Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού στα Παιδιά

Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού στα Παιδιά

Το άγχος αποχωρισμού είναι ένα φυσιολογικό στάδιο της ανάπτυξης κάθε παιδιού. Με την κατανόηση αυτού και κάποιες στρατηγικές αντιμετώπισης, το άγχος αποχωρισμού μπορεί να ανακουφιστεί και να εξαφανιστεί, καθώς το παιδί σας μεγαλώνει. Ωστόσο, εάν το άγχος είναι έκδηλα ανυπόφορο στα παιδιά και δεν υποχωρεί, το παιδί σας μπορεί να έχει αγχώδη διαταραχή αποχωρισμού. Αυτή η κατάσταση μπορεί να απαιτήσει  θεραπεία, αλλά υπάρχουν και πολλά που ως γονέας μπορείτε να κάνετε για να βοηθήσετε την κατάσταση.

Άγχος αποχωρισμού στα παιδιά: τι είναι φυσιολογικό και τι όχι

Το Άγχος Αποχωρισμού μπορεί να ξεκινήσει πριν από τα πρώτα γενέθλια ενός παιδιού, και μπορεί να διαρκέσει υπό φυσιολογικές συνθήκες μέχρι το παιδί να γίνει τεσσάρων ετών, αλλά τόσο η ένταση όσο και οι προσβολές του άγχους αποχωρισμού διαφέρουν σημαντικά από παιδί σε παιδί. Μια μικρή ανησυχία και ένταση όταν απομακρύνεται η μαμά ή ο μπαμπάς είναι φυσιολογικές, ακόμα και όταν το παιδί σας είναι μεγαλύτερο. Μπορείτε να μειώσετε το άγχος αποχωρισμού του παιδιού σας κρατώντας σταθερά τα όρια, αλλά και διατηρώντας συνέπεια στα λόγια και στις πράξεις σας (για παράδειγμα: «φεύγω γιατί έχω δουλειά, αλλά θα γυρίσω σε τρεις ώρες ή το μεσημέρι μετά το φαγητό σου ή όταν θα αρχίσει να νυκτώνει» κλπ. κλπ).
Σε κάποια παιδιά, όμως, η εμπειρία του άγχους αποχωρισμού είναι συνεχής, ακόμη και με τις καλύτερες προσπάθειες ενός γονέα. Αυτά τα παιδιά βιώνουν τη συνέχιση ή την επανάληψη του έντονου άγχους αποχωρισμού κατά τη διάρκεια του δημοτικού σχολείου και ίσως και πέραν αυτού. Αν το άγχος αποχωρισμού είναι υπερβολικό ώστε να παρεμβαίνει στις καθημερινές δραστηριότητες όπως στο σχολείο και στις φιλίες και διαρκεί για μήνες αντί για ημέρες, μπορεί να είναι ένα ενδεικτικό σημείο ενός μεγαλύτερου προβλήματος: Άγχος Αποχωρισμού κατά την Παιδική Ηλικία.

Μείωση του φυσιολογικού άγχους αποχωρισμού στα παιδιά
Για τα παιδιά με φυσιολογικό άγχος αποχωρισμού, υπάρχουν βήματα που μπορείτε να ακολουθήσετε για να διευκολύνετε και να ανακουφίσετε την διαδικασία του άγχους αποχωρισμού.

  1. Πρακτικές απομάκρυνσης από το παιδί. Αφήστε το παιδί σας με ένα φροντιστή για σύντομο χρονικό διάστημα. Να επαναλαμβάνετε συχνά την διαδικασία
  2. Προγραμματίστε απομάκρυνση μετά τα γεύματα του παιδιού ή κατά το ξύπνημα τους από τον ύπνο. Τα μωρά είναι πιο επιρρεπή στο άγχος αποχωρισμού ιδίως όταν είναι κουρασμένα ή πεινασμένα.
  3. Ανάπτυξη ενός τελετουργικού απομάκρυνσης. Μικρές τελετουργίες που μοιάζουν με παιγνίδι, διευκολύνουν πολύ τον αποχωρισμό.
  4. Κρατήστε κάποια χαρακτηριστικά από το γνώριμο περιβάλλον όταν υπάρχει αλλαγή περιβάλλοντος. Για παράδειγμα καλύτερα οι φροντιστές να έρχονται στο σπίτι σας. Αν αυτό δεν είναι εφικτό (π.χ. παιδικός σταθμός), τότε επιτρέψτε στο παιδί να κουβαλήσει κάποια αγαπημένα του αντικείμενα ή παιγνίδια
  5. Σταθερότητα στην επιλογή του φροντιστή. Αν προσλάβετε κάποιον φροντιστή, φροντίστε να διατηρήσετε αυτήν την επαγγελματική σχέση σταθερή, όταν αυτό είναι εφικτό.
  6. Αποφύγετε τις υπερβολικές εκδηλώσεις όταν φεύγετε από το σπίτι. Δώστε σαφές μήνυμα στο παιδί σας πότε θα επιστρέψετε, με τρόπο που να είναι κατανοητός στο παιδί και φροντίστε να είστε ιδιαίτερα συνεπής
  7. Προσοχή στην τηλεόραση. Εκπομπές και παιδικές σειρές που πιθανά τρομάζουν το παιδί, πρέπει να αποφεύγονται σε όλες τις καταστάσεις, αλλά ιδιαίτερα κατά την απουσία σας.

Τα συμπτώματα της διαταραχής άγχους αποχωρισμού σε παιδιά

Το Άγχος Αποχωρισμού κατά την παιδική ηλικία ένα σοβαρό συναισθηματικό πρόβλημα που χαρακτηρίζεται από έντονη δυσφορία όταν ένα παιδί είναι μακριά από τον γονέα του. 
Οι κύριες διαφορές μεταξύ των φυσιολογικού άγχους αποχωρισμού και του παθολογικού είναι η ένταση των φόβων του παιδιού σας, που το κρατούν μακριά από τις αγαπημένες ή συνηθισμένες δραστηριότητες.

