Κατάθλιψη σχετιζόμενη με τον καρκίνο

Κατάθλιψη σχετιζόμενη με τον καρκίνο

Η κατάθλιψη και η συμπτωματολογία της συχνά υποτιμώνται όχι μόνο στους σωματικά υγιείς αλλά και κυρίως στους πάσχοντες από κάποια βαριά ή ανίατη νόσο. Τουλάχιστον ο 1 στους 4 ανθρώπους με προχωρημένο καρκίνο έχει κάποιου βαθμού κατάθλιψη και περίπου το 13% έχει σοβαρή κατάθλιψη. Εντούτοις, αυτή συχνά δεν αναγνωρίζεται λόγω της ευρέως διαδεδομένης πεποίθησης ότι η κατάθλιψη είναι μια φυσιολογική αντίδραση στον καρκίνο. «Δεν θα ήταν καταθλιπτικοί, αν δεν είχαν καρκίνο» είναι ο τρόπος που η διαταραχή της διάθεσης συχνά εκλογικεύεται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Αναμενόμενα συναισθήματα

Όταν ο καρκίνος έχει διαγνωστεί, οι περισσότεροι ασθενείς βιώνουν μια σύντομη περίοδο σοκ με τα δυσάρεστα νέα δεδομένα στην ζωή τους, που ακολουθείται από συμπτώματα όπως θλίψη, καταθλιπτική διάθεση, άγχος, ανορεξία, αϋπνία, και ευερεθιστότητα που μπορεί να διαρκέσουν έως και 2 εβδομάδες. Αυτά τα φυσιολογικά συναισθήματα θα προκαλέσουν δυσλειτουργία στην εκτέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων. Ωστόσο, μετά από 2 ή 3 εβδομάδες, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν προσαρμοστεί στη νέα ζωή τους και είναι αναμενόμενο να επιστρέψουν σε σχεδόν φυσιολογική λειτουργία, αν και τα συμπτώματα της θλίψης και το άγχος μπορεί να επαναλαμβάνονται κατά διαστήματα.
Εάν η νόσος εξελίσσεται με υποτροπές, τα ίδια συναισθήματα τείνουν να υπάρχουν ξανά και ξανά. Σε αυτές τις φάσεις μετάβασης του καρκίνου σε διάφορα στάδια, ένα άτομο είναι πιο επιρρεπές σε παρατεταμένα αισθήματα κακής διάθεσης, αϋπνίας, και θλίψης, που προκαλούν σημαντική δυσλειτουργία. Αυτό περιγράφεται ως Διαταραχή Προσαρμογής και γενικά υποχωρεί με την υποστήριξη και την παροχή συμβουλών. Εάν η καταθλιπτική διάθεση είναι πιο σοβαρή και το πρόσωπο βιώνει συναισθήματα απελπισίας και επίμονες σκέψεις αυτοκτονίας τότε η Μείζων Κατάθλιψη είναι παρούσα.

Ούτε η Διαταραχή Προσαρμογής αλλά ούτε και η Μείζων Κατάθλιψη είναι μια αναμενόμενη και «φυσιολογική» κατάσταση σε καρκίνο. Καμία από αυτές τις διαταραχές δεν πρέπει να θεωρείται ως φυσιολογική σε έναν ασθενή με ανίατη ασθένεια.

Διάγνωση της κατάθλιψης

Η κατάθλιψη είναι πιο δύσκολη να εντοπιστεί σε άτομα με καρκίνο, καθώς πολλά από τα συμπτώματα που σχετίζονται με την κατάθλιψη μπορούν επίσης να προκληθούν από τον καρκίνο. Απώλεια της όρεξης, κακή ποιότητα του ύπνου, κούραση και πόνος, μπορεί όλα αυτά να είναι συνέπειες από τον καρκίνο ή τη θεραπεία του.
Η διάγνωση της κατάθλιψης βασίζεται περισσότερο στα ψυχικά συμπτώματα και τον κίνδυνο αυτοκτονίας και είναι συχνά δύσκολα κλινικά ανιχνεύσιμη, ιδίως στον καρκίνο τελικού σταδίου, όταν η σωματική αδυναμία είναι συγχρόνως παρούσα με την κατάθλιψη.

Παράγοντες κινδύνου

Ορισμένοι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη κατάθλιψης στον καρκίνο είναι:

  • – άρρενες (στο γενικό πληθυσμό κατάθλιψη είναι δύο φορές πιο συχνή στις γυναίκες απ’ ότι σε άνδρες)
  • – νεαρή ηλικία
  • – προηγούμενο ιστορικό κατάθλιψης
  • – σωματική αναπηρία
  • – προνοσηρά ψυχολογικά χαρακτηριστικά στην προσωπικότητα τους, όπως το να βλέπουν τον εαυτό τους ως θύμα ή να έχουν αρνητική εικόνα εαυτού.
  • – Περιορισμένο ή ανεπαρκές υποστηρικτικό περιβάλλον

Αιτίες των μεταβολών της διάθεσης

Υπάρχουν διάφορες επιπλοκές του καρκίνου και της θεραπείας του, που μπορεί να πυροδοτήσουν ή να επιδεινώσουν αλλαγές στη διάθεση.

  • Ανεξέλεγκτος πόνος: Αυτό μπορεί να προκαλέσει στον καρκινοπαθή έντονη ανησυχία, απόλυτη εξάρτηση από τα φάρμακα για την ανακούφιση του πόνου τους, και μερικές φορές τάσεις αυτοκτονίας. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι γνήσιος και μπορεί να ερμηνευθεί ως ότι ο πάσχων επιδιώκει «θάνατο με αξιοπρέπεια». Η παρηγορητική φροντίδα που μπορεί να ανακουφίσει τον πόνο, οδηγεί στην επίλυση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και στην βελτίωση της ποιότητας της ζωής. Η παρουσία της κατάθλιψης όμως, ενισχύει τον πόνο και τον καθιστά δυσκολότερα ελέγξιμο από τα αναλγητικά. 
  • Μεταβολικές διαταραχές: υπερασβεστιαιμία (υψηλά επίπεδα ασβεστίου στο αίμα), αναιμία και ανεπάρκεια ήπατος που προκαλείται από τον καρκίνο μπορεί να προκαλέσει μεταβολές της διάθεσης. 
  • Φάρμακα: Φάρμακα όπως η πρεδνιζόνη και η δεξαμεθαζόνη, που σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία, καθώς και διάφορα άλλα φάρμακα για τη θεραπεία του καρκίνου μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα κατάθλιψης. Η Ταμοξιφαίνη για παράδειγμα, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται συνήθως στον καρκίνο του μαστού και μπορεί να προκαλέσει δευτερογενή κατάθλιψη λόγω της διακοπής της φυσιολογικής παραγωγής των οιστρογόνων από τον οργανισμό. 
  • Φυσικές αλλαγές: Ριζικές αλλαγές στην φυσική μορφή του σώματος λόγω του καρκίνου ή της θεραπείας του, όπως η μαστεκτομή, μπορεί να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στην ψυχική λειτουργία. Οι πάσχουσες γυναίκες με καρκίνο μαστού και υποβληθείσες σε μαστεκτομή, συχνά αναρωτιούνται αν είναι ακόμα ελκυστικές στο σύντροφό τους. Συχνά επίσης, οι άνθρωποι που χάνουν τη φυσική ανεξαρτησία τους λόγω καθήλωσης ως εξέλιξη της νόσου, μπορεί να αισθάνονται βάρος για τους άλλους ή φόβο ότι η ύπαρξη τους δεν έχει πλέον νόημα για τους αγαπημένους τους. 
  • Ψυχολογικές και κοινωνικές αλλαγές: Οι αλλαγές στη ζωή του ατόμου με καρκίνο, όπως η απομάκρυνση από την παραγωγική διαδικασία ή η αδυναμία τους να επιτελέσουν τα καθημερινά τους καθήκοντα και τους συνήθεις ρόλους στο σπίτι ή κοινωνικά, μπορεί να επηρεάσει βαθύτατα την αυτοεκτίμηση τους. Επίσης, η πνευματικότητα και οι νοητικές λειτουργίες του πάσχοντα μπορεί να επηρεαστούν σημαντικά από την ασθένειά τους. Αν ένα μεγάλο μέρος στη ζωή τους επενδύθηκε στο έργο τους και δεν είναι πλέον σε θέση να το υπηρετούν όπως παλιά, θα απολέσουν σε μεγάλο βαθμό το νόημα της ύπαρξης τους. 

Πώς μπορείτε να βοηθήσετε

Η υποστηρικτική ακρόαση, ήδη από τα αρχικά στάδια του σοκ και της θλίψης που βιώνεται από τον πάσχοντα, είναι συχνά το μόνο που είναι απαραίτητο για να μπορέσετε να βοηθήσετε. Πράγματι, μερικές φορές αυτό μπορεί να είναι δύσκολο, διότι η συνεχής επίκληση των θεμάτων της ασθένειας είναι ψυχικά πολύ επιβαρυντική. Ωστόσο, η υπομονή επιβραβεύεται και ο πάσχων βελτιώνεται ψυχολογικά μετά από κάποιες εβδομάδες. Εάν τα συναισθήματα του αρχικού σοκ και της θλίψης συνεχιστούν για εβδομάδες και το άτομο δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει με τον συνήθη τρόπο του, ήρθε η ώρα να ζητήσετε εσείς και κυρίως ο πάσχων, βοήθεια.
Σε κάποιον που έχει προχωρημένη νόσο, τρώει λίγο και έχει πολύ μικρή δραστηριότητα, είναι πιο δύσκολο να διαπιστωθεί εάν πάσχει από κατάθλιψη. Η απώλεια της όρεξης, του ύπνου και της συνήθους δραστηριότητας μπορεί να οφείλεται στα συμπτώματα της ίδιας της νόσου του καρκίνου. Ωστόσο, η απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που ο πάσχων πάντα ενδιαφερόταν, τα συναισθήματα της απόγνωσης, αναξιότητας και οι σκέψεις αυτοκτονίας είναι σημαντικοί δείκτες της κατάθλιψης. Ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται στο τέλος της ζωής τους μπορούν να πάρουν ευχαρίστηση από πολλά πράγματα, με την προϋπόθεση ότι τα σωματικά συμπτώματα τους είναι καλά ελεγχόμενα. Μην καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι αυτά είναι οι «φυσιολογικές ή αναμενόμενες» σκέψεις ενός ατόμου που πεθαίνει. Η εξειδικευμένη βοήθεια θα πρέπει να αναζητηθεί, ακόμα και τις τελευταίες ημέρες ή εβδομάδες και αυτό μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής του πάσχοντος έως το τέλος του.

Ο στόχος της θεραπείας είναι να έχουμε ανθρώπους που ζουν αξιοπρεπώς και με ποιότητα ζωής μέχρι την φυσική τους κατάληξη. Η θεραπεία της κατάθλιψης είναι απαραίτητη για να βελτιώσουμε τις ζωές εκείνων που πάσχουν από καρκίνο.

