  • – προηγούμενο ιστορικό κατάθλιψης
  • – σωματική αναπηρία
  • – προνοσηρά ψυχολογικά χαρακτηριστικά στην προσωπικότητα τους, όπως το να βλέπουν τον εαυτό τους ως θύμα ή να έχουν αρνητική εικόνα εαυτού.
  • – Περιορισμένο ή ανεπαρκές υποστηρικτικό περιβάλλον

Αιτίες των μεταβολών της διάθεσης

Υπάρχουν διάφορες επιπλοκές του καρκίνου και της θεραπείας του, που μπορεί να πυροδοτήσουν ή να επιδεινώσουν αλλαγές στη διάθεση.

  • Ανεξέλεγκτος πόνος: Αυτό μπορεί να προκαλέσει στον καρκινοπαθή έντονη ανησυχία, απόλυτη εξάρτηση από τα φάρμακα για την ανακούφιση του πόνου τους, και μερικές φορές τάσεις αυτοκτονίας. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι γνήσιος και μπορεί να ερμηνευθεί ως ότι ο πάσχων επιδιώκει «θάνατο με αξιοπρέπεια». Η παρηγορητική φροντίδα που μπορεί να ανακουφίσει τον πόνο, οδηγεί στην επίλυση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και στην βελτίωση της ποιότητας της ζωής. Η παρουσία της κατάθλιψης όμως, ενισχύει τον πόνο και τον καθιστά δυσκολότερα ελέγξιμο από τα αναλγητικά.
  • Μεταβολικές διαταραχές: υπερασβεστιαιμία (υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα), αναιμία και ανεπάρκεια ήπατος που προκαλείται από τον καρκίνο μπορεί να προκαλέσει μεταβολές της διάθεσης.
  • Φάρμακα: Φάρμακα όπως η πρεδνιζόνη και η δεξαμεθαζόνη, που σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, καθώς και διάφορα άλλα φάρμακα για τη θεραπεία του καρκίνου μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα κατάθλιψης. Η Ταμοξιφαίνη για παράδειγμα, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται συνήθως στον καρκίνο του μαστού και μπορεί να προκαλέσει δευτερογενή κατάθλιψη λόγω της διακοπής της φυσιολογικής παραγωγής των οιστρογόνων από τον οργανισμό.
  • Φυσικές αλλαγές: Ριζικές αλλαγές στην φυσική μορφή του σώματος λόγω του καρκίνου ή της θεραπείας του, όπως η μαστεκτομή, μπορεί να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στην ψυχική λειτουργία. Οι πάσχουσες γυναίκες με καρκίνο μαστού και υποβληθείσες σε μαστεκτομή, συχνά αναρωτιούνται αν είναι ακόμα ελκυστικές στο σύντροφό τους. Συχνά επίσης, οι άνθρωποι που χάνουν τη φυσική ανεξαρτησία τους λόγω καθήλωσης ως εξέλιξη της νόσου, μπορεί να αισθάνονται βάρος για τους άλλους ή φόβο ότι η ύπαρξη τους δεν έχει πλέον νόημα για τους αγαπημένους τους.
  • Ψυχολογικές και κοινωνικές αλλαγές: Οι αλλαγές στη ζωή του ατόμου με καρκίνο, όπως η απομάκρυνση από την παραγωγική διαδικασία ή η αδυναμία τους να επιτελέσουν τα καθημερινά τους καθήκοντα και τους συνήθεις ρόλους στο σπίτι ή κοινωνικά, μπορεί να επηρεάσει βαθύτατα την αυτοεκτίμηση τους. Επίσης, η πνευματικότητα και οι νοητικές λειτουργίες του πάσχοντα μπορεί να επηρεαστούν σημαντικά από την ασθένειά τους. Αν ένα μεγάλο μέρος στη ζωή τους επενδύθηκε στο έργο τους και δεν είναι πλέον σε θέση να το υπηρετούν όπως παλιά, θα απολέσουν σε μεγάλο βαθμό το νόημα της ύπαρξης τους.

Πώς μπορείτε να βοηθήσετε

Η υποστηρικτική ακρόαση, ήδη από τα αρχικά στάδια του σοκ και της θλίψης που βιώνεται από τον πάσχοντα, είναι συχνά το μόνο που είναι απαραίτητο για να μπορέσετε να βοηθήσετε. Πράγματι, μερικές φορές αυτό μπορεί να είναι δύσκολο, διότι η συνεχής επίκληση των θεμάτων της ασθένειας είναι ψυχικά πολύ επιβαρυντική. Ωστόσο, η υπομονή επιβραβεύεται και ο πάσχων βελτιώνεται ψυχολογικά μετά από κάποιες εβδομάδες. Εάν τα συναισθήματα του αρχικού σοκ και της θλίψης συνεχιστούν για εβδομάδες και το άτομο δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει με τον συνήθη τρόπο του, ήρθε η ώρα να ζητήσετε εσείς και κυρίως ο πάσχων, βοήθεια.
Σε κάποιον που έχει προχωρημένη νόσο, τρώει λίγο και έχει πολύ μικρή δραστηριότητα, είναι πιο δύσκολο να διαπιστωθεί εάν πάσχει από κατάθλιψη. Η απώλεια της όρεξης, του ύπνου και της συνήθους δραστηριότητας μπορεί να οφείλεται στα συμπτώματα της ίδιας της νόσου του καρκίνου. Ωστόσο, η απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που ο πάσχων πάντα ενδιαφερόταν, τα συναισθήματα της απόγνωσης, αναξιότητας και οι σκέψεις αυτοκτονίας είναι σημαντικοί δείκτες της κατάθλιψης. Ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται στο τέλος της ζωής τους μπορούν να πάρουν ευχαρίστηση από πολλά πράγματα, με την προϋπόθεση ότι τα σωματικά συμπτώματα τους είναι καλά ελεγχόμενα. Μην καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι αυτά είναι οι «φυσιολογικές ή αναμενόμενες» σκέψεις ενός ατόμου που πεθαίνει. Η εξειδικευμένη βοήθεια θα πρέπει να αναζητηθεί, ακόμα και τις τελευταίες ημέρες ή εβδομάδες και αυτό μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής του πάσχοντος έως το τέλος του.

Ο στόχος της θεραπείας είναι να έχουμε ανθρώπους που ζουν αξιοπρεπώς και με ποιότητα ζωής μέχρι την φυσική τους κατάληξη. Η θεραπεία της κατάθλιψης είναι απαραίτητη για να βελτιώσουμε τις ζωές εκείνων που πάσχουν από καρκίνο.