 

 Τα συνήθη συμπτώματα της διαταραχής άγχους αποχωρισμού: ανησυχίες και φόβοι
Τα παιδιά με διαταραχή άγχους αποχωρισμού αισθάνονται συνεχώς ανήσυχα ή φοβισμένα. Πολλά παιδιά κατακλύζονται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

  1. Ο φόβος ότι κάτι τρομερό θα συμβεί σε ένα αγαπημένο πρόσωπο. Από τις πιο συχνές ανησυχίες. Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί συνεχώς να φοβάται ότι ο γονέας κατά την απουσία του, θα τραυματιστεί βαριά ή θα πεθάνει.
  2. Ανησυχία ότι ένα απρόβλεπτο γεγονός θα οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια. Π.χ. φαντάζονται απαγωγή του ή ακόμα και μόνιμη εγκατάλειψη της οικογένειας.
  3. Εφιάλτες σχετικά με τον αποχωρισμό. Κάποια παιδιά συχνά ονειρεύονται τα άγχη και τις αγωνίες τους σχετικά με τον αποχωρισμό.

Τα συνήθη συμπτώματα της διαταραχής του άγχους αποχωρισμού στα παιδιά: αρνήσεις και «ασθένειες»

  1. Αρνούνται να πάνε στο σχολείο. Ένα παιδί με διαταραχή άγχους αποχωρισμού μπορεί να έχει ένα παράλογο φόβο για το σχολείο, και θα κάνει σχεδόν τα πάντα για να μείνει στο σπίτι.
  2. Απροθυμία να πάει για ύπνο. Λόγω του φόβου για επαναλαμβανόμενα όνειρα που έχουν να κάνουν με το Άγχος Αποχωρισμού, τα παιδιά αρνούνται να πάνε για ύπνο ή υποφέρουν από αϋπνίες.
  3. Σωματικά ισοδύναμα Άγχους. Κατά τη στιγμή του χωρισμού, ή πριν, τα παιδιά παραπονούνται συχνά ότι νιώθουν άρρωστα.
  4. Προσκόλληση στο γονέα. Παιδιά με προβλήματα άγχους αποχωρισμού μπορεί να είναι έντονα προσκολλημένα στον γονέα που φεύγει, για παράδειγμα γαντζώνονται επάνω του και δεν ξεκολλούν.

Κοινές αιτίες της διαταραχής άγχους αποχωρισμού σε παιδιά

  1. Αλλαγή στο περιβάλλον. Νέες συνθήκες όπως μετακόμιση σε άλλο σπίτι, αλλαγή φροντιστή, έλευση νέου παιδιού στην οικογένεια κλπ, μπορεί να επιδεινώσουν το Άγχος Αποχωρισμού.
  2. Στρες. Στρεσογόνες καταστάσεις όπως η αλλαγή σχολείου, ή απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, συμπεριλαμβανομένων και των κατοικίδιων ζώων, μπορεί να προκαλέσει αγχώδεις εκδηλώσεις και αναζωπύρωση της Διαταραχής.
  3. Υπέρ-προστατευτικός γονέας. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι υπερπροστατευτικοί γονείς και ως εκ τούτου αγχώδεις σχετικά με τα παιδιά τους, μπορούν να μεταφέρουν τα άγχη τους στα παιδιά τους.

Άγχος Αποχωρισμού ή τραύμα;
Αν σας φαίνεται ότι η  διαταραχή άγχους αποχωρισμού του παιδιού σας προκλήθηκε εν μία νυκτί, η αιτία μπορεί να είναι κάτι που σχετίζεται με μια τραυματική εμπειρία και όχι το άγχος αποχωρισμού. Παρά το γεγονός ότι οι δύο αυτές καταστάσεις μπορούν να έχουν τα ίδια συμπτώματα, η αντιμετώπιση τους είναι διαφορετική.

Βοηθώντας τα παιδιά με διαταραχή άγχους αποχωρισμού

Μπορείτε να βοηθήσετε το παιδί σας αποτελεσματικά, ώστε να μειωθεί κατακόρυφα το Άγχος Αποχωρισμού.

Συμβουλές για την αντιμετώπιση του άγχους αποχωρισμού σε παιδιά
Οι παρακάτω συμβουλές μπορεί να σας βοηθήσουν να δημιουργήσετε ένα σταθερό και υποστηρικτικό περιβάλλον για το παιδί σας.

  1. Εκπαιδεύστε τον εαυτό σας σχετικά με διαταραχή άγχους αποχωρισμού. Εάν μπορείτε να πληροφορηθείτε για το πώς το παιδί σας βιώνει αυτή τη διαταραχή, μπορείτε πιο εύκολα να καταλάβετε με τι τρόπο θα το βοηθήσετε.
  2. Ακούστε και σεβαστείτε τα συναισθήματα του παιδιού σας. Για ένα παιδί που μπορεί ήδη να απομονώνεται εξαιτίας της διαταραχής του, η γνώση ότι κάποιοι το ακούν πολύ σοβαρά, δρα από μόνη της θεραπευτικά.
  3. Συζήτηση για το θέμα. Είναι επιβεβλημένο να ενθαρρύνετε το παιδί σας να μιλήσει με τα δικά του λόγια για το πρόβλημα του.
  4. Προβλέψτε τις δυσκολίες που θα προκύψουν στο παιδί σας κατά τον αποχωρισμό. Η κατάσταση αυτή απαντάται συχνά, άρα καλό θα είναι να μην σας πιάσει απροετοίμαστους/ες. Καλό θα ήταν επίσης την κατάσταση να διαχειριστεί ο γονέας με τον/την οποίο/α το παιδί έχει καλύτερη ή πιο στενή σχέση.