Koro – Η Φοβία της συρρίκνωσης των γεννητικών οργάνων

Koro – Η Φοβία της συρρίκνωσης των γεννητικών οργάνων

Το όνομα Koro προέρχεται από αντίστοιχη Μαλαισιανή λέξη που σημαίνει “το κεφάλι της χελώνας”. Το σύνδρομο Koro ανήκει στα λεγόμενα «πολιτισμικά σύνδρομα» και είναι ο φόβος της συρρίκνωσης των γεννητικών οργάνων με την απορρόφηση τους στο σώμα.
Σχεδόν πάντα εμφανίζεται σε ασιάτες άνδρες, αν και περιπτώσεις έχουν αναφερθεί επίσης στην Αφρική, στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι γυναίκες εμφανίζουν περιστασιακά μια παραλλαγή του Koro όπου πιστεύουν ότι οι θηλές των μαστών τους συρρικνώνονται και απορροφούνται από το σώμα.
Είναι ενδιαφέρον, ότι το Koro εμφανίζεται συχνά ως επιδημία σε μια συγκεκριμένη κάθε φορά γεωγραφική περιοχή. Μια αρκετά γνωστή μαζική εκδήλωση του συνδρόμου, συνέβη στη Σιγκαπούρη το 1967. Στο παρελθόν, αναπτύχθηκε η μαζική πεποίθηση στην Βόρεια Ταϊλάνδη, ότι το Koro οφείλεται σε δηλητηρίαση του νερού που πραγματοποιούν συστηματικά οι κομμουνιστές του Βιετνάμ. Στο Σουδάν πάλι κάποιοι πιστεύουν ότι οι Σιωνιστές προσπαθούν να τους εμποδίσουν να αναπαραχθούν.

Τα συμπτώματα του Koro
Αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στην αρχαία Κίνα ήδη το 300 π.Χ., σε κείμενα της Κλασσικής Κινέζικης Ιατρικής και σχεδόν πάντα ακολουθεί το ίδιο μοτίβο ανάπτυξης των συμπτωμάτων: Ο πάσχων βιώνει για πρώτη φορά ένα αίσθημα καύσου στα γεννητικά όργανα, που ακολουθείται από ταχεία έναρξη της κρίσης πανικού. Αυτό οδηγεί γρήγορα σε ξαφνικό και διάχυτο φόβο ότι τα γεννητικά όργανα εξαφανίζονται. Στην Ασία, ο φόβος σχεδόν πάντα συνοδεύεται από επικείμενο φόβο του θανάτου, αν και το στοιχείο αυτό είναι συχνά λείπει από τις εκδηλώσεις του συνδρόμου σε άλλα μέρη του κόσμου. Ο πάσχοντες ζητούν συνήθως βοήθεια από φίλους ή συγγενείς, στο να αποτρέψουν τα γεννητικά τους όργανα να συρρικνωθούν, ενώ συχνά η προσπάθεια τους να «αποτρέψουν» τέτοιο ενδεχόμενο, χρησιμοποιώντας αγκίστρια, βελόνες, κορδόνια παπουτσιών και άλλα παρόμοια, οδηγεί σε επιτόπιο τραυματισμό. Τα συμπτώματα υποχωρούν γρήγορα, όταν χρησιμοποιείται μια πολιτισμικά αποδεκτή θεραπεία (εξορκισμός ή μαγικά φίλτρα).

Αιτίες του Koro
Το Koro έχει περιγραφεί ως μια μορφή διαταραχής πανικού που επικεντρώνεται γύρω από τα γεννητικά όργανα. Φαίνεται να επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτισμικές πεποιθήσεις, που μπορούν να εξηγήσουν γιατί το σύνδρομο εμφανίζεται με την μορφή των επιδημιών. Για παράδειγμα, σε ορισμένες χώρες της Δυτικής Αφρικής, οι πάσχοντες πιστεύουν ότι, παρά την «απορρόφηση των γεννητικών οργάνων στο σώμα τους», τα γεννητικά τους όργανα έχουν κλαπεί για απόκρυφους λόγους. Κατά τη διάρκεια των Μαύρων Χρόνων της μεσαιωνικής Ευρώπης, οι μάγισσες θεωρήθηκαν υπεύθυνες για την εκδήλωση αυτών των συμπτωμάτων στον τοπικό πληθυσμό. Τα συμπτώματα υποχωρούσαν όταν οι μάγισσες «αντιμετωπίζονταν».
Τα προσωπικά και πολιτισμικά ήθη, το θρησκευτικό δόγμα και η τρέχουσα κατάσταση της ψυχικής υγείας συχνά διαδραματίζουν κάποιο ρόλο, σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Το σύνδρομο Koro συνδέεται πολύ συχνά με θρησκευτικές πεποιθήσεις και με τη μαγεία.
Σε μια μελέτη του 2008, στο περιοδικό της Γερμανικής Ψυχολογίας, διαπιστώθηκε ότι πολλοί πάσχοντες ανέφεραν πρόσφατη σεξουαλική επαφή που τους έκανε να νιώθουν άβολα, όπως μια εξωσυζυγική σχέση. Ορισμένοι ανέφεραν υψηλά επίπεδα φόβου, ενοχής ή ντροπής. Άλλοι ήταν ψυχολογικά ανώριμοι και δεν είχαν σεξουαλική αυτοπεποίθηση. Επίσης βρέθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις ότι υπήρχε μια προϋπάρχουσα ψυχική διαταραχή ή ιστορικό κατάχρησης ουσιών. Αν και οι επιμέρους λεπτομέρειες ποικίλλουν σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ανάπτυξη του συνδρόμου Koro υπάρχει σε αυτούς που αντιμετωπίζουν ήδη φόβο, άγχος ή ενοχή.

Θεραπεία του Koro
Οι «θεραπείες» που πηγάζουν από τα πολιτισμικά πρότυπα διαφέρουν δραματικά και συχνά επηρεάζονται από τα τρέχοντα γεγονότα. Για παράδειγμα, ένα επεισόδιο θα μπορούσε να αποδοθεί σε «εισβολή ξένων δυνάμεων». «Νικώντας τον εχθρό» είναι πολλές φορές η «συνιστώμενη θεραπεία» σε αυτές τις καταστάσεις. Σε άλλες περιπτώσεις, οι «θεραπείες» μπορεί να περιλαμβάνουν εξορκισμό, ανάπαυση, «μαγικά φίλτρα» ή άλλες «θεραπευτικές» πρακτικές.
Στον δυτικό κόσμο, το Koro αντιμετωπίζεται συχνά ως συγκεκριμένη φοβία. Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα συνταγογραφούνται συχνά. Η θεραπεία αποτελείται από φάρμακα όπως η αλπραζολάμη και ιμιπραμίνη. Κάποιες έρευνες δείχνουν ότι η εφαρμογή αντιψυχωτικών είναι μερικές φορές απαραίτητη για τη μείωση των συμπτωμάτων.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει τον πάσχοντα να μάθει νέους και υγιείς τρόπους εκτόνωσης των αγχωδών συμπτωμάτων που σχετίζονται με το σώμα του. Σε πολλές περιπτώσεις, η θεραπεία κάποιας υποκείμενης κατάστασης επίσης βοηθά να υποχωρήσουν τα συμπτώματα του Koro.

Διαφοροδιάγνωση:
Σημαντικό είναι να αποκλειστούν οι φυσικές αιτίες για τα συμπτώματα Koro. Πόνος, κνησμός και άλλα σωματικά συμπτώματα είναι κοινά στο Koro, αλλά θα μπορούσαν να υποκρύπτουν άλλες παθολογικές καταστάσεις. Μια επίσκεψη στον ουρολόγο συνιστάται πάντα. Οι άνδρες μπορεί να είναι επιρρεπείς σε αυτή τη διαταραχή, δεδομένου ότι δεν μπορούν να δουν το πέος τους λόγω της μεγάλης κοιλιάς. Επίσης, οι άνδρες που πάσχουν από οίδημα οσχέου μπορεί να αρχίσουν να πιστεύουν ότι το πέος τους εξαφανίζεται σιγά-σιγά εσωτερικά προς την κοιλιά τους.

Σε περίπτωση που πάσχετε από το σύνδρομο Koro θα πρέπει να έχετε κατά νου ότι το πέος δεν μπορεί να συρρικνωθεί, η ζωή δεν μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο εξαιτίας του πέους και το πέος μπορεί να αλλάξει το μέγεθος μόνο κατά τη διάρκεια της στύσης.

Κατάσταση Αμόκ: Μια σύγχρονη επισκόπηση.

Κατάσταση Αμόκ: Μια σύγχρονη επισκόπηση.