Συμβουλές για να βοηθήσετε τα παιδιά με άγχος αποχωρισμού να αισθάνονται ασφαλή

  1. Να ανακοινώνετε στο παιδί σας το ημερήσιο πρόγραμμα της απουσίας σας. Μην υποτιμάτε τη σημασία της προβλεψιμότητας για τα παιδιά με προβλήματα άγχους αποχωρισμού. Εάν το πρόγραμμά της οικογένειάς σας πρόκειται να αλλάξει, να το συζητήσετε από πριν με το παιδί σας.
  2. Καθορισμένα όρια. Κοινοποιήστε στο παιδία σας ότι, αν και καταλαβαίνετε τα συναισθήματά του, υπάρχουν κανόνες στο σπίτι σας που πρέπει να ακολουθούνται από όλους.
  3. Προσφέρετε επιλογές. Συζητήστε με το παιδί σας εναλλακτικές που θα το κάνουν να αισθάνεται καλύτερα κατά την απουσία σας.
  4. Διατηρείτε την ηρεμία κατά τη διάρκεια του αποχωρισμού. Έχει μεγάλη σημασία να διατηρείτε την ψυχραιμία σας, όποια και να είναι η αντίδραση του παιδιού σας όταν απομακρύνεστε από αυτό.
  5. Έπαινος για τις προσπάθειες του παιδιού σας. Επιβραβεύστε το παιδί σας για κάθε του προσωπική προσπάθεια να αντιμετωπίσει τα άγχη του με επιτυχία.

Μείωση άγχους αποχωρισμού σε παιδιά: Συμβουλές για το σχολείο

Προσπάθειες αποφυγής του σχολείου.

Προσπαθήστε να μην ενδώσετε στις απόπειρες του παιδιού σας να μην πάει σχολείο. Οι προσπάθειες πρέπει να χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, επιμονή και υπομονή

Αργοπορία, καθυστερημένη άφιξη.

Εάν το σχολείο το επιτρέπει, μπορεί να χρειαστεί τις πρώτες μόνο μέρες της έναρξης των μαθημάτων, να υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση στην προσέλευση. Αυτό το ημίμετρο πρέπει να έχει πολύ καθορισμένη, βραχεία διάρκεια, σε συνεννόηση με τους δασκάλους.

Προσδιορίστε ένα ασφαλές μέρος.

Βρείτε ένα μέρος στο σχολείο όπου το παιδί σας μπορεί να πάει για να μειώσει το άγχος κατά τη διάρκεια στρεσογόνες περιόδους. Ανάπτυξη των κατευθυντηρίων γραμμών για την ορθή χρήση των ασφαλές μέρος.

Διατηρήστε επαφή του παιδιού με το σπίτι και μαζί σας.

Ένα σύντομο τηλεφώνημα με την οικογένεια μπορεί να μειώσει το άγχος αποχωρισμού.

Δώστε του σημειώματα με γραπτά μηνύματα ή ζωγραφιές δικές σας.

Ένα μήνυμα ή μια ζωγραφιά από το χέρι σας, που το παιδί θα έχει εύκολη πρόσβαση (π.χ. στο τετράδιο του), μπορεί να το καθησυχάσει σε περιόδους μεγάλης έντασης.

Παροχή βοήθειας στο παιδί κατά τη διάρκεια της αλληλεπίδρασης του με τους συνομηλίκους του.

Η βοήθεια του δασκάλου ή του σχολικού συμβούλου, είναι απαραίτητη σε περιόδους έντασης και άγχους, που εκδηλώνεται στο σχολείο και μπορεί να εκφράζεται στο παιδί με δυσκολίες επικοινωνίας με τους συνομιλήκους του.

Επιβραβεύστε τις προσπάθειες του παιδιού.

Ακριβώς όπως στο σπίτι, σε κάθε καλή προσπάθεια ή ακόμα και μικρό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αξίζει να επαινεθεί.

Η θεραπεία για τη διαταραχή του άγχους αποχωρισμού στα παιδιά

Αν τελικώς κάποια από τα ανωτέρω δεν βοηθήσουν το παιδί σας να αντιμετωπίσει τα άγχη του, καλό θα ήταν να απευθυνθείτε σε ειδικό παιδοψυχικής υγείας. Η επαγγελματική θεραπεία για τη διαταραχή άγχους αποχωρισμού μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Ψυχοθεραπεία του παιδιού.
  • Παιγνιοθεραπεία.
  • Συμβουλευτική για την οικογένεια.
  • Συμβουλευτική στο σχολείο.
  • Φαρμακευτική αγωγή. Σε ιδιαίτερα σπάνιες περιπτώσεις και πάντα σε συνδυασμό με κάποιες ή όλες τις παραπάνω παρεμβάσεις.
Κατάθλιψη μετά από Έμφραγμα του Μυοκαρδίου

Κατάθλιψη μετά από Έμφραγμα του Μυοκαρδίου

Σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα  αντιμετωπίζουν οι ασθενείς με  καρδιακές παθήσεις. Συνήθως όσοι γλιτώσουν από ένα έμφραγμα ξεχνούν ότι  σώθηκαν και  διακατέχονται μόνιμα  από έντονο άγχος και στρες για την επιβίωση τους. Δεν υπακούν τις οδηγίες των θεραπόντων ιατρών τους και αισθάνονται κοινωνικά απομονωμένοι.

Το Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου (ΟΕΜ), είναι μια οξεία και επικίνδυνη για την ζωή κατάσταση, που εμφανίζεται με συχνότητα από 2/1000 (γυναίκες) έως 6/1000 (άνδρες). Στην εκδήλωση του συμμετέχουν πολλοί παράγοντες, τόσο προδιαθεσικοί, όσο και περιβαλλοντολογικοί (τρόπος ζωής, διατροφή, άγχος, κάπνισμα κλπ. κλπ). Συχνά, την εκδήλωση του ΟΕΜ ακολουθεί και η εμφάνιση κατάθλιψης, σε διαφορετικό βαθμό και ένταση μεταξύ των ασθενών. Η κατάθλιψη που συνοδεύει το ΟΕΜ, συχνά δεν διαγιγνώσκεται, ή υποτιμάται, παρόλο που η αναγνώριση της και η αντιμετώπιση της είναι κομβικής σημασίας για τους ασθενείς.
Σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα η Μετεμφραγματική Κατάθλιψη αποτελεί σχετικά συχνό εύρημα και υπολογίζεται σε 15-30% σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε Μονάδες Εμφραγμάτων 48-72 ώρες μετά από Οξύ Έμφραγμα Μυοκαρδίου.
Για την αντιμετώπιση του εμφράγματος απαιτείται:
1) Στενή συνεργασία Καρδιολόγου και Ψυχιάτρου
2) Αντικαταθλιπτική αγωγή, και
3) Θρομβόλυση.
Τέλος, σημαντική είναι η συμβολή της Διασυνδετικής-Ψυχιατρικής στη διάγνωση και θεραπεία της Μετεμφραγματικής Κατάθλιψης στο Γενικό Νοσοκομείο.
Οι ασθενείς με καρδιακές παθήσεις και ιδιαίτερα όσοι πάσχουν από στηθάγχη και έμφραγμα μυοκαρδίου εμφανίζουν συχνά έντονο άγχος ως αντίδραση στο καρδιολογικό πρόβλημα, τον πόνο και τον φόβο του θανάτου. Το άγχος εμφανίζεται αμέσως μετά το έμφραγμα σε νοσηλευόμενους ασθενείς, κορυφώνεται τη δεύτερη ημέρα και συνήθως υποχωρεί μετά τις πρώτες ημέρες. Μερικοί όμως ασθενείς εξακολουθούν να παρουσιάζουν έντονο και επίμονο άγχος, αρκετό διάστημα μετά το συμβάν. Στους νοσηλευόμενους για έμφραγμα στο Γενικό Νοσοκομείο ανευρίσκεται μείζων κατάθλιψη σε ποσοστό 15-30%, ενώ 65% παρουσιάζουν ελάσσονα κατάθλιψη σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα.
Η Μετεμφραγματική Κατάθλιψη αποτελεί ιδιαίτερη ψυχοπαθολογική οντότητα στο Γενικό Νοσοκομείο και παρατηρείται σε ποσοστό 15-30% σε ασθενείς που νοσηλεύονται στις Μονάδες Εμφραγμάτων 48-72 ώρες μετά από Οξύ Έμφραγμα του Μυοκαρδίου. Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίζει σε καθημερινή βάση ο Ψυχίατρος του Γενικού Νοσοκομείου στις Μονάδες Εμφραγμάτων και στην Καρδιολογική Κλινική στα πλαίσια άσκησης της Διασυνδετικής Συμβουλευτικής Ψυχιατρικής. Για την επίλυσή τους και την καλύτερη αντιμετώπιση του ασθενούς είναι απαραίτητο ο Ψυχίατρος να έχει καλό επίπεδο γνώσεων Εσωτερικής Παθολογίας και Καρδιολογίας, και ο Καρδιολόγος με τον οποίο θα συνεργαστεί να έχει ευαισθητοποιηθεί στα ψυχιατρικά προβλήματα και να έχει γνώσεις Ψυχιατρικής.
Σε μια μελέτη που έγινε σε νοσηλευόμενους με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου στην Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Νίκαιας Πειραιά, η κατάθλιψη ήταν η συχνότερη ψυχική διαταραχή και ανιχνεύθηκε σε ποσοστό 24%. Η συχνότητα της μείζονος κατάθλιψης ήταν 5,4%, ενώ συνολικά και σε συνοσηρότητα με άλλη ψυχική διαταραχή ανήλθε σε 17,7%, δηλαδή 1 στους 5 εμφραγματίες έπασχε από μείζονα κατάθλιψη.
Απαιτείται λοιπόν, μετά την εκδήλωση ΟΕΜ η στενή συνεργασία Καρδιολόγου και Ψυχιάτρου και η έναρξη αντικαταθλιπτικής αγωγής ταυτόχρονα με τα καρδιολογικά φάρμακα και τη θρομβόλυση, διότι αυτό συντελεί στη μείωση των επιπλοκών του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, οι οποίες είναι συχνότερες στους καταθλιπτικούς ασθενείς. Ως πλέον ασφαλή αντικαταθλιπτικά φάρμακα για τη μετεμφραγματική κατάθλιψη θεωρούνται οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs).
Η αντιαιμοπεταλιακή δράση των SSRIs που πάντως δεν φαίνεται να συσχετίζεται με την ανταπόκριση των καρδιολογικών ασθενών που εμφανίζουν κατάθλιψη, αποτελεί μια επιπλέον θεραπευτική δράση, την οποία πιθανά δεν διαθέτουν τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Η μεταβολή στην ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων αποτελεί ενδεχομένως βασικό παθοφυσιολογικό μηχανισμό των αιφνιδίων θανάτων σε καρδιολογικούς ασθενείς με κατάθλιψη, που φαίνεται να αποκαθίσταται με τη χορήγηση των SSRIs.
Μια σοβαρή παρενέργεια των δύο αυτών υποκατηγοριών των αντικαταθλιπτικών και ίσως των SSRIs είναι η αιμορραγική διάθεση του ασθενούς λόγω της παράτασης του χρόνου προθρομβίνης που προκαλούν όταν συγχορηγούνται με αντιπηκτική αγωγή ή θρομβόλυση. Η ανάγκη συγχορήγησης απαιτεί συχνότερο έλεγχο της πηκτικότητας του αίματος και καλή συνεργασία με τον θεράποντα Καρδιολόγο για ενδεχόμενη τροποποίηση της αντιπηκτικής αγωγής του ασθενούς, δεδομένου ότι η μετεμφραγματική κατάθλιψη δυσχεραίνει σοβαρά την ανάρρωση του ασθενούς μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Επίσης, είναι δυνατόν η διάγνωση της Μετεμφραγματικής Κατάθλιψης να υποκαθίσταται από άλλες διαγνώσεις, όπως μετατραυματική διαταραχή άγχους, χρόνιος αλκοολισμός κ.α.
Η σχέση Κατάθλιψης και ισχαιμικής καρδιοπάθειας.
Η κατάθλιψη προκαλεί διέγερση με υπερλειτουργία του άξονα υποθαλάμου-επινεφριδίων, με αποτέλεσμα αύξηση των κορτικοστεροειδών και των κατεχολαμινών. Τα αυξημένα καρτικοστεροειδή ευοδώνουν την αθηροσκληρωτική διαδικασία που οδηγεί σε στένωση των στεφανιαίων αρτηριών από αύξηση της χοληστερόλης και των ελεύθερων λιπαρών οξέων στο αίμα. Η αύξηση των κατεχολαμινών μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αρτηριακής πίεσης καθώς και ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων με σχηματισμό θρόμβου πάνω στις αθηρωματικές πλάκες και μεγαλύτερη στένωση της αρτηρίας. Ο θρόμβος μπορεί να σχηματισθεί και να μεγαλώσει σε μικρό χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα το οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου. Η υπόθεση ότι η κατάθλιψη προκαλεί αυξημένη δραστηριότητα των αιμοπεταλίων του αίματος είναι βασική στη σχέση μεταξύ κατάθλιψης και θανάτου μετά από ισχαιμική καρδιοπάθεια.
Οι ασθενείς με κατάθλιψη εμφανίζουν αυξημένο δείκτη φλεγμονής και ενεργοποίησης των αιμοπεταλίων ή ελάττωση της μεταβλητότητας της καρδιακής συχνότητας. Δυστυχώς η κατάθλιψη –μπροστά στο καρδιαγγειακό πρόβλημα -υποδιαγιγνώσκεται και υποθεραπεύεται. Η εικόνα του ανθρώπου που φτάνει στο καρδιολογικό ιατρείο με συμπτώματα κατάθλιψης είναι συνήθως η ακόλουθη:
Έχει μειωμένα κίνητρα για συμπεριφορές υγείας: καπνίζει ή/και δεν κάνει σωματική άσκηση.
Η διατροφή του δεν είναι η ενδεδειγμένη.
Αισθάνεται κοινωνικά απομονωμένος.
Έχει χρόνιο άγχος για την επιβίωσή του.
Έχει χαμηλή αντίληψη συναισθηματικής υποστήριξης από τους οικείους του.
Έχει δυσλειτουργικούς μηχανισμούς άμυνας στο πρόβλημα της υγείας του (π.χ. άρνηση   αποδοχής της κατάστασης της υγείας του).
Δεν συμμορφώνεται στις οδηγίες του γιατρού.
Πάσχει από ανορεξία, απώλεια βάρους, προβλήματα ύπνου και μειωμένη ενέργεια.
Μπορεί να εμφανίζει συμπτώματα διαταραχής πανικού ή άγχους.
Η επίδραση της κατάθλιψης στον κίνδυνο θανάτου μετά από ισχαιμική καρδιοπάθεια πρέπει υποθετικά να εξετάζεται υπό το φως της υπερβολικής έντασης στην οποία εκτίθεται το σώμα λόγω του στρες. Το να πάσχει κανείς ταυτόχρονα από καρδιοπάθεια και κατάθλιψη πρέπει να είναι μια από τις πιο έντονες από απόψεως στρες καταστάσεις στις οποίες μπορεί να βρεθεί ένα άτομο.
Σωματόμορφη Διαταραχή Πόνου