Ορισμός

Η «κατάσταση Αμόκ» θεωρείται μια σπάνια πολιτισμική κατάσταση, αλλά και ορίζεται ως σύνδρομο από τα τρέχοντα ψυχιατρικά συστήματα ταξινόμησης. Οι Ψυχωσικές διαταραχές, οι διαταραχές προσωπικότητας, οι διαταραχές της διάθεσης, είναι όλες οι πιθανές αιτίες του AMOK.
Το ευρύ κοινό και το ιατρικό προσωπικό είναι εξοικειωμένοι με τον όρο «κατάσταση αμόκ», η κοινή χρήση του οποίου αναφέρεται σε μια παράλογη, βίαιη δράση από άτομο που συνήθως προκαλεί τον όλεθρο. Ο όρος περιγράφει επίσης την καταστροφική, ανθρωποκτόνο και μετέπειτα πιθανή αυτοκτονική συμπεριφορά των ψυχολογικά ασταθών ατόμων, που οδηγεί σε πολλαπλούς θανάτους ή τραυματισμούς άλλων συνανθρώπων, ζώων ή καταστροφές ευρείας κλίμακας.  Παρά το γεγονός ότι τα επεισόδια των πολλαπλών ανθρωποκτονιών και των αυτοκτονιών από άτομα με υπόνοιες ψυχοπαθολογίας ή εγνωσμένες ψυχικές διαταραχές εμφανίζονται με ανησυχητική συχνότητα σήμερα, ουσιαστικά δεν υπάρχουν πρόσφατες μελέτες στην ιατρική βιβλιογραφία σχετικά με την αναγνώριση και τη θεραπεία των ατόμων αυτών πριν την εκδήλωση του συνδρόμου.
Η ψυχιατρική βιβλιογραφία κατατάσσει το αμόκ ως πολιτισμική ιδιαιτερότητα συγκεκριμένων πολιτισμών και η ανακάλυψή του χρονολογείται πριν από 2 αιώνες σε απομακρυσμένες πρωτόγονες φυλές της Ινδονησίας όπου ο εντόπιος πολιτισμός θεωρήθηκε ως ο κυρίαρχος παράγοντας στην παθογένεση του. Αναπτύχθηκε η θεωρία ότι κάποιες πεποιθήσεις των πρωτόγονων ομάδων και η απομόνωση τους είχαν συντελέσει στην εκδήλωση μιας ψυχικής ασθένειας που δεν παρατηρείται σε άλλα μέρη του κόσμου. Ακόμα και στο πρόσφατο εγχειρίδιο κατάταξης των ψυχικών νόσων DSM-IV,  ορίζεται το αμόκ ως πολιτισμικό φαινόμενο που σπάνια συμβαίνει σήμερα. Ωστόσο, χαρακτηρίζοντας το αμόκ ως πολιτισμικό χαρακτηριστικό, αγνοείται παντελώς το γεγονός ότι παρόμοια συμπεριφορά έχει παρατηρηθεί σε όλες σχεδόν τις δυτικές και ανατολικές κουλτούρες, που δεν χαρακτηρίζονται από γεωγραφική απομόνωση. Επιπλέον, η πεποίθηση ότι αμόκ σπάνια συμβαίνει σήμερα, είναι αντίθετη προς τις ενδείξεις ότι παρόμοια επεισόδια βίαιης συμπεριφοράς είναι πιο συχνά στις σύγχρονες κοινωνίες από ό, τι ήταν στους πρωτόγονους πολιτισμούς όπου το αμόκ παρατηρήθηκε για πρώτη φορά.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Η λέξη Amok, ή Amuck, προέρχεται από τη μαλαισιανή λέξη mengamok, που σημαίνει αιφνίδια έκρηξη βίας. Ο Captain Cook πιστώνεται με την περιγραφή του πρώτου παρατηρηθέντος αμόκ στις μαλαισιανές φυλές το 1770 κατά τη διάρκεια των παγκόσμιων εξερευνήσεων του. Περιέγραψε άτομα που ξαφνικά συμπεριφέρονται βίαια, χωρίς προφανή αιτία και σκοτώνουν αδιακρίτως ή ακρωτηριάζουν χωρικούς και ζώα σε μια φρενήρη επίθεση.  Συνήθως το άτομο σε κατάσταση αμόκ έπεφτε ακολούθως σε βαθειά καταστολή-ηρεμία, με έλλειψη επαφής με το περιβάλλον, ή σκοτώνονταν κατά την διάρκεια της επίθεσης ή αυτοκτονούσε. Σύμφωνα με την μυθολογία της Μαλαισίας, το αμόκ ήταν μια ακούσια συμπεριφορά που προκαλείται από το “Hantu belian”, ή το «κακό πνεύμα του τίγρη» που εισέρχεται στο σώμα ενός ανθρώπου, αναγκάζοντας τον να συμπεριφέρεται βίαια, χωρίς συνειδητή επίγνωση. Λόγω των πολιτισμικών πεποιθήσεων τους, οι κάτοικοι της Μαλαισίας είχαν απόλυτη ανοχή στα άτομα που περιήρχοντο σε κατάσταση αμόκ, παρά τις καταστροφικές συνέπειες για τη φυλή τους.
Λίγο μετά την έκθεση του Captain Cook, οι ανθρωπολόγοι ερευνητές παρατήρησαν αμόκ και σε πρωτόγονες φυλές που βρίσκονται στις Φιλιππίνες, το Λάος, την Παπούα Νέα Γουινέα και το Πουέρτο Ρίκο. Οι ερευνητές αυτοί ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι πολιτισμικοί παράγοντες, μοναδικοί για τις πρωτόγονες φυλές προκαλούσαν το αμόκ, καθιστώντας τον πολιτισμό τους υπεύθυνο για την παθογένεια του. Μέσα στους επόμενους 2 αιώνες, τα περιστατικά ΑΜΟΚ και το ενδιαφέρον για αυτά ως μια ψυχιατρική πάθηση εξασθένισε. Η μείωση της συχνότητας των επεισοδίων αμόκ αποδόθηκε στην επιρροή του δυτικού πολιτισμού στις πρωτόγονες φυλές, εξαλείφοντας έτσι τους πολιτισμικούς παράγοντες που θεωρούντο ότι προκαλούσαν τη βίαιη συμπεριφορά. Ενώ η συχνότητα και το ενδιαφέρον για το αμόκ στις πρωτόγονες φυλές μειώνεται, παρόμοια περιστατικά βίας στις βιομηχανικές κοινωνίες συνεχώς αυξάνονται. Ωστόσο, δεδομένου ότι είναι βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι το αμόκ είναι συνδεδεμένο με πολιτισμικά πρότυπα, η σύνδεσή του με τα σύγχρονα επεισόδια μαζικής βίας πέρασε απαρατήρητη.
Σύγχρονες περιγραφές πολλών ανθρωποκτονιών είναι συγκρίσιμες με τις εκθέσεις περιπτώσεων αμόκ. Στην πλειονότητα των σύγχρονων περιπτώσεων, οι δολοφονίες είναι αιφνίδιες και απρόκλητες και διαπράττονται από άτομα είτε με άγνωστο είτε με εγνωσμένο ιστορικό ψυχικής νόσου. Ο αριθμός των θυμάτων στα σύγχρονα επεισόδια είναι παρόμοιος με τον αντίστοιχο αριθμό θυμάτων στο αμόκ, παρά το γεγονός ότι πιστόλια και τουφέκια χρησιμοποιούνται, σε αντίθεση με τα ξίφη της Μαλαισίας δύο αιώνες πριν. Το αποτέλεσμα για τον επιτιθέμενο είναι επίσης ανάλογο με το αμόκ – μαζικοί θάνατοι, μαζικές καταστροφές αντικειμένων, αυτοκτονία, και λιγότερο συχνά, ο φόβος. Το περιστατικό που ακολουθεί δείχνει την ομοιότητα μεταξύ της κατάστασης ΑΜΟΚ και της σύγχρονης βίαιης συμπεριφοράς:
Το 1998 στο Λος Άντζελες, ο Ronald Taylor, σε ηλικία 46 ετών, σκότωσε 4 μέλη της οικογένειάς του και έναν φίλο του, και στη συνέχεια, πήδηξε από μια αερογέφυρα αυτοκινητοδρόμου. Η αστυνομία ανακάλυψε τα θύματα του Taylor, όταν πήγαν στο σπίτι του για να τους ενημερώσουν για το θάνατό του. Η δικαστική έρευνα αποκάλυψε ότι ο Taylor αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, είχε κηρύξει πτώχευση και είχε χρέη άνω των 64.000 $, συμπεριλαμβανομένου ενός δανείου 21.302 $ από τον εργοδότη του και ένα χρέος 5,547 $ στην πιστωτική κάρτα του.
Το Amok για πρώτη φορά χαρακτηρίζεται ως ψυχιατρική πάθηση περίπου το 1849 με βάση ανέκδοτες εκθέσεις και μελέτες περιπτώσεων που φανερώνουν ότι τα περισσότερα άτομα με αμόκ ήταν ψυχικά ασθενείς. Σήμερα πλέον το αμόκ συνδέεται λιγότερο με την καταθλιπτική διαταραχή της διάθεσης και πολύ περισσότερο με ψύχωση, διαταραχές προσωπικότητας, ή παραληρηματική διαταραχή. Είναι επίσης πιθανό ότι ορισμένα άτομα έχουν προδιάθεση να παρουσιάζουν εξαιρετικά βίαιη συμπεριφορά, όταν πάσχουν από διαταραχές της διάθεσης ή διαταραχές της προσωπικότητας.

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΜΟΚ

Από μια σύγχρονη σκοπιά, το αμόκ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως πολιτισμικό σύνδρομο, γιατί το μόνο ρόλο που διαδραματίζει το πολιτισμικό υπόβαθρο είναι το πώς η βίαιη συμπεριφορά εκδηλώνεται. Η συμπεριφορά ενός ατόμου επηρεάζεται από το περιβάλλον και τον πολιτισμό, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι ενέργειες αυτές είναι το παράγωγο μιας ψυχικής νόσου. Έτσι, η συμπεριφορά που παρατηρήθηκε σε κατάσταση αμόκ πριν από 200 χρόνια στις πρωτόγονες φυλές αναγκαστικά θα διαφέρει από αυτή που παρατηρείται στις σύγχρονες περιπτώσεις βίαιης συμπεριφοράς. 
Ο Jin-Inn Teoh, καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen στο Λονδίνο, ανέφερε το 1972 ότι το αμόκ ως κατάσταση και συμπεριφορά υπήρχε σε όλες τις χώρες – διαφέρει μόνο ως προς τις μεθόδους και τα όπλα που χρησιμοποιούνται στις επιθέσεις. Σύμφωνα με τον Teoh, ο πολιτισμός αποτελεί παράγοντα διαμόρφωσης που καθορίζει πώς το αμόκ εκδηλώνεται, αλλά όχι το αν αυτό τελικά θα εκδηλωθεί. Η καλλιέργεια, το πολιτισμικό-κοινωνικό υπόβαθρο του ατόμου και η πρόσβαση στα όπλα που διατίθενται, φυσικά επηρεάζουν και την μέθοδο της επίθεσης. Στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, η συχνότητα εμφάνισης της βίαιης συμπεριφοράς έχει αυξηθεί δραματικά στις βιομηχανικές χώρες, ξεπερνώντας τη συχνότητά του στους πρωτόγονους πολιτισμούς. Η αύξηση αυτή μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της καλύτερης πληροφόρησης από τα ΜΜΕ των βίαιων επιθέσεων που εκδηλώνονται και σε συνδυασμό με την αύξηση της ψυχοπαθολογίας που είναι υπεύθυνη για την εκδήλωση του αμόκ.
Το 1934, ο John Cooper, καθηγητής ανθρωπολογίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Washington, DC αναφέρει ότι ούτε φυλετικοί ή εθνικοί, αλλά ούτε περιβαλλοντικοί παράγοντες έπαιξαν ρόλο στην παθογένεση των ψυχικών ασθενειών που είχαν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση amok. Ο Cooper κατέδειξε ως υπεύθυνους τους ψυχοκοινωνικούς στρεσογόνους παράγοντες. Ωστόσο, η σύλληψη του Κούπερ δεν εξηγεί γιατί η βίαιη συμπεριφορά παρόμοια με το αμόκ, είναι τόσο κοινή σε δυτικούς πολιτισμούς, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Θεωρία του Cooper συνεπάγεται επίσης ότι η αυτοκτονία και το αμόκ είναι εναλλακτικές συμπεριφορές του ίδιου φαινομένου. Η αυτοκτονία και το αμόκ μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά και παράγοντες κινδύνου, αλλά είναι, ωστόσο, διαφορετικές συμπεριφορές.