Σωματόμορφη Διαταραχή Πόνου

Στη σωματόμορφη διαταραχή πόνου η προεξάρχουσα διαταραχή είναι έντονος παρατεταμένος πόνος, για τον οποίο δεν υπάρχει οργανική εξήγηση.
Οι  ασθενείς  αυτής  της  κατηγορίας  δεν συνιστούν  μια ομοιόμορφη ή εσωτερικά συνεκτική ομάδα αλλά  αντίθετα, είναι μία συλλογή από ετερογενείς υποομάδες πόνου,  όπως  οσφυαλγία, κεφαλαλγία, άτυπα άλγη του προσώπου και χρόνια πυελικά άλγη. Ο πόνος του ασθενούς  μπορεί  να είναι  μετατραυματικός, νευροπαθολογικός,   νευρολογικός, ιατρογενής ή μυοσκελετικός. Μερικοί  ασθενείς  είναι  δυνατόν  να έχουν άλλες μείζονες ψυχιατρικές διαταραχές, ενώ άλλοι μπορεί να μην έχουν καμία.
Υποτίθεται πως οι αιτίες του σωματόμοφου πόνου είναι ψυχολογικές. αν και μπορεί να μην υπάρχει άμεση εμφανής απόδειξη σε κάθε περίπτωση. To DSM-III-R απαιτεί την ύπαρξη 6 μηνών ενασχόλησης με τον πόνο και ότι επίσης είτε δεν υπάρχει οργανική παθολογία που να δικαιολογεί τον πόνο ή ο πόνος υπερβαίνει εμφανώς την οποιαδήποτε αποδείξιμη παρούσα παθολογία.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΣΩΜΑΤΟΜΟΡΦΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΣ ΠΟΝΟΥ .
Α.   Ενασχόληση με τον πόνο για τουλάχιστον έξι μήνες.
Β.   Είτε το (1) είτε το (2):
1.       Κατάλληλη έρευνα δεν αποκαλύπτει  οργανική  παθολογία ή παραφυσιολογικό μηχανισμό (π.χ μία σωματική διαταραχή ή τα αποτελέσματα τραυματισμού)   που να δικαιολογεί τον πόνο.
2.       Όταν υπάρχει σχετιζόμενη οργανική παθολογία, το ενόχλημα του πόνου ή η  προκύπτουσα κοινωνική ή επαγγελματική έκπτωση είναι  υπερβολική σε σχέση με ό,τι  θα αναμενόταν απ’ τα φυσικά ευρήματα.

Επιδημιολογία
Το σύμπτωμα του πόνου είναι ίσως το συχνότερο ενόχλημα στην ιατρική πρακτική. Τα δυσίατα σύνδρομα πόνου είναι επίσης συνήθη. Το 1980 στις ΗΠΑ δόθηκαν πάνω από 10 δις δολλάρια για αποζημιώσεις ανικανότητας σε ασθενείς με χρόνια προβλήματα πόνου. Μόνο η οσφυαλγία αποτελεί λόγο ανικανότητας για 7 εκατομμύρια Αμερικανούς και είναι η αιτία για περισσότερες από 8 εκατομμύρια ιατρικές επισκέψεις ετησίως.
Η σωματόμορφη διαταραχή πόνου διαγιγνώσκεται δύο φορές συχνότερα στις γυναίκες απ’ ό,τι στους άνδρες. Η ηλικία αιχμής της έναρξης είναι η τέταρτη και πέμπτη δεκαετία, καθώς η ανοχή του πόνου εξασθενίζει με την ηλικία. Η διαταραχή αυτή είναι επίσης πιο κοινή στους ανθρώπους με επαγγέλματα του μπλε κολλάρου.

Αιτιολογία
Ψυχοδυναμικά:  Ο πόνος έχει ασυνείδητα νοήματα που προέρχονται από βρεφικά και παιδικά βιώματα. Είναι μία μέθοδος εξασφάλισης αγάπης. μια τιμωρία για κακή πράξη και ένας τρόπος εξιλέωσης για ενοχές και επανόρθωσης μιας έμφυτης αίσθησης κακού. Ανάμεσα στους χρησιμοποιούμενους αμυντικούς μηχανισμούς είναι η μετάθεση, η υποκατάσταση και η απώθηση. Η ταυτοποίηση παίζει ένα ρόλο όταν ο ασθενής αναλαμβάνει τον ρόλο ενός αμφιθυμικού αντικειμένου αγάπης που επίσης υπέφερε από πόνο, όπως ενός γονιού. Η άμυνα της συμβολοποίησης χρησιμοποιείται όταν ο πόνος αντιπροσωπεύει ένα ανέκφραστο συναισθηματικό ισοδύναμο.
Μαθησιακή Θεωρία : Οι συμπεριφορές πόνου ενισχύονται όταν αμείβονται και αναστέλλονται όταν αγνοούνται ή τιμωρούνται. Για παράδειγμα τα συμπτώματα πόνου μπορούν να γίνουν εντονότερα όταν συνοδεύονται απ’ την φροντίδα και περιποιητική συμπεριφορά των άλλων, οικονομικό όφελος ή την επιτυχή αποφυγή δυσάρεστων δραστηριοτήτων.
Διαπροσωπικά : Ο δυσίατος πόνος έχει θεωρηθεί ένα- μέσο χειρισμού και εξασφάλισης πλεονεκτημάτων στις διαπροσωπικές σχέσεις (π.χ γία να εξασφαλισθεί η αφοσίωση ενός μέλους της οικογένειας ή για σταθεροποιηθεί ένας εύθραυστος γάμος). Ένα τέτοιο δευτερογενές όφελος είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτούς τους ασθενείς.
Νευρολογικά : Ο εγκεφαλικός φλοιός μπορεί να αναστείλει, την πυροδότηση των προσαγωγών ινών του πόνου. Η σεροτονίνη είναι πιθανότατα ο κύριος νευρομεταβιβαστής στην καταστολή των ανασταλτικών οδών και ou ενδορφίνες πιθανά επίσης παίζουν ένα ρόλο στην κεντρική ρύθμιση του πόνου. Η έλλειψη ενδορφίνης φαίνεται να σχετίζεται με την αύξηση των εισερχόμενων αισθητικών ερεθισμάτων.