ΠΡΟΛΗΨΗ ΑΜΟΚ

Σήμερα, το αμόκ θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα πιθανό αποτέλεσμα της μη διαγνωσμένης ή / και χωρίς θεραπεία ψυχιατρικής κατάστασης ενός ατόμου με ψύχωση ή σοβαρή παθολογία της προσωπικότητας. Λαμβάνοντας υπόψη το μεγάλο αριθμό των ατόμων που έχουν ψυχωτικές ψυχιατρικές παθήσεις, διαταραχές της διάθεσης, και διαταραχές της προσωπικότητας, το αμόκ εξακολουθεί να είναι μια στατιστικά σπάνια εκδηλούμενη κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, η συναισθηματική βλάβη που προκαλεί στα θύματα, τις οικογένειές τους και τις κοινότητες, πηγαίνει πέρα από τους μικρούς αριθμούς των επισοδίων και έχει μια διαρκή επίδραση. Δεδομένου ότι είναι σχεδόν αδύνατο να σταματήσει κάποιος μια επίθεση αμόκ χωρίς να διακινδυνεύσει τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα του ή αυτήν του θύτη, η πρόληψη είναι η μόνη μέθοδος για την αποφυγή των ζημιών που προκαλεί. 

Αναγνώριση
Τα περισσότερα άτομα που εκδηλώνουν βίαιη συμπεριφορά είχαν πρόσφατα επαφή με τους ιατρούς. Πολλοί από αυτούς τους ασθενείς συμβουλεύονται κατά προτίμηση γενικούς και οικογενειακούς ιατρούς, αντί των ψυχιάτρων λόγω του στίγματος που συνδέεται με την επίσκεψη σε ψυχίατρο, λόγω άρνησης της ψυχικής ασθένειας τους, ή λόγω του φόβου της επικύρωσης των υποψιών τους ότι έχουν μια ψυχική διαταραχή.
Με βάση τις εκθέσεις από την ψυχιατρική βιβλιογραφία και τα στοιχεία από τις σύγχρονες αναφορές περιστατικών βίαιης συμπεριφοράς, οι παράγοντες που θα πρέπει να θεωρηθούν ότι δημιουργούν κίνδυνο για την εκδήλωση αμόκ έχουν ως εξής: ιστορικό μιας ψυχωτικής κατάστασης, προηγούμενα επεισόδια βίαιης συμπεριφοράς ή απειλές βίας, πρόσφατες προσωπικές απώλειες, βίαιες απόπειρες αυτοκτονίας, καθώς και κάποια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ή διαταραχές της προσωπικότητας. 

Η θεραπεία των υποκείμενων παθήσεων
Το δεύτερο βήμα για την παρέμβαση είναι η θεραπεία της υποκείμενης ψυχιατρικής κατάστασης του ασθενούς ή διαταραχής της προσωπικότητας έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανότητες εκδήλωσης αμόκ. Ένας ιατρός της πρωτοβάθμιας περίθαλψης μπορεί να ξεκινήσει ιατρική παρέμβαση σε ασθενείς που είναι επιρρεπείς σε βίαιες συμπεριφορές, αλλά θα πρέπει να προβλεφθεί η άμεση παραπομπή για ψυχιατρική αξιολόγηση και θεραπεία, καθώς οι ασθενείς αυτοί είναι συχνά ιδιαίτερα χειριστικοί.  Ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία είναι μια επιλογή για τους ασθενείς που εκφράζουν σκέψεις αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας, ως αποτέλεσμα της ψυχικής τους κατάστασης. Σαφώς πιο περίπλοκο είναι το πρόβλημα με τους ασθενείς που έχουν διαταραχές προσωπικότητας και υποκρυπτόμενη ψυχιατρική συμπτωματολογία.
Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει κανένα φάρμακο που να έχει αποδειχθεί επαρκές και αποτελεσματικό για τη θεραπεία της  βίαιης συμπεριφοράς, και δεδομένου ότι οι γενεσιουργές βάσεις της βίας οφείλονται σε πολλαπλούς παράγοντες, είναι απίθανο ότι οποιαδήποτε τέτοια φάρμακα θα αναπτυχθούν στο εγγύς μέλλον. Σε γενικές γραμμές, οι καταθλιπτικές διαταραχές μπορούν να αντιμετωπιστούν με αντικαταθλιπτικά και υποστηρικτική ψυχοθεραπεία. Τα αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά στην ανακούφιση των συμπτωμάτων κατάθλιψης στο 85% των περιπτώσεων. Η υποστηρικτική ψυχοθεραπεία έχει ως στόχο την πρόληψη της βίαιης συμπεριφοράς. Ο γιατρός θα πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο στη θεραπεία και να ζητά την βοήθεια της οικογένειας του ασθενούς και των δικτύων κοινωνικής υποστήριξης. Εάν ο ασθενής έχει συμπτώματα ψύχωσης, σχιζοφρένειας παρανοϊκού τύπου ή παραληρηματικής διαταραχής, τότε ενδείκνυνται άμεσα τα αντιψυχωσικά φάρμακα. Ενώ οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να αντιμετωπιστούν σε κέντρα εξωτερικής περίθαλψης, άτομα με σοβαρά ψυχωτικά συμπτώματα και με ανθρωποκτόνο ή αυτοκαταστροφικό ιδεασμό πρέπει να νοσηλευτούν.
Τα αντιεπιληπτικά έχουν χρησιμοποιηθεί και έχει βρεθεί ότι μπορεί να είναι αποτελεσματική θεραπεία για τον έλεγχο της βίαιης συμπεριφοράς σε περιορισμένο αριθμό ασθενών. Ωστόσο, η χρήση τους, εξακολουθεί να θεωρείται πειραματική και εκτός ενδείξεων (off-label). Η μόνη εξαίρεση είναι κάποια αντιεπιληπτικά, όπως το βαλπροϊκό οξύ ή η καρβαμαζεπίνη που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της βίαιης συμπεριφοράς που σχετίζεται με την μανία. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Εν ολίγοις, η κατάσταση αμόκ δεν θα πρέπει πλέον να θεωρείται ως σύνδρομο με πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Η σύγχρονη προσέγγιση συμφωνεί ότι το αμόκ αντιπροσωπεύει μια ακραία μορφή βίαιης συμπεριφοράς που επέρχεται ως αποτέλεσμα μιας ψυχικής διαταραχής, διαταραχές της προσωπικότητας και ψυχοκοινωνικούς στρεσογόνους παράγοντες. Η έγκαιρη αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου για το ΑΜΟΚ και η έγκαιρη αντιμετώπιση της υποκείμενης ψυχιατρικής κατάστασης ή διαταραχής προσωπικότητας προσφέρουν την καλύτερη πρόληψη τέτοιων καταστάσεων. 

Επαγγελματική Εξουθένωση – Burnout

Επαγγελματική Εξουθένωση – Burnout

Επαγγελματική Εξουθένωση – Burnout

Βασισμένο σε έρευνα και δημοσίευση των:
Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (Ε Π Α Ψ Υ)
Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής (Ψ Ν Α)
Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Ψ Κ Π Ι)
Ινστιτούτο Κοινωνικής Προληπτικής Ιατρικής (Ι Κ Π Ι)

Ο όρος burnout, αποδίδεται συνήθως στα ελληνικά με τις λέξεις «εξαντλημένος/η» ή «εξουθενωμένος/η» και εκφράζει την ψυχοσωματική καταπόνηση του εργαζόμενου και την εξάντληση όλων των προσωπικών ψυχικών του αποθεμάτων κατά την προσπάθεια προσαρμογής του στις καθημερινές δυσκολίες που σχετίζονται με την επαγγελματική του δραστηριότητα.
Επιπλέον, ο όρος burnout περιγράφει την καθημερινή δυσφορία και ευερεθιστότητα, την καταβολή δυνάμεων, το αίσθημα «κενού», την αίσθηση απογοήτευσης και ανικανότητας πολλών εργαζόμενων και ιδιαίτερα εκείνων που απασχολούνται στις υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας (helping professions).

Το σύνδρομο του burnout χαρακτηρίζεται από:

  • συναισθηματική εξάντληση, που αναφέρεται στην αίσθηση συνεχούς έντασης και  συναισθηματικής αποξένωσης στις διαπροσωπικές σχέσεις των εργαζόμενων,
  • αποπροσωποποίηση, που ταυτίζεται με την αρνητική και αγενή πολλές φορές συμπεριφορά κατά τη συναναστροφή με άτομα που ζητούν και αποδέχονται τις επαγγελματικές τους υπηρεσίες και φροντίδες,
  • αίσθημα μειωμένων προσωπικών επιτευγμάτων, που εκδηλώνεται κατά τη συνεργασία με άλλους με την πεποίθηση ότι η ικανότητα και η επιθυμία τους για επιτυχία μειώνονται συνεχώς.

Το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης μελετήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ανθρώπους που ασκούσαν διαφορετικά επαγγέλματα βοήθειας: ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, αστυνομικούς, λειτουργούς ψυχιατρικών νοσοκομείων, ανθρώπους που εργάζονται με μικρά παιδιά, κ.α.
Χρειάζεται πάντως να διευκρινιστεί πως το burnout δεν προσβάλλει μόνο άτομα που απασχολούνται σε τέτοιες επαγγελματικές θέσεις, αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τα helping professions αντιπροσωπεύουν την πιο τυπική περίπτωση, το κατ’ εξοχήν παράδειγμα μιας εργασίας η οποία χαρακτηρίζεται από έντονο διαπροσωπικό στρες.
Το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης έχει βρεθεί ότι συχνά συνδέεται με σειρά αρνητικών επιπτώσεων τόσο στη σωματική όσο και ψυχική υγεία του εργαζόμενου. Οι διαπροσωπικές σχέσεις – είτε εντός ή εκτός εργασίας – επιδεινώνονται. Αυτές οι αρνητικές συνέπειες δεν εκπορεύονται αποκλειστικά από το burnout, καθώς συνδέονται και με άλλες μορφές στρες. Το γεγονός όμως ότι εκφράζονται με το συγκεκριμένο σύνδρομο ενισχύει την υπόθεση πως το burnout αποτελεί ένα πολύ πιο σοβαρό πρόβλημα απ’ ό,τι εθεωρείτο στο παρελθόν.
Το burnout δεω συνδέεται άμεσα με συγκεκριμένα τραυματικά συμβάντα που παραδοσιακά βρίσκονταν στο επίκεντρο των ερευνών για το στρες, αλλά με το χρόνιο καθημερινό στρες που βιώνει κανείς στην εργασία.