Κλινική  περιγραφή.
Το προεξάρχον γνώρισμα της σωματόμορφης διαταραχής πόνου είναι μία ενασχόληση με έντονο και συνεχή πόνο για τουλάχιστον 6 μήνες, η οποία δεν έχει μια επαρκή ιατρική αιτιολόγηση. Ο πόνος συχνά δεν ανταποκρίνεται στην ανατομική κατανομή του νευρικού συστήματος. όμως μπορεί μερικές φορές να μιμείται πολύ καλά την κατανομή του πόνου μιας γνωστής νόσου.
Οι ασθενείς με τη διαταραχή έχουν συχνά ένα μακρύ ιστορικό ιατρικής και χειρουργικής περίθαλψης. επισκεπτόμενοι πολλούς γιατρούς και ζητώντας πολλά φάρμακα. Μπορεί να είναι ιδιαίτερα επίμονοι στην επιθυμία τους να χειρουργηθούν. Είναι εντελώς απορροφημένοι στον πόνο τους, θεωρώντας τον σαν την πηγή της δυστυχίας τους.” Αυτοί οι ασθενείς συχνά αρνούνται κάθε συγκινησιακή δυσφορία και υποστηρίζουν ότι η υπόλοιπη ζωή τους είναι θαυμάσια. Μπορεί επίσης να έχουν ένα ιστορικό κατάχρησης ουσιών ή αλκοολισμού.
Η μείζων κατάθλιψη είναι παρούσα σε ένα ποσοστό 25-50% ενώ η δυσθυμία ή καταθλιπτικά συμπτώματα αναφέρονται στο 60-100% των ασθενών αυτών. Μερικοί ερευνητές πιστεύουν πως ο χρόνιος πόνος είναι σχεδόν πάντα μία παραλλαγή της καταθλιπτικής διαταραχής, είναι δηλ. μια συγκαλυμμένη (masked) ή σωματοποιημένη μορφή της κατάθλιψης. Τα κυριότερα καταθλιπτικά συμπτώματα σε τέτοιους ασθενείς είναι η έκπτωση της ενεργητικότητας (anergia), η ανηδονία. η μειωμένη libido, η αϋπνία και η ευερεθιστότητα. Οι μεταβολές της διούρησης, η απώλεια βάρους και η  ψυχοκινητική επιβράδυνση εμφανίζονται σπανιότερα.

Διαφορική  διάγνωση
Ο παθολογικός πόνος δύσκολα μπορεί να διακριθεί απ’ το ψυχογενή πόνο, κυρίως γιατί και οι δύο δεν είναι αμιγείς. Ο παθολογικός πόνος κυμαίνεται σε ένταση και είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε συγκινησιακές και γνωσιακές επιρροές, στην επίδραση της προσοχής και της κατάστασης. Ο πόνος που δεν ποικίλλει και δεν είναι ευαίσθητος σε κάποιον απ’ αυτούς τους παράγοντες είναι πιο πιθανό να είναι ψυχογενής. Αν ο πόνος δεν αυξομειώνεται και ο ασθενής δεν ανακουφίζεται, έστω προσωρινά, με την απόσπαση της προσοχής και τα αναλγητικά, τότε ο κλινικός μπορεί να υποπτευθεί μια σημαντική ψυχογενή συμμετοχή.
Ο πόνος είναι ένα απ’ τα συμπτώματα της σωματοποιητικής διαταραχής και μπορούν να δοθούν και οι δυο διαγνώσεις αν ο ασθενής πληροί τα κριτήρια και για τις δυο. Εν τούτοις η σωματοποιητική διαταραχή περιλαμβάνει πολλά άλλα σωματικά συμπτώματα, αρχίζει πριν από την ηλικία των 30 και είναι σπάνια στους άνδρες. Οι υποχονδριακοί είναι δυνατόν να παραπονούνται για πόνο και η ενασχόληση τους με το σώμα και η πεποίθηση τους για την ασθένεια είναι παρούσες και στους ασθενείς με σωματόμορφη διαταραχή πόνου. Οι υποχονδριακοί έχουν ωστόσο πολλά συμπτώματα και η κλινική τους εικόνα ποικίλλει με το χρόνο. Η διαταραχή μετατροπής διαρκεί λίγο ενώ ο σωματόμορφος πόνος είναι χρόνιος, άλλωστε ο πόνος εξ’ ορισμού δεν είναι μετατρεπτικό σύμπτωμα. Οι υποκρινόμενοι προβάλλουν συνειδητά ένα ψευδές σύμπτωμα και τα παράπονα τους συνδέονται μ’ ένα καθαρά αναγνωρίσιμο στόχο. Η διαφορική διάγνωση” μπορεί να είναι δύσκολη γιατί οι ασθενείς με χρόνιο πόνο συχνά παίρνουν αποζημίωση για ανικανότητα ή δικαστική αποζημίωση. Παρ’ όλα αυτά δεν προσποιούνται πως πονούν. Για παράδειγμα οι κεφαλαλγίες από μυϊκή σύσπαση (τάσεως) έχουν ένα παθοφυσιολογικό μηχανισμό που δικαιολογεί τον πόνο και έτσι δεν διαγιγνώσκονται σαν σωματόμορφη διαταραχή πόνου.

Πρόγνωση
Ο σωματόμορφος πόνος διαρκεί. εξ’ ορισμού. τουλάχιστον 6 μήνες. Ο πόνος αρχίζει συνήθως αιφνίδια και αυξάνεται σε ένταση τις επόμενες εβδομάδες ή μήνες. Η πρόγνωση των ποικίλλων συνδρόμων σωματόμορφου πόνου δεν είναι σαφής, αλλά γενικά τα σύνδρομα αυτά είναι χρόνια , πολύ ενοχλητικά και δημιουργούν ανικανότητα. Ο ψυχογενής πόνος μπορεί μερικές φορές να υφεθεί με θεραπεία. μετά την ελαχιστοποίηση της εξωτερικής ενίσχυσης ή μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της συνυπάρχουσας ψυχοπαθολογίας. Αλλά συχνότερα παραμένει για χρόνια. Οι ασθενείς με τη φτωχότερη πρόγνωση. με ή χωρίς θεραπεία, έχουν προϋπάρχοντα χαρακτηριολογικά προβλήματα. κυρίως έντονη παθητικότητα. είναι μπλεγμένοι σε δικαστική διεκδίκηση ή παίρνουν οικονομική αποζημίωση. χρησιμοποιούν εθιστικές ουσίες ή έχουν μακρύ ιστορικό πόνου.