Πως εκδηλώνεται το Burnout;
Το burnout παρουσιάζει ένα συμπτωματολογικό πλαίσιο με μεγάλη ευρύτητα στην κλινική του έκφραση. Μπορεί πάντως να θεωρηθεί ως «ιάσιμο και αναστρέψιμο». Δεν έχει αιφνίδια έναρξη: ξεκινά με τις πρώτες ήττες, συνεχίζει με μια μακρά σειρά ματαιωμένων προσδοκιών, αποτυχημένων σχεδίων, έλλειψης αναγνώρισης και – εφόσον δεν υπεισέλθουν για να το «εμποδίσουν» εσωτερικές ή εξωτερικές αλλαγές – οδεύει προς τα επόμενα στάδια.
Οι κυριότεροι μελετητές που ασχολήθηκαν με το burnout συμφωνούν στη σπουδαιότητα και την ανάγκη να το θεωρήσουν περισσότερο ως μια «διαδικασία» παρά ως μεμονωμένο «συμβάν»:

Διαδραστικό Μοντέλο του C. Cherniss

  • Φάση του «εργασιακού στρες»: Το εργασιακό στρες ορίζεται ως η διατάραξη της ισορροπίας που δημιουργείται μεταξύ των διαθέσιμων πόρων και των απαιτήσεων που προέρχονται από το εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον. Η διατάραξη της ισορροπίας δημιουργείται όταν οι διαθέσιμοι πόροι δεν είναι επαρκείς για να ικανοποιήσουν με κατάλληλο τρόπο τους προσωπικούς στόχους και τα αιτήματα που προέρχονται από την οργανωσιακή δομή ή τον ίδιο τον πελάτη. Αυτή η διατάραξη της ισορροπίας μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε επάγγελμα, χωρίς αυτό να οδηγήσει στο burnout, επιπλέον δεν υφίσταται ένας άμεσος συσχετισμός μεταξύ στρες και burnout: το στρες δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αυτό.
  • Φάση «εξάντλησης»: συγκινησιακή ανταπόκριση σε αυτή τη διατάραξη της ισορροπίας η οποία εκδηλώνεται με τη μορφή συναισθηματικής έντασης, άγχους, ευερεθιστότητας, κόπωσης, ανίαςέλλειψης ενδιαφέροντος, και απάθειας. Ο εργαζόμενος βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού και συνεχούς έντασης που, αν δεν τη διαχειριστεί με κατάλληλο τρόπο, μπορεί να οδηγηθεί στην απογοήτευση και σε αδυναμία επαναπρογραμματισμού της δραστηριότητας βάσει των διαθέσιμων πόρων.
  • Φάση «αμυντικής κατάληξης»: Αλλαγές στη στάση όπως συναισθηματική αποεπένδυση, ακαμψία στη συμπεριφορά και κυνισμός. Οι αλλαγές αυτές στη συμπεριφορά συμβάλλουν στον περιορισμό, όσο αυτό είναι δυνατό, των σωματικών και ψυχικών συνεπειών που αναπόφευκτα επέρχονται, με την ελπίδα να επιτευχθεί η επαγγελματική επιβίωση.

Μοντέλο των Edelwick και Brodsky (1980):

  1. Στάδιο ιδεαλισμού-ενθουσιασμού: οι εργαζόμενοι επενδύουν όλο τους το δυναμικό, πολύ χρόνο καθώς και τους διαθέσιμους πόρους τους στην εργασία
  2. Στάδιο αδράνειας-απάθειας: ο εργαζόμενος αντιλαμβάνεται ότι η εργασία δεν ικανοποιεί πλήρως τις προσδοκίες και τις ανάγκες του. Έτσι αρχίζει προοδευτικά να αποστασιοποιείται και παράλληλα προβάλλει διάφορα θέματα όπως οι οικονομικές απολαβές, η σταδιοδρομία και τα εργασιακά ωράρια ως μείζονα προβλήματα.
  3. Στάδιο ματαίωσης: το άτομο αναρωτιέται αν αξίζει τον κόπο να διεκπεραιώνει τα καθήκοντά του υπό συνθήκες πίεσης και χωρίς την αναγνώριση εκ μέρους των άλλων. Ουσιαστικά, αυτό το στάδιο είναι μεταβατικό επειδή γενικά οι εργαζόμενοι αποφασίζουν αν θα συνεχίσουν να εργάζονται τροποποιώντας τη συμπεριφορά τους και τις συνθήκες εργασίας που προκαλούν στρες, ή θα αποστασιοποιηθούν από τη θέση εργασίας υιοθετώντας μια στάση αδιαφορίας ή αποξένωσης.
  4. Στάδιο απάθειας: κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου οι εργαζόμενοι  επενδύουν λίγη ενέργεια και αποφεύγουν τις ευθύνες, μεταβάλλοντας τις ίδιες τους τις προσδοκίες από τη θέση εργασίας

Πρόδρομα συμπτώματα

Αυξημένη δέσμευση προς τους στόχους ακολουθούμενη από κατάσταση εξάντλησης των πόρων

Μείωση της απασχόλησης

Συνολική μείωση της δέσμευσης προς τους πελάτες, μαθητές, ασθενείς, εργασία κλπ. και αύξηση των στάσεων διεκδίκησης προς άλλους ακόμη και προς την οικογένεια

Συναισθηματικές αντιδράσεις και ενοχοποίηση

Μείωση του συναισθηματικού τόνου μέχρι την εμφάνιση εικόνας κατάθλιψης και αυξημένη επιθετικότητα προς τους άλλους και το σύστημα

Παρακμή

Απώλεια κινήτρου για το επάγγελμα, έλλειψη συγκέντρωσης και δημιουργικότητας, απάθεια και αδιαφορία

Παραίτηση

Προοδευτική παραίτηση της συναισθηματικής και κοινωνικής ζωής, «κλείσιμο» στον εαυτό

Ψυχοσωματικές αντιδράσεις

Κεφαλαλγίες, υπέρταση, καθώς και γαστρεντερικές διαταραχές και λοιπά σωματικά ενοχλήματα, μεγαλύτερη κατανάλωση καφεΐνης, αλκοόλ, καπνού και ψυχοφαρμάκων

Απελπισία

Απώλεια κάθε ελπίδας αναφορικά με την ικανότητα αλλαγής της κατάστασης

Επιπτώσεις
Το burnout είναι αρνητική κατάσταση για:
– Τον εργαζόμενο, εξαιτίας των ποικίλων ψυχικών και σωματικών συμπτωμάτων.
– Τους οικείους του, εξαιτίας της μεταφοράς των συμπτωμάτων του στην οικογένεια.
– Τους χρήστες των υπηρεσιών, εξαιτίας της χαμηλής ποιότητας των υπηρεσιών που απολαμβάνουν.
– Τους φορείς παροχής υπηρεσιών, οι οποίοι καθίστανται μάρτυρες της ποιοτικής υποβάθμισης των υπηρεσιών αυτών, υφιστάμενοι μια αύξηση του κόστους το οποίο οφείλεται στη διατήρηση της κακής κατάστασης του πελάτη ο οποίος με τη σειρά του ανακυκλώνει τα αιτήματά του στις υπηρεσίες.
Μια τέτοια αύξηση μπορεί να προέρχεται επίσης από το κόστος του προσωπικού το οποίο, σε συνθήκες burnout, αντί να βελτιώνει με την πάροδο των ετών (λόγω, όπως θα ήταν λογικό, της αποκτηθείσας εμπειρίας) την απόδοσή του, αντιθέτως την επιδεινώνει. Με τη σειρά της, αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να προκαλέσει αισθήματα μνησικακίας στο νεώτερο προσωπικό, που εργάζεται καλύτερα από το πιο έμπειρο προσωπικό αν και πληρώνεται λιγότερο. Για το λόγο αυτό, βιώνει μια μορφή έλλειψης ισότητας που τροφοδοτεί το σύνδρομο, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο τον τόσο δαπανηρό φαύλο κύκλο.
Η συνειδητοποίηση αυτών των επιπτώσεων δημιουργεί, επιπλέον, στο εσωτερικό του οργανισμού, ένα βασανιστικό αίσθημα ενοχής και προκαλεί την κινητοποίηση πολύ δαπανηρών αμυνών που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να τροφοδοτούν το φαύλο κύκλο του burnout.

ΠΡΟΛΗΨΗ:

Ο  Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνει μερικές προληπτικές στρατηγικές που αφορούν στην εμφάνιση του burnout

Στρατηγικές επικεντρωμένες στο άτομο, σε επίπεδο προσωπικού:

  • Μείωση του επιπέδου των δεσμεύσεων που οι επαγγελματίες αναλαμβάνουν και ενθάρρυνσή τους για την υιοθεσία πιο ρεαλιστικών στόχων οι οποίοι να προσφέρουν ικανοποίηση,
  • Παροχή βοήθειας στους εργαζόμενους με σκοπό την επεξεργασία και χρησιμοποίηση μηχανισμών επαλήθευσης και ανάδρασης που να είναι σε θέση να αναδεικνύουν τη βραχυπρόθεσμη πρόοδο,
  • Συχνή παροχή ευκαιριών εσωτερικής κατάρτισης ώστε να αυξηθεί η επάρκεια του καθένα στο ρόλο του,
  • Εκπαίδευση σε στρατηγικές διαχείρισης, όπως για παράδειγμα διαχείριση χρόνου,
  • Καθοδήγηση των νέων εργαζόμενων μέσω της χορήγησης φυλλαδίου στο οποίο να περιγράφονται με ρεαλιστικό τρόπο οι ματαιώσεις και οι συνήθεις δυσκολίες της εργασίας τους,
  • Χορήγηση δελτίων «Ελέγχου του burnout» σε όλο το προσωπικό,
  • Παροχή υπηρεσιών συμβουλευτικής ή αξιολόγησης προσανατολισμένων την εργασία για τους επαγγελματίες που υποβάλλονται σε περιόδους ιδιαίτερα έντονες εργασιακού στρες,
  • Ενθάρρυνση της ανάπτυξης ομάδων στήριξης και δικτύων ανταλλαγής πόρων,
  • Διαχείριση του στρες.

Στρατηγικές επικεντρωμένες στο άτομο, σε επίπεδο διοίκησης:

  • Δημιουργία προγραμμάτων διοικητικής κατάρτισης και ανάπτυξης ανάλογων ικανοτήτων για τους προϊσταμένους που ήδη καταλαμβάνουν τέτοιες θέσεις και για εκείνους που θα γίνουν, προσδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση σε εκείνες τις πτυχές του ρόλου που προκαλούν μεγαλύτερες δυσκολίες στους επαγγελματίες,
  • Δημιουργία συστημάτων επικύρωσης των προϊσταμένων, όπως για παράδειγμα έρευνες του προσωπικού, και παροχή στους προϊστάμενους δελτίου feedback επί των πεπραγμένων τους,
  • Διερεύνηση του βαθμού «κόπωσης εκ του ρόλου» ανάμεσα στους προϊστάμενους και παρέμβαση όταν η πίεση αυτή καθίσταται εξαιρετικά υψηλή.
  • Εκπαίδευση των προϊσταμένων.

Στρατηγικές επικεντρωμένες στην Δομή της επαγγελματικής δραστηριότητας:

  • Μείωση του αριθμού των πελατών για τους οποίους το προσωπικό είναι υπεύθυνο, με περιορισμένο διαθέσιμο χρόνο,
  • Κατανομή του φόρτου της πιο δύσκολης και λιγότερο ικανοποιητικής εργασίας μεταξύ όλων των εργαζομένων, έτσι ώστε το βάρος να μην πέφτει σ’ ένα άτομο ή σε μια ομάδα και όλοι να μαθαίνουν να αποδίδουν σε διάφορους ρόλους και να εργάζονται σε διαφορετικά προγράμματα,
  • Οργάνωση των καθημερινών εργασιακών δραστηριοτήτων με τρόπο που να εναλλάσσονται ασχολίες με μεγάλο, μέσο και ελάχιστο βαθμό ικανοποίησης,
  • Δυνατότητα, αφιέρωσης ορισμένου χρόνου σε δραστηριότητες που μπορούν να βοηθήσουν το προσωπικό στη διεκπεραίωση της εργασίας του ώστε να αισθάνεται χαλαρωμένο και γεμάτο ενέργεια,
  • Οργάνωση των διαφόρων ρόλων κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει στο προσωπικό να χρησιμοποιεί στιγμές ανάπαυσης,
  • Ενθάρρυνση των εργαζόμενων ώστε να κάνουν συχνά διακοπές, με σύντομη προειδοποίηση εφόσον είναι αναγκαίο,
  • Περιορισμός των ωρών εργασίας,
  • Ενθάρρυνση της μερικής απασχόλησης, που θα επιτρέπει στους εργαζόμενους ένα πιο ευέλικτο ωράριο,
  • Παροχή σε κάθε εργαζόμενο της δυνατότητας να προτείνει νέες δραστηριότητες που να τροφοδοτούν τον αυθορμητισμό, τη δημιουργικότητα και να περιορίζουν την αίσθηση της ανίας,
  • Δημιουργία κατάλληλων προϋποθέσεων σταδιοδρομίας για όλο το προσωπικό.

Στρατηγικές επικεντρωμένες στην Οργάνωση:

Πολιτική δράση και στόχοι:

  • Επεξεργασία στόχων που να είναι απόλυτα σαφείς και να έχουν συνάφεια μεταξύ τους,
  • Επεξεργασία μιας ξεκάθαρης φιλοσοφίας στην οποία να βασίζεται η εργασία,
  • Ανάδειξη της θεμελιώδους σημασίας της εκπαίδευσης και της ερευνητικής δραστηριότητας,
  • Κατανομή των ευθυνών φροντίδας και θεραπευτικής αγωγής με τρόπο τέτοιο που να συμπεριλαμβάνει τον ασθενή, την οικογένειά του και την κοινότητα.

Επίλυση προβλημάτων και διαδικασία λήψης αποφάσεων :

  • Δημιουργία τυπικών μηχανισμών για την επίλυση των προβλημάτων και την επεξεργασία / υπέρβαση των συγκρούσεων σε επίπεδο ομάδας και μηχανισμού,
  • Παροχή σε όλο το προσωπικό μιας ειδικής εκπαίδευσης για την επεξεργασία / υπέρβαση των συγκρούσεων και την επίλυση των προβλημάτων της ομάδας,
  • Αύξηση της αυτονομίας του προσωπικού και της συμμετοχής του στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Σχέσεις με τους υφισταμένους:
Μεγάλο μέρος του οργανωσιακού στρες που οδηγεί στο σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης συνδέεται με τα μοντέλα σχέσεων που υιοθετούνται για τη διεξαγωγή των παραγωγικών διαδικασιών. Έτσι λοιπόν, πιστεύουμε ότι οι διευθύνοντες μπορούν να επιτελέσουν σημαντικό ρόλο στην πρόληψη του burnout.
Οι διευθύνοντες παίζουν ένα ρόλο ενδιάμεσου μεταξύ των υφισταμένων τους και των προσώπων ή των φορέων για τους οποίους εργάζονται, συνεπώς υποβάλλονται σε πιέσεις οι οποίες προέρχονται τόσο από το εσωτερικό της ομάδας εργασίας όσο και από το εξωτερικό.
Στο εσωτερικό αυτής της κατάστασης, η ιεραρχική σχέση μεταξύ των επαγγελματιών εξαρτάται:

  • Από τον τρόπο με τον οποίο ο διευθύνων ερμηνεύει το ρόλο ευθύνης του,
  • Από τον τρόπο με τον οποίο ο υφιστάμενος μεταφράζει το δικό του εργασιακό ρόλο,
  • Από τους κανόνες της αλληλεπίδρασης μεταξύ προϊστάμενου και υφιστάμενου.

Εάν ο ρόλος του διευθύνοντα είναι σαφής και καθορισμένος, μπορεί ο ίδιος εύκολα να περιγράψει τα όρια ευθύνης του, να αποδώσει καθήκοντα και να καθορίσει κατάλληλα κανάλια επικοινωνίας. Αντίθετα, η έλλειψη σαφήνειας στον καθορισμό των ρόλων και των ορίων δημιουργεί εργασιακό στρες τόσο για τους διευθύνοντες όσο και για τους υφιστάμενους.
Κάθε διευθύνων πρέπει να αναλαμβάνει διάφορους σύμπλοκους ρόλους σχετικούς με διαφορετικές πτυχές και ανάγκες της ομάδας εργασίας.
Οι πτυχές και οι ανάγκες μιας ομάδας εργασίας μπορεί να είναι εκτεταμένες και σύμπλοκες. Επιπλέον, είναι πολύ σημαντικό ο διευθύνων να μπορεί να ανταποκρίνεται στο σύνολο των απαραίτητων ηγετικών διαδικασιών για την καλή λειτουργία του ιδίου. Επίσης είναι σημαντικό τα μέλη της ομάδας εργασίας να είναι σε θέση να αναπτύσσουν καλύτερα τις δυνατότητές τους και να μπορούν να επιλέγουν αυτόνομα σημεία αναφοράς και/ή τρόπους ρύθμισης της λειτουργικότητάς τους σε σχέση με την ομάδα. Ωστόσο ο διευθύνων δεν πρέπει να υπερτονίζει, να συγκεντρώνει πάνω του όλες τις αρχηγικές λειτουργίες οι οποίες είναι απαραίτητες για την επιβίωση και την ανάπτυξη της ομάδας εργασίας. Αντίθετα, πρέπει να αξιολογεί εκείνες που ταιριάζουν περισσότερο με τις ικανότητές του και να διακρίνει, μεταξύ των μελών της ομάδας, τα άτομα που μπορούν να ασκήσουν αρχηγικές λειτουργίες, που ο ίδιος δεν είναι σε θέση να επιτελέσει με τον καλύτερο τρόπο.

Ο τρόπος άσκησης της ηγεσίας που αποδεικνύεται πιο αποτελεσματικός, σε αυτή την κατεύθυνση, είναι εκείνος του ανοιχτού τύπου:

  • Ενθαρρύνει τη συμμετοχή και την επικοινωνία,
  • Διατηρεί διαδικασίες αποφάσεων ισότιμες και διαφανείς.

Ο διευθύνων που υιοθετεί το «δημοκρατικό», διαφανή τρόπο χρησιμοποιεί την πειθώ και τη συμμετοχή για να αντιμετωπίσει τα καθήκοντα που ενδιαφέρουν την ομάδα εργασίας και τις ενδεχόμενες αντίστοιχες διαπροσωπικές συγκρούσεις.
Μια κομβική πτυχή αυτού του τρόπου άσκησης της ηγεσίας είναι η ευελιξία, δηλαδή η ικανότητα να χρησιμοποιεί, ανάλογα με τις ανάγκες, ένα στυλ «τυπικό» ή «συνεργατικό».

Θεωρούμε ότι οι ακόλουθοι κανόνες μπορούν να αποδειχθούν αποτελεσματικοί στη μείωση του στρες κατά την αλληλεπίδραση με τους υφιστάμενους:

 

  • Να πληροφορούν και να συμβουλεύονται τους υφιστάμενους σχετικά< με τις αποφάσεις που τους αφορούν,
  • Να συμβουλεύουν και να ενθαρρύνουν τους υφιστάμενους, βοηθώντας τους να ασκούν τις αρμοδιότητες και να ενισχύουν τις ικανότητές τους, σεβόμενοι και ανταμείβοντας τη δουλειά τους,
  • Να αναθέτουν εργασιακά καθήκοντα ισότιμα (επιτρέποντας ακόμη και το rotation του προσωπικού), με διαφανή τρόπο και εντός των χρόνων/ορίων που είναι αναγκαίοι για τον προγραμματισμό τους,
  • Να δείχνουν κατανόηση για τα προσωπικά τους προβλήματα,
  • Να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των υφιστάμενων,
  • Να δείχνουν σεβασμό για την ιδιωτική τους ζωή,
  • Να αποφεύγουν τα κουτσομπολιά,
  • Να ενημερώνουν για την πρόθεσή τους να τους επισκεφθούν,
  • Να βρίσκουν τρόπους έτσι ώστε το εργασιακό περιβάλλον να είναι αξιοπρεπές και ευχάριστο,
  • Να σέβονται τις ηθικές τους αξίες χωρίς να τους ζητούν να τις παραβιάζουν.

 

Doctors for Doctors

Burnout Questionnaire

Ερωτηματολόγιο για την επαγγελματική εξουθένωση των ιατρών της Βρετανικής Ιατρικής Εταιρείας (BMA)
https://web2.bma.org.uk/drs4drsburn.nsf/quest?OpenForm

Διαταραχές ύπνου

Διαταραχές ύπνου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η αϋπνία είναι η κατάσταση που ένα πρόσωπο δεν μπορεί να κοιμηθεί σωστά. Είναι δύσκολο να ορίσουμε τι είναι «φυσιολογικός» ύπνος, διότι αυτό διαφέρει από άτομο σε άτομο.
Οι δυσκολίες με τον ύπνο μπορούν να εμφανίζονται με διάφορους τρόπους:

  1. Δυσκολία να κοιμηθείτε (διαταραχές ύπνου τύπου έλευσης) – πιο συχνή στους νέους.
  2. Ξύπνημα μέσα στη νύχτα (διαταραχές στην διατήρηση του ύπνου) – πιο συχνή σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
  3. Ξύπνημα νωρίς το πρωί (διαταραχές τύπου πρώιμης αφύπνισης) – λιγότερο κοινός τύπος της διαταραχής του ύπνου Το άτομο έχει πρόβλημα να λειτουργεί κανονικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, έχει ευερεθιστότητα, κόπωση και δυσκολία στη συγκέντρωση.

Ένα άτομο λέμε ότι πάσχει από χρόνια αϋπνία αν αυτή συνεχίζεται για αρκετές εβδομάδες (άνω των τριών). Η χρόνια αϋπνία μπορεί να οδηγήσει σε ψυχιατρικά προβλήματα, όπως κατάθλιψη, ή κατάχρηση αλκοόλ και άλλων ναρκωτικών ουσιών, καθώς και τοξικοεξάρτηση. Οι ενήλικες συνήθως χρειάζονται, κατά μέσο όρο, 7 με 8 ώρες ύπνου τη νύχτα, αλλά μπορεί να είναι περισσότερες ή λιγότερες ανάλογα με το άτομο. Καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν, τείνουν να χρειάζονται λιγότερο ύπνο, αλλά είναι επίσης πιο πιθανό να κοιμάται ελαφρά και για λίγο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τα μωρά περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους κοιμώμενα, ενώ τα παιδιά της σχολικής ηλικίας χρειάζονται κατά μέσο όρο 10 ώρες.