Θεραπεία
Η θεραπεία αποβλέπει περισσότερο στην αποκατάσταση του ασθενή παρά στην απαλλαγή απ’ τον πόνο. Μπορεί να είναι χρήσιμο να συζητηθεί το θέμα της ψυχολογικής αιτιολογίας νωρίς στη θεραπεία. λέγοντας στους ασθενείς με ειλικρίνεια ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες είναι σημαντικοί στην αιτία και στο αποτέλεσμα τόσο του παθογενούς όσο και του ψυχογενούς χρόνιου πόνου και ότι η θεραπεία θα πρέπει να τους λάβει υπ’ όψιν. Ωστόσο θα πρέπει να δοθεί ταυτόχρονα έμφαση στο γεγονός ότι ο πόνος του ασθενούς είναι “πραγματικός”.

Ιατρικές παρεμβάσεις Τα αναλγητικά δεν Βοηθούν στις περισσότερες περιπτώσεις χρόνιου ψυχογενούς” πόνου. Επιπρόσθετα η κατάχρηση ουσιών και η εξάρτηση είναι συχνά μεγάλα προβλήματα των ασθενών αυτών.
Τα ηρεμιστικά και τα αγχολυτικά δεν ωφελούν ιδιαίτερα και συχνά δημιουργούν πρόβλημα με τη συχνή κατάχρηση, την κακή χρήση και τις παρενέργειες. Τα αντικαταθλιπτικά όπως η αμιτρυπτιλίνη η ιμιπραμίνη και η δοξεπίνη είναι πιο χρήσιμα. Παραμένει ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα αν τα αντικαταθλιπτικά ελαττώνουν τον πόνο μέσω της αντικαταθλιπτικής τους δράσης ή ασκούν μια ανεξάρτητη άμεση αναλγητική δράση (πιθανόν διεγείροντας τις προσαγωγές ανασταλτικές οδούς του πόνου)
Η βιοανάδραση μπορεί ν’ αποβεί, σχετικά χρήσιμη. ιδιαίτερα στην ημικρανία, στον μυοσυνδεσμικό πόνο και σε καταστάσεις μυϊκής τάσης. όπως στις κεφαλαλγίες τάσεως. Η ύπνωση. ο διαδερμικός νευρικός ερεθισμός και ο ερεθισμός της σπονδυλικής στήλης έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης. Οι νευρικοί αποκλεισμοί και οι χειρουργικές εξαιρέσεις είναι αναποτελεσματικοί στους περισσότερους ασθενείς, αφού ο πόνος επιστρέφει μετά 6-18 μήνες.

Προγράμματα ελέγχου του πόνου : Μερικές φορές μπορεί να είναι απαραίτητο να πάρουμε τον ασθενή απ’ το συνηθισμένο περιβάλλον του και να τον τοποθετήσουμε σ’ ένα πρόγραμμα ελέγχου του πόνου νοσηλεύοντας τον. Αυτές οι πολυδιάστατες μονάδες πόνου χρησιμοποιούν πολλές διαφορετικές θεραπευτικές προσεγγίσεις. όπως γνωσιακή. συμπεριφεριολογική και ομαδική θεραπεία. Προσφέρουν εκτεταμένη εκπαίδευση. διδάσκουν τεχνικές χαλάρωσης. δίνουν έμφαση στην βελτιωμένη φυσική κατάσταση με τη φυσική αγωγή και άσκηση και προσφέρουν επαγγελματική αξιολόγηση και αποκατάσταση. Διαγιγνώσκονται και αντιμετωπίζονται οι συνυπάρχουσες ψυχικές διαταραχές και οι ασθενείς που είναι εθισμένοι στα αναλγητικά και στα υπνωτικά αποτοξινώνονται. Γενικά τα προγράμματα τέτοιου είδους αναφέρουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα.

Επίλογος
Ο κλινικός γιατρός πρέπει πάντα να έχει κατά νου τον ψυχογενή πόνο, όταν αντιμετωπίζει σύνδρομα πόνου χωρίς βιολογικό υπόστρωμα, ή αδυναμία καταστολής του πόνου ακόμα και αν υπάρχει βιολογική αιτία. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για την ψυχολογική διάσταση του πόνου, το ενόχλημα του να γίνεται σεβαστό και να αντιμετωπίζεται ως απόλυτα πραγματικό και η παραπομπή του στον ψυχίατρο να γίνεται με κατάλληλη προετοιμασία (ίσως με το να του αφιερώσουμε λίγη ώρα παραπάνω στο ραντεβού και να τον παροτρύνουμε να μας μιλήσει και για τα υπόλοιπα προβλήματα του), διότι το στίγμα της ψυχολογικής διαταραχής είναι ακόμα ισχυρό στην ελληνική κοινωνία. Πολλοί ασθενείς ενώ είναι έτοιμοι να δεχτούν και τις πιο σοβαρές διαγνώσεις που θα αιτιολογούσαν την συμπτωματολογία τους, δυσκολεύονται πολύ να αποδεχθούν την ψυχολογική παράμετρο των συμπτωμάτων τους, γίνονται αρνητικοί και δύσπιστοι, πιστεύουν ότι ο γιατρός τους είναι απλώς ανίκανος να βρει «τι έχουν και πονούν», καταφεύγουν σε άλλους γιατρούς, υποβάλλονται σε σωρεία νέων εξετάσεων και αναποτελεσματικών θεραπειών και τελικά απογοητεύονται. Αλλά ακόμα και αν δεχτούν την ψυχολογική διάσταση του πόνου, αρκετοί ασθενείς θα το αντιμετωπίσουν ενοχικά (λες και ευθύνονται για τα ψυχολογικά τους προβλήματα) ή μοιρολατρικά. Ο χρόνιος ψυχογενής πόνος είναι αντιμετωπίσιμος αρκεί να αναγνωρισθεί και να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και με κατάλληλη φαρμακοθεραπεία και ψυχοθεραπεία.