ΑΙΤΙΑ

Οι κοινές αιτίες της αϋπνίας μπορούν να χωριστούν σε διάφορες κατηγορίες.

  1. Αϋπνία μπορεί να προκληθεί από μια υποκείμενη φυσική κατάσταση που προκαλεί πόνο ή δυσφορία. Παραδείγματα αποτελούν το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, αποφρακτική άπνοια του ύπνου, αρθρίτιδα, πονοκέφαλοι, εξάψεις (λόγω της εμμηνόπαυσης), κνησμός (φαγούρα) και η νόσος Πάρκινσον.
  2. Φυσιολογικές διασπάσεις μέσα στο περιβάλλον του ύπνου μπορούν να προκαλέσουν αϋπνία. Παράγοντες όπως ο θόρυβος, το φως, το ροχαλητό ή κινήσεις ενός από τους συντρόφους, jet lag, ή πνευματική ή σωματική δραστηριότητα αμέσως πριν τον ύπνο (όπως αθλητισμός ή ανάγνωση σοβαρών και δύσκολων κειμένων).
  3. Η απώλεια ή η ανησυχία και το άγχος, που προκαλείται από γεγονότα όπως το πένθος, μπορεί να κάνουν τον ύπνο δύσκολο. Άλλα παραδείγματα περιλαμβάνουν προβλήματα σχέσεων, εργασιακά άγχη, ακόμη και ανησυχίες για την αδυναμία επέλευσης του ύπνου.
  4. Υποκείμενα προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως κατάθλιψη, άνοια ή άγχος, μπορεί να είναι μια πηγή της αϋπνίας.
  5. Φαρμακολογικές αιτίες για προβλήματα ύπνου μπορεί να προκαλούνται από τις παρενέργειες των ναρκωτικών. Απόσυρση από ορισμένα φάρμακα, όπως τα υπνωτικά μπορεί να προκαλέσουν εκ νέου αϋπνία – όταν το άτομο σταματήσει να παίρνει αυτά τα φάρμακα, τα προβλήματα με τον ύπνο επανεμφανίζονται. Λαμβάνοντας άλλα φάρμακα μπορεί επίσης να μειώσουν την ποιότητα του ύπνου, όπως για παράδειγμα: το αλκοόλ, τα αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικά της όρεξης, βήτα-αποκλειστές και κορτικοστεροειδή.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Ανάλογα με τον τύπο του προβλήματος ύπνου, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:

  1. άγρυπνοι για μεγάλο χρονικό διάστημα το βράδυ πριν να κοιμηθείτε.
  2. Ξυπνάτε αρκετές φορές στη μέση της νύχτας.
  3. Ξυπνάτε νωρίς το πρωί (και δεν είστε σε θέση να ξανακοιμηθείτε).
  4. Αίσθημα κόπωσης κακοκεφιά και ευερεθιστότητα κατά τη διάρκεια της ημέρας.
  5. Αδυναμία να λειτουργήσετε σωστά κατά τη διάρκεια της ημέρας και ιδιαίτερα δυσκολίες στη συγκέντρωση.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Ο ιατρός θα θέσει ερωτήσεις σχετικά με τις συνήθειες του ύπνου ενός ατόμου, την κατανάλωση αλκοόλ, καφεΐνης και άλλες συγγενείς ουσίες. Επίσης, θα διερευνηθεί η συνύπαρξη άλλων ασθενειών και λήψη φαρμάκων που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αϋπνία. Συχνά, η αιτία μπορεί να προσδιοριστεί μέσω αυτών των απλών ερωτήσεων.
Εάν η αιτία δεν είναι άμεσα εμφανής, ο γιατρός μπορεί να προτείνει να καταγράψετε ένα ημερολόγιο ύπνου.
Σε ορισμένα πανεπιστήμια υπάρχουν εργαστήρια μελέτης των διαταραχών του ύπνου,  Στα εργαστήρια αυτά γίνεται καταγραφή των συνθηκών του ύπνου με ηλεκτρόδια στο κεφάλι του ασθενούς. Μετρούνται επίσης στοιχεία της φυσικής κατάστασης του ανθρώπου όπως με ηλεκτροκαρδιογράφημα και εγκεφαλογράφημα. Συνήθως όλη η εξέταση βιντεοσκοπείται ώστε να ανιχνεύονται και οι κινήσεις του ανθρώπινου σώματος κατά την διάρκεια του ύπνου.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Το πρώτο βήμα της θεραπείας είναι να διαγνώσει τυχόν υποκείμενες αιτίες, ανάλογα με την περίπτωση. Για παράδειγμα, εάν η αϋπνία προκαλείται από κατάθλιψη, αυτή αντιμετωπίζεται με κατάλληλη θεραπεία και η αϋπνία συχνά εξαφανίζεται χωρίς περαιτέρω ιατρική βοήθεια.
Μη φαρμακευτικές θεραπείες είναι συνήθως η προτιμώμενη πρώτη δράση. Αυτές οι θεραπείες μπορεί να περιλαμβάνουν: Συμβουλευτική Γνωστική συμπεριφοριστική θεραπεία (αλλαγή της συμπεριφοράς και στους τρόπους σκέψης). Παραπομπή σε ψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο.
Συμβουλές τρόπου ζωής: Αυτό περιλαμβάνει τον περιορισμό καφεΐνης, νικοτίνης και αλκοόλ. Προτείνονται ελαφρά σωματική άσκηση πριν τον ύπνο και τεχνικές χαλάρωσης.
Διατήρηση σταθερού προγράμματος ύπνου (κατάκλισης).
Η φαρμακευτική αγωγή συστήνεται σε ορισμένες περιπτώσεις, είτε κυρίως επειδή τα συμπτώματα είναι σοβαρά και επιμένουν, ή για την αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων αϋπνιών, ή επειδή οι ​​μη φαρμακευτικές θεραπείες έχουν αποτύχει.
Φάρμακα εκλογής για την αντιμετώπιση της Αϋπνίας είναι οι βενζοδιαζεπίνες και κάποια υπναγωγά. Τα φάρμακα αυτά δίνονται για μικρό χρονικό διάστημα και πάντα κάτω από την ιατρική επίβλεψη. Τα φάρμακα αν και αποτελεσματικά μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα σε μακροχρόνια χορήγηση. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα τα φάρμακα προκαλούν το φαινόμενο ανοχής δηλαδή χρειάζεται μεγαλύτερη ποσότητα φαρμάκων για το ίδιο αποτέλεσμα. Έτσι τελικώς προκαλείται εξάρτηση από αυτά.
Μια μέθοδος αυτοθεραπείας είναι η κατανάλωση αλκοόλ. Συχνά οι άνθρωποι το βράδυ καταναλώνουν ένα ποτήρι η και περισσότερα αλκοόλ. Ισχυρίζονται ότι αυτό τους βοηθάει να χαλαρώσουν. Το αλκοόλ πράγματι βοηθά στη χαλάρωση αλλά ακόμα και μικρές ποσότητες διαταράσσουν την αρχιτεκτονική του ύπνου. Έτσι μπορεί οι άνθρωποι να κοιμούνται αλλά ο ύπνος δεν είναι ποιοτικός. Συμπέρασμα το οινόπνευμα είναι ο χειρότερος τρόπος για να κοιμάστε.

Μερικές απλές συμβουλές:

  1. Διατηρείστε σταθερό ημερήσιο πρόγραμμα.
  2. Το βράδυ το φαγητό να είναι απλό και να μην έχει πολλές θερμίδες. Είναι σημαντικό επίσης να απέχει μερικές ώρες από την κατάκλιση για ύπνο.
  3. Φροντίστε την θερμοκρασία του δωματίου να είναι καλά ανεκτή. Να κάνετε το ίδιο με το φως στο δωμάτιο καθώς επίσης και με τους θορύβους.
  4. Λίγο γάλα πριν από τον ύπνο και ένα χλιαρό ντουζ συνήθως βοηθούν πολύ στην χαλάρωση.
  5. Αν συνηθίζετε να διαβάσετε πριν από τον ύπνο τότε φροντίστε αυτό που διαβάζετε να έχει ελαφριά θεματολογία και να είναι μικρά αυτοτελή άρθρα.
  6. Φυσικά πρέπει να φροντίσετε να μην καταναλώνονται καφές και τσάι πριν από τον ύπνο.
  7. Το σεξ φυσικά επιτρέπεται διότι βοηθάει εκτός των άλλων και στην χαλάρωση.
  8. Αν διαπιστώσετε ότι δεν μπορείτε να κοιμηθείτε αμέσως και στριφογυρίζετε στο κρεβάτι, τότε είναι προτιμότερο να σηκωθείτε για λίγο. Να πάτε μέχρι την κουζίνα ή να βγείτε λίγο στο μπαλκόνι και μετά προσπαθήστε και πάλι να αποκοιμηθείτε.
  9. Μην λαμβάνετε ποτέ φάρμακα για τον ύπνο αν πρώτα δεν έχετε συμβουλευτεί τον γιατρό σας. Φάρμακα που μπορεί να έχουν βοηθήσει κάποιον δεν σημαίνει ότι είναι κατάλληλα και για εσάς.
  10. Επιστρέψτε στον εαυτό σας να κοιμηθεί λίγο παραπάνω κάποιες μέρες που δεν έχετε εργασία για παράδειγμα τα Σαββατοκύριακα.
  11. Αν όλα αυτά αποτύχουν, ίσως είναι καιρός να επισκεφθείτε τον γιατρό σας, ο οποίος θα εξετάσει το πρόβλημά σας και θα σας δώσει τις κατάλληλες οδηγίες η κάποια θεραπεία.

Να θυμάστε ότι ο ύπνος είναι μία πολύ σημαντική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού. Δεν αρκεί μονάχα η ποσότητα αλλά και η ποιότητα του. Ένας καλός ύπνος προδιαθέτει σε μια καλή επόμενη ημέρα. Πολλά προβλήματα που μπορεί να έχετε όταν προσπαθείτε να λειτουργήσετε στην εργασία σας και να κρατήσετε την προσοχή και την συγκέντρωση σας ίσως να οφείλονται σε κακή ποιότητα ύπνου.

Φόβοι και φοβίες στην Παιδική Ηλικία

Φόβοι και φοβίες στην Παιδική Ηλικία

Ο φόβος είναι ένα δυσάρεστο συναίσθημα, που εμφανίζεται ως απάντηση σε μια φαινομενική ή πραγματική απειλή. Η φυσιολογική απόκριση του φόβου εξαφανίζεται όταν η απειλή εξαφανίζεται ή αποσύρεται.
Οι φόβοι είναι πολύ συχνοί και κοινό φαινόμενο στα παιδιά. Περισσότερο από το 90 τοις εκατό των παιδιών έχουν κάποια φοβική εμπειρία σε κάποια περίοδο στην ανάπτυξή τους. Είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα που βοηθά στην ανάπτυξη προσαρμοστικών μηχανισμών για κάποιο πιθανό κίνδυνο.
Ο φόβος στα παιδιά τείνει να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες. Το αντικείμενο του φόβου μπορεί να αλλάζει από χρόνο σε χρόνο, από μήνα σε μήνα, ή ακόμη και εβδομάδα σε εβδομάδα. Πολλοί από αυτούς τους φόβους εξαφανίζονται καθώς το παιδί μεγαλώνει. Η ένταση του φόβου καταλήγει να σχετίζεται με τη μάθηση και την απόκτηση εμπειρίας στο παιδί. Με την αυξανόμενη ωριμότητα και την εμπειρία ένα παιδί είναι σε θέση να καταλάβει ότι τα προηγούμενα φοβογόνα ερεθίσματα δεν είναι τελικά απειλητικά και ότι επίσης έχουν πλέον την ικανότητα να τα αντιμετωπίσουν. Ως αποτέλεσμα, κάτι που φοβάται ένα νεογέννητο δεν θα προκαλέσει την ίδια απάντηση σε παιδί σχολικής ηλικίας.
Η κατανόηση των γονέων των τυπικών για την παιδική ηλικία φόβων, όχι μόνο τους επιτρέπει να συμπάσχουν με το φόβο του παιδιού τους, ανεξάρτητα πόσο παράλογος μπορεί αυτός να φαίνεται, αλλά και τους επιτρέπει να ανταποκρίνονται κατάλληλα.

Ο φόβος στα νεογνά τείνει να είναι κατά κύριο λόγο αντανακλαστικός. Ενστικτωδώς φοβούνται εάν νιώσουν αιφνίδια απώλεια υποστήριξης, υπερβολικά ή μη αναμενόμενά αισθητηριακά ερεθίσματα, ιδιαίτερα δυνατούς θορύβους.
Στους περίπου έξι με εννέα μήνες, τα νήπια φοβούνται τις μάσκες, τα ύψη, και τους αγνώστους.
Το άγχος αποχωρισμού εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία περίπου έξι έως δέκα μηνών και κορυφώνεται μεταξύ 18 και 24 μηνών. Το βρέφος δεν έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει τη σταθερότητα του πλαισίου και μπορεί να πιστεύει ότι αν η μητέρα του απομακρυνθεί, αυτή δεν θα ξαναγυρίσει. Η αναφερόμενη κορύφωση στα 18 έως 24 μήνες είναι πιθανόν να οφείλεται στο γεγονός ότι πολλά παιδιά εισέρχονται σε παιδικούς σταθμούς ημερήσιας φροντίδας ή προσχολικής ηλικίας. Φυσικά, η κορύφωση μπορεί να συμβεί νωρίτερα σε ένα παιδί που ξεκίνησε τον παιδικό σταθμό πρώιμα. Συνήθως όταν αρχίζει εκπαίδευση της τουαλέτας, ο φόβος της τουαλέτας γίνεται ένας κοινός φόβος.
Ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να φοβάται τα ατυχήματα λόγω υπερβολικής γονικής αντίδρασης. Σε ηλικία δύο ετών, όταν τα παιδιά να αρχίσουν να κατανοούν τις σχέσεις αιτίας και αποτελέσματος και την αίσθηση έλλειψης ελέγχου τους στον κόσμο, αρχίζει άλλης μορφής παραγωγή φοβογόνων ερεθισμάτων. Άλλοι κοινοί φόβοι για τα δίχρονα είναι τα ακουστικά ερεθίσματα (βροντή, τρένα), οι γιατροί, μεγάλα αντικείμενα που πλησιάζουν, και τα φανταστικά πλάσματα.
Μεταξύ των ηλικιών δύο και τριών, τα παιδιά αρχίζουν να ασχολούνται με το φανταστικό παιχνίδι και συχνά φοβούνται τις φανταστικές καταστάσεις ή τα πλάσματα που τα ίδια κατασκευάζουν. Ως αποτέλεσμα, αυτά τα μικρά παιδιά μπορούν να έχουν μια αυξημένη αντίδραση φόβου, ακόμη και σε γνωστές καταστάσεις ή καταστάσεις που δεν είχαν ποτέ πρόβλημα.
Η φαντασία των παιδιών γίνεται εξαιρετικά πλούσια σε ηλικίες τρία και τέσσερα. Τυπικά οι φόβοι αφορούν το σκοτάδι, θορύβους, μάσκες, τέρατα τηλεόρασης, τα ζώα, να είναι μόνα και τους διαρρήκτες. Τα παιδιά σε αυτήν την ηλικία έχουν δυσκολία στην διάκριση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Μπορούν πραγματικά να πιστεύουν ότι τα τέρατα στην τηλεόραση είναι αληθινά και θέλουν να τα βλάψουν. Οι φόβοι συχνά συνδέονται με τις Απόκριες. Τα μικρά παιδιά έχουν την τάση να φοβούνται πολύ το σκοτάδι και μπορεί εύκολα να αποπροσανατολιστούν αν ξυπνήσουν την νύκτα. Κάθε ήχος ή η σκιά μπορεί να παρερμηνευθεί. Ένας επιπλέον φόβος στην ηλικία των τεσσάρων είναι η ανησυχία απώλειας των γονέων. Ο φόβος αυτός, καθώς και ο φόβος του σκοταδιού, είναι επίσης κοινός στην ηλικία των πέντε ετών.
Οι φόβοι των περισσότερων πεντάχρονων τείνουν να είναι πολύ συγκεκριμένοι. Τυπικοί φόβοι σε αυτήν την ηλικία είναι ο φόβος του τραυματισμού, ο φόβος του να χαθούν, ο φόβος των σκύλων, βροντές – κεραυνοί, και να χάσει τους γονείς του.
Συνήθεις φόβοι των έξι και επτά ετών είναι τα φαντάσματα, οι μάγισσες, οι φυσικές καταστροφές, τα άγρια ζώα. Στα παιδιά αυτής της ηλικίας σε αυτό το αναπτυξιακό επίπεδο, η αίσθηση της πραγματικότητας είναι σαφέστερη, αλλά εξακολουθούν να έχουν μια ζωηρή φαντασία. Τα «τέρατα» δεν είναι πλέον αντιληπτά ως ελεύθερα στον χώρο τους σε αυτή την ηλικία, αλλά μάλλον κρύβονται στη σοφίτα, στην ντουλάπα, κάτω από το κρεβάτι ή στο υπόγειο.
Πολλά παιδιά είναι σε θέση να επιλύσουν τους φόβους τους από την ηλικία των επτά, λόγω βελτίωσης των γνωστικών και προσαρμοστικών ικανοτήτων τους. Οι περισσότεροι φόβοι μετά την ηλικία των επτά ετών σχετίζονται με το σχολείο, με σωματική βλάβη, φυσικά φαινόμενα και το άγχος των επιδόσεων.

Η αντιμετώπιση των παιδικών φόβων
Προκειμένου να διευκολύνουν την ομαλή υποχώρηση των φυσιολογικών φόβων της προσχολικής και σχολικής ηλικίας, οι γονείς και οι παιδαγωγοί πρέπει να έχουν υπόψη τους ή να κάνουν τα εξής:
• Να μη μεταδίδουν στο παιδί τους δικούς τους φόβους.
• Να μην πανικοβάλλονται και μεγαλοποιούν τους φόβους του παιδιού δίνοντας υπερβολική προσοχή στην παραμικρή εκδήλωση φόβου
• Να μην ειρωνεύονται τους φόβους του παιδιού, οι οποίοι μπορεί να μοιάζουν παράλογοι ή και αστείοι στα μάτια τους αλλά να είναι πρόθυμοι να ακούσουν το παιδί και να του συμπαρασταθούν με κατανόηση και ψυχραιμία.
• Να μην εξαναγκάζουν βίαια και χωρίς καμιά προετοιμασία το παιδί να πλησιάζει το αντικείμενο του φόβου του.
• Να διερευνούν την πιθανή πηγή του φόβου προκειμένου να παράσχουν στο παιδί τις απαραίτητες λογικές εξηγήσεις και έμπρακτες αποδείξεις ως προς την απουσία πραγματικού κινδύνου.
• Να μη φοβίζουν σκόπιμα το παιδί λέγοντάς του ότι «αν δεν είναι καλό παιδί θα το πάρει ο «μπαμπούλας» ή η «αστυνομία». Αν οι ενήλικες προσπαθούν να ελέγξουν τη συμπεριφορά των παιδιών με τη χρήση του φόβου, δεν θα πρέπει στη συνέχεια να απορούν γιατί τα παιδιά φοβούνται!
• Να χρησιμοποιήσουν εικονογραφημένα παιδικά βιβλία με παιδιά που φοβούνται αλλά τελικά ξεπερνάνε τους φόβους τους, τα οποία κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία. Το παιδί μπορεί να ταυτιστεί με τον ήρωα του βιβλίου και να ξεπεράσει ευκολότερα το φόβο του.
• Γενικά, έργο των ενηλίκων είναι να ενθαρρύνουν με κάθε τρόπο τα παιδιά ώστε να αναπτύξουν πρωτοβουλίες, αυτοπεποίθηση, θάρρος, αυτάρκεια και αυτονομία. Η υπερπροστατευτική συμπεριφορά των ενηλίκων διευκολύνει την εκδήλωση φόβων από την πλευρά του παιδιού. Θαρραλέος είναι όποιος νοιώθει ότι μπορεί να ασκήσει έλεγχο σε αυτά που του συμβαίνουν και ένα παιδί στο οποίο οι ενήλικες μεταδίδουν μηνύματα ανικανότητας, είναι λογικό να αισθάνεται αδύναμο και να φοβάται ευκολότερα.
Επομένως, οι ενήλικες πρέπει να ανησυχήσουν και να απευθυνθούν το συντομότερο σε κάποιον παιδοψυχολόγο αν υπάρχουν υποψίες ότι οι αντιδράσεις του παιδιού αποτελούν ενδείξεις φοβίας, δηλαδή αν:
• είναι υπερβολικές και επίμονες
• παρουσιάζουν μεγάλη διάρκεια και αντοχή στο χρόνο
• είναι δυσανάλογα έντονες σε σχέση με το ερέθισμα ή την κατάσταση που τις προκάλεσε
• συνοδεύονται από σωματικά ενοχλήματα
• φαίνεται να αποδιοργανώνουν το παιδί
• εμποδίζουν τη συμμετοχή του σε καθημερινές δραστηριότητες
Η έγκαιρη αντιμετώπιση των φοβιών είναι απαραίτητη διότι οι φοβίες, σε αντίθεση με τους φυσιολογικούς φόβους της προσχολικής ηλικίας, μπορεί να έχουν δυσμενείς συνέπειες τόσο στην καθημερινή λειτουργικότητα όσο και στη συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